Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Απολογισμός και προϋπολογισμός


Μου αρέσει ο θάνατος της φύσης! Είναι η φυσική εξέλιξής της. Είναι ένα photo finish την ώρα που κόβει το νήμα της ζωής σαν τερματίζει τον σκοπό της. Παγώνει η εικόνα, ο κόσμος, οι γεννήσεις και οι γενέσεις. Ναρκώνονται τα πάντα και κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου. Αλλά πολλές φορές και του αδίκου. Άλλοι, πέφτουν σε χειμερία νάρκη, και άλλοι, δεν ξυπνάνε ποτέ! Κρύο, αφεψήματα, χιόνια, πάγοι, κασκόλ, παλτό, σούπες ζεστές, κούπες καυτές, κατσαρόλες ετοιμόγεννες. Εκεί κάπου γύρω δεν είναι δύσκολο να μυρίσεις τη μαμά σου! Σ’ ένα φαΐ, σ’ ένα μπαχάρι, στο απορρυπαντικό, στο μαλακτικό, στο γάλα, στην κρέμα, στο αβγό, στη σούπα...σου στέλνει η μύτη χαιρετίσματα από το προ απογαλακτισμένο παρελθόν σου πως η μάνα σε γυροβολάει. Έτσι είναι κάθε στιγμή της χρονιάς που περνάει. Κάθε άρωμα σε παραπέμπει κάπου, σε κάποιον, σε πρόσωπο, σε στιγμή, σε μέρος, σε...Αλλά και κάθε ήχος, τραγούδι, ρυθμός....παραπομπή!
Ο χρόνος δεν είναι τίποτε παραπάνω από μία κυκλική και περιοδική κίνηση με παραπομπές που κάνει η μύτη, η γλώσσα, το μάτι, το αφτί, η αγκαλιά και με φυγόκεντρο τις ελπίδες, αλλά κεντρομόλο τις αναμνήσεις. Καθώς περνάει η γραφίδα του χρόνου, χαράζει επάνω μας γεύσεις, ακούσματα, εικόνες, ήχους και αγγίγματα. Οσμές, όπως το βρεγμένο χώμα από τις μπόρες της άνοιξης, το νοτισμένο από την παιχνιδιάρα και χαδιάρα βροχή, εκείνη που χτενίζει τα δέντρα πριν πέσει πάνω του και το γονιμοποιήσει και πριν συνθλίψει τη θλίψη, τις στάλες και μαζί τη μύτη, καθώς βγαίνεις έξω από την πόρτα του σπιτιού για να μυρίσεις την Άνοιξη. Ήχοι, όπως οι τηγανητές πιπεριές που τσιτσιρίζουν απ’ τη μέσα μεριά στο παράθυρο της γειτόνισσας και όπως η σπιτική μαρμελάδα που σιγοβράζει στην καλοκαιρινή ηλιοκαμένη αυλή ή το καψαλισμένο στον φούρνο ψωμί και οι φλούδες μανταρίνι επάνω στη σόμπα που σφυρίζει ή το χοιρινό στη γάστρα και η πατάτα η παντρεμένη με μελιτζάνα καθώς σκάει μέσα στις στάχτες του τζακιού. Είναι όμως και τα ακριβά αρώματα στις αίθουσες αναμονής των αεροδρομίων καθώς σούρνεις τη γεμάτη κουρασμένες βόλτες βαλίτσα σου, αλλά και τα φθηνά αρώματα στα ανατολίτικα παζάρια σαν σούρνεις το καροτσάκι της λαϊκής. Είναι το φρύγανο στην αλίκτυπη νησιώτικη πέτρα, είναι και η χρυσή μα τόσο γερασμένη ελιά, η ερημωμένη εκκλησιά και το άσπρο του ασβέστη που γρατσούνισε η φούξια βοκαμβύλια. Είναι το μπλε που ξοδεύει ο θεός για να μην τον βλέπουμε, είναι εικόνες σαν την πασχαλιά που μωβίζει τα παραθυρόφυλλα. Ο χρυσός καλοκαιρινός ήλιος, το ασημένιο μεταμεσονύκτιο φεγγάρι, ο πρωινός ελληνικός καφές με το κουβεντολόι κι οι καλημέρες οι πολλές, οι πολύ πρωινές και οι ύστερες, οι κάτω από τα βαριά παπλώματα και τα δροσερά σεντόνια, τα φρεσκοπλυμένα σε ελληνική μπουγάδα ξαπλωμένη κάτω από τον εραστή της ήλιο....είναι όλα εικόνες, χρώματα κι αρώματα στην κινηματογραφική ταινία της χρονιάς.
Η ζωή της χρονιάς που πέρασε και κάθε χρονιά που περνάει είναι η απαλή χνουδωτή κουβέρτα, τα χουχουλιάρικα πασούμια, η ζεστή αγκαλιά που ξαπλώνει μαζί σου στον καναπέ και το άρωμα του τσαγιού που βράζει στη σόμπα και σκαρφαλώνει το λαιμό της τσαγιέρας και ύστερα τον δικό σου. Ο χρόνος που πέρασε είναι αυτός που καλωσορίζει αυτόν που έρχεται με βανίλια, γαρύφαλλο, μέλι και αλεύρι. Αυτός που μυρίζει οικογένεια, που αγκαλιάζει παιδικές φωνές, που γεύεται σπιτικές μυρωδιές, που αφουγκράζεται το σώμα του άλλου, που μπερδεύει αισθήσεις, που παντρεύει αισθητικές, που διαλύει διχόνοιες. Είναι οι τοίχοι που αντηχούν χάχανα και λάχανα. Βρασμένα ή φρεσκοκομμένα... και άλλες πολλές εικόνες ανακατεμένες με ήχους και γεύσεις και αγκαλιές, γεμάτες ή αδειανές, εξίσου νοσταλγικές:
Ο χρόνος που πέρασε είναι ό,τι ζήσαμε ή χάσαμε, θάψαμε, πετάξαμε, νιώσαμε, κλάψαμε, νοσταλγήσαμε, θυμώσαμε, λυτρώσαμε, φιλήσαμε, αγκαλιάσαμε, κάψαμε, φτιάξαμε, δημιουργήσαμε, κολυμπήσαμε, γυρίσαμε, καθίσαμε, ταξιδέψαμε, στερηθήκαμε, κερδίσαμε, δώσαμε, πήραμε... Τίποτε περισσότερο, και τίποτε λιγότερο.
Ο χρόνος φεύγει, τα χρόνια φεύγουν, η χρονιά απολογείται: Καλή? Κακή? Μία απ’ τα ίδια! Τα είχε όλα. Όπως σε όλους. Και για άλλους ήτανε γενναιόδωρη, για άλλους τσιγκούνα και αρπαχτικό. Τι σημασία έχει όμως πια? Το μόνο που μένει είναι οι μνήμες. Για άλλους μόνο ένα μνήμα. Το θέμα είναι τι θα ‘ρθει και πώς θα το κάνουμε κι αυτό να μην περάσει στη λήθη άχρωμο, άγευστο, άηχο, άοσμο και ανέπαφο. Γιατί η αγάπη ζει στα μικροπράγματα!

Σας εύχομαι ολόψυχα Καλή Χρονιά!





Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Η Ομόνοια και το «θρεπτικό» μήλο της Έριδας!


Υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που εάν τους ρωτήσεις τι είναι η ομόνοια το μόνο που έχουν να σου απαντήσουν είναι το πολύ, «μία από τις κεντρικές πλατείες της Αθήνας»! Ως εκεί. Παρέκει δεν έχει. Παρέκει πας Σύνταγμα ή Μοναστηράκι! Η ομόνοια ως σύμπνοια, ως κατάσταση, ως ατμόσφαιρα δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό τους. Στις σχέσεις τους μάλιστα φαντάζει μέρος εξωτικό με χαβανέζες, λευκές αμμουδιές και μοχίτος σε ένα άλλο μέρος πεταμένο στον Ατλαντικό, τον Ινδικό ή τον Ειρηνικό. Αυτοί, ζουν στον Πολεμικό! Είναι ένας ωκεανός -μην πω πλανήτης- μοναδικός, χτισμένος επάνω σε έριδες, φασαρίες και διοικείται με το μοναδικό πολίτευμα της οχλοκρατίας. Πρόκειται για τον ωκεανό όπου το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό ή για τον πλανήτη (δεν έχω αποφασίσει τι είναι!) όπου επικρατούν οι νόμοι της ζούγκλας. Ενίοτε οι άναρθρες κραυγές δεν εδέησαν ποτέ να γίνουν έναρθρες σε μία διπλή άρθρωση. Το ΟΥΓΚ είναι όλο κι όλο το λεξικό τους και προφανώς έχουνε μείνει ακόμα πάνω στα δέντρα. Είναι φύσει απολίτιστα όντα. Τις διαφορές τους τις λύνουν με τσαμπουκά, λεκτικό, φραστικό ή σωματικό. Τη διαφορά τους την ξέρουν. Πως υστερούν το νιώθουν. Αλλά η αντίδραση είναι απλά υστερική. Η παλαιοντολογική τους αντίληψη για τα πράγματα συνδέεται και με τον τρόπο που σκέφτονται. Ποιος ήλιος και ποια τροχιά του κόσμου γύρω από ‘κείνον? Ο κόσμος μπορεί να υπάρχει μόνο όταν περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό τους. Όλα γυρίζουν γύρω από εκείνους και ποτέ εκείνοι γύρω απ’ τους άλλους. Ούτε καν γύρω απ’ τον ήλιο. Άλλωστε κάποιος τους έκανε κάποτε αστέρες. Κι εκείνοι το πίστεψαν. Ευδοκίμησαν σε περιβάλλον αυλοκολάκων, με νοημοσύνη κατά τι χαμηλότερη από εκείνους και βλαστήσανε, πέταξαν κλαδιά, μαζί και δόντια και νύχια. Αυτοί οι αστέρες εάν είναι διάττοντες ή όχι, δεν έχει σημασία. Ούτε αντιλαμβάνονται ότι περισσότερο μοιάζουν με πυροτεχνήματα παρά με ζωογόνες πηγές φωτός. Δεν αναγνωρίζουν πως ανήκουν στις φωτοβολίδες από εκείνες που φωτίζουν για λίγο, μα ταυτόχρονα κουβαλούν την επικινδυνότητα να σε πάρουν ξώφαλτσα και στην καλύτερη να σε τυφλώσουν, στη χειρότερη να σε σκοτώσουν! Αυτοί οι άνθρωποι δεν ομονοούν. Απλά διαφωνούν. Είτε γιατί τρέφονται από την έριδα την ίδια και όχι μόνο από το θρεπτικό της μήλο, είτε γιατί τα αφτιά τους πρέπει να τα χαϊδεύεις για να μην τους ταράττεις τους κύκλους τους. Αυτοί έχουν μάθει μόνο να σε ταράζουν!

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Χάρτινα όνειρα (?)


Περιχαρής γύρισα σπίτι και κόλλησα το χαρτάκι στο ψυγείο. Σε περίοπτη δλδ θέση να το βλέπω συνέχεια. Δε γράφει τίποτε το περιττό. Ούτε καν ολόκληρο το όνομά του. Μόνο τα αρχικά και με ωραία ολοστρόγγυλα ψηφία γραμμένο τον περιζήτητο αριθμό του! Για μένα περιζήτητο. Για άλλους αζήτητο. Μου μοιάζει με αυτόγραφο. Ίσως και με ραβασάκι. Με ένα ενθύμιο που σου αφήνουν ορισμένες γνωριμίες. Από εκείνες που έρχονται ξαφνικά στη ζωή σου σαν κομήτες από το πουθενά, με τις οποίες στη συνέχεια ανταλλάσσετε τηλέφωνα και διευθύνσεις, αλλά στο τέλος μένει ο καθένας σπίτι του με τους φίλους του και τους κύκλους του -από κιμωλία ή όχι- πάντως σίγουρα περιχαρακωμένος. Όλο το άλλο ήταν μία παρένθεση. Και το χαρτάκι με το τηλέφωνο? Ένα αναμνηστικό. Μαγνητάκι-Souvenir.
Γι’ αυτό κι εγώ το κόλλησα στο ψυγείο μαζί με τα άλλα από τη Νέα Υόρκη και τις Μπαχάμες.
Ένας αριθμός είναι, μια σύνδεση, μια δυνάμει επαφή. Ένα ρημαδιασμένο μικρό, ασήμαντο, λευκό και άοσμο χαρτάκι, από εκείνα που σου σκουντούν τη μνήμη, όταν κοιμάται τον ύπνο του δικαίου και σε κάνουν να μην ξεχνάς. Το ψυγείο όμως δεν ταιριάζει ούτε με τη σύνδεση, ούτε με την επαφή, ούτε με την επικοινωνία. Οι επαφές θέλουν ζεστασιά, όχι κρυάδα. Το ψυγείο είναι ψυχρό και κρύο. Καμιά φορά το λες και δροσερό, αλλά από τότε που εφευρέθηκαν τα μαγνητάκια το λες απλά ψυχρότερο. Κολλάς επάνω του λογαριασμούς, χρέη, λίστες για ψώνια και αγχωτικά προγράμματα και ραντεβού. Άχαρα πράγματα.
Ξεκαρφίτσωσα, λοιπόν, τους λογαριασμούς και άφησα τα μαγνητάκια και τις card postal να με ταξιδεύουν στα μέρη των φίλων μου από όπου μου τα έφεραν: Χαβάη, Ιαπωνία, Las Vegas και Μεξικό. Και δίπλα εκεί κόλλησα και το χαρτάκι με τη δυνάμει τηλεφωνική επαφή να με ταξιδεύει σε μελλοντική ιστορία που με τη φαντασία μου τουλάχιστον θα επιδιώξω. Που ή θα την καταφέρω ή που δεν πρόκειται. Δλδ που ή θα γίνει ή δε θα γίνει! Αλλά πρέπει να γίνει! Έτσι, για την τιμή των όπλων! Διότι και τι δεν τράβηξα να τον βρω αυτόν τον αριθμό! Υποχρεώθηκα, αλλά εις μάτην. Ίδρωσα. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Έδωσα το «είναι» μου, το «έχειν» μου, αλλά και το «δεν έχειν» μου. Μόνο κυριολεκτικά. Γέλασα και έκλαψα, σάστισα, απόρησα, πίστεψα, ξεγελάστηκα, με κορόιδεψαν, κορόιδεψα, εμένα, τους άλλους, κανέναν (?). Δεν έχει σημασία. Τέλος.
Τελικά -σκέφτομαι- πάλι μόνη μου τα κατάφερα. Χωρίς μεσολαβητές και δήθεν βοήθειες. Στη ζωή θέλει θάρρος, ενίοτε θράσος και πολύ χιούμορ για να καταφέρεις όσα ονειρεύτηκες. Κανείς δε σε βοηθάει, εάν εσύ ο ίδιος δεν πιστέψεις στον εαυτό σου. Μπορείς να πετύχεις τα ακατόρθωτα για όνειρα που μοιάζουν άπιαστα. Μπορείς να κατορθώσεις όσα κάποτε απλά φαντάστηκες κι ας τα κόλλησες σε πρώτη φάση στο ψυγείο, ανάμεσα σε έναν μαγνήτη από την Τζαμάικα και τρία αβγά από την πίσω μεριά της πόρτας ενός ψυχρού ψυγείου.

(Να του τηλεφωνήσω?)

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Της Σαλονίκης μοναχά...


Ζεστό, σχεδόν καυτό τσάι σε λευκό φλιτζάνι, φλερτάρει με φοβισμένα χείλη, παγωμένα από τα κρύα του χειμώνα. Φρεσκοκομμένα κουλουράκια με άρωμα βανίλιας και μία κυκλοφοριακή κίνηση που έχει φορά τόσο προς το «πήγαινε» όσο και στο «έλα» έξω από το παγωμένο και το δακρύβρεχτο τζάμι,  μιλούν ακατάπαυστα και εκκωφαντικά σιωπηλά σε γνώριμο και αγαπημένο, αν και μελαγχολικό σκηνικό. Ο σκοτεινιασμένος ουρανός δε συμβιβάζεται με την αδιακρισία. Ανάψτε τα φώτα, τα τεχνητά, τα ηλεκτρικά, τα κεριά. Ανάψτε πρόωρα το φεγγάρι. Θέλω να βλέπω... Να βλέπω το παραλήρημα της καθημερινότητας σε αυτήν την πόλη, όπως πηγαινοέρχεται πάνω σε ρόδες λεωφορείων και ταξί και όπως σπουδάζει την μηχανική της μάθηση στα αμφιθέατρα του Αριστοτελείου. Όπως καταναλώνει τα κατασκευασμένα του ένστικτα στα εναπομείναντα καταστήματα της ένδοξης μακεδονικής πρωτεύουσας, πανελλήνιας δευτερεύουσας, και όπως συζητιέται σε ομηγύρεις εκλεπτυσμένων κυριών συντροφιά με βραζιλιάνικο καφέ και πικρά αμήχανα χαμόγελα.
Μια αεικίνητη στατικότητα και όχι μια στατική κίνηση. Τα πάντα κινούνται, μετακινούνται, σταματούν για λίγο στο κόκκινο, πάνε πιο πέρα με το πράσινο, αλλά... μένουν στην ίδια θέση. Η γη είναι στρόγγυλη και ό,τι γυρίζει είναι γύρω από εκείνη και όχι εκείνη γύρω από τους άλλους. Οι άνθρωποι, τα αεροπλάνα, τα καράβια έχουν έναν μονάχα άξονα: αυτόν της γης. Δεν την παρατούν, δεν απιστούν, δεν εκτροχιάζονται. Ακόμη κι αν εξοκείλουν, η βαρύτητα θα τα επαναφέρει.
Πού πας ματαιόδοξε διαβάτη? Πού κατευθύνεσαι ονειροπόλε επιβάτη?  Ο τόπος σου, η δουλειά σου, οι άνθρωποί σου, οι πρόγονοι και το μέλλον σου βρίσκονται πάνω στην τρελή μαγνητική αυτή σφαίρα. Σε έλκει με δύναμη και συ κολλάς πάνω της σαν μαγνητάκι-σουβενίρ στο ψυγείο. Όπου κι αν πας, ό,τι κι αν δεις, ό,τι κι αν ψάξεις, ό,τι κι αν βρεις, ό,τι κι αν ανακαλύψεις όλα ανήκουν εδώ. Σ’ αυτήν την μικρομέγαλη πόλη, σ’ αυτήν τη μικρή μαγνητική σφαίρα που καταπίνει είτε με τη βοήθεια της θάλασσας τους ζωντανούς, είτε με τη βοήθεια της ξηράς τους νεκρούς. Σ’ αυτήν που όλα τα θέλει και τα επανεγκαθιστά στα σπλάγχνα της. Αυτοί που γυρίζουν, αυτοί που φεύγουν, εκείνοι που απομακρύνονται κι εκείνοι που ξανάρχονται. Δεν έχουν να παν πουθενά. Πουθενά αλλού. Πουθενά μακριά.
Κι εσύ ζωή, σαν βγάλεις φτερά και καταφέρεις ποτέ να εγκαταλείψεις το επίγειο σώμα, να το σκεφτείς καλά αν ο χωρισμός αυτός αξίζει.
Γιατί μάλλον δεν αξίζει. Είναι ωραίες οι επίγειες απολαύσεις και αυτό το μάταιο καθημερινό τρέξιμο πάνω σε ρόδες ή πεζή, παρακολουθούμενο από μυστικούς πράκτορες μέσα από το τζάμι σε ήχους τζαζ με μυρωδιές βανίλιας και θερμοκρασίες χειμερινού αφεψήματος και μ’ ένα χέρι που υπό τις επιταγές της ξέμπαρκης και άπιστης σκέψης πάει και έρχεται ιχνηλατώντας τις κενές γραμμές ενός λευκού σημειωματαρίου, κάποιο γκρίζο απόγεμα της λατρεμένης όλων Σαλονίκης...σ’ αυτήν όπου ανήκεις! 

Ξενοδοχείο ABC.DEFG….
Είναι 17.00!
Πήρε και βραδιάζει...




Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Οπτική χωρίς γωνίες


Το σπουδαίο δεν πάει πάντα πακέτο με το κραυγαλέο. Ούτε το αθόρυβο πρέπει να στερείται αναγνώρισης. Υπάρχουν ήρωες που προχωρούν στα σκοτεινά και υπάρχουν και σκοτεινοί άνθρωποι που ηρωοποιούνται. Γενικά υπάρχουν. Πάντα θα υπάρχουν. Θα υπάρχουν οι μεν και οι δε. Ή καλύτερα οι «δεν». Αυτοί που «δεν» γενικώς, αλλά και ειδικώς. Υπάρχουν αυτοί που μπορούν και οι εκείνοι που κουράζονται και μόνο στην ιδέα και δεν μπορούν. Υπάρχουν όσοι προσπαθούν, αλλά υπάρχουν και όσοι προσποιούνται ή κατά το δοκούν προσπαθούν. Υπάρχουν γυναίκες που φορούν το ρούχο και το αναδεικνύουν, υπάρχουν κι εκείνες που τις φοράει το ρούχο και το ξεφτιλίζουν. Υπάρχουν οι πολυπράγμονες, υπάρχουν και οι αφιερωμένοι στο ένα. Και εν γένει υπάρχουν κάποιοι που κάνουν τα χ και κάποιοι που δεν κάνουν καν το ψ, ωστόσο οι δεύτεροι δεν υπάρχουν για τους πρώτους, όπως οι πρώτοι για τους δεύτερους. Εδώ παρεμβαίνει η σχετικότητα. Η οπτική. Η γωνία. Η οπτική γωνία και σπανιότερα η οπτική χωρίς γωνία. Η πανοραμική θέαση είναι μία ιδιότητα της κάμερας. Μιας μηχανής κατασκευασμένης από τον άνθρωπο. Αλλά ο άνθρωπος κατά πόσο είναι έτοιμος και πρόθυμος να αποκτήσει ιδιότητες που έχουν τα κατασκευάσματά του, αλλά όχι ο ίδιος? Είναι δύσκολο να βλέπεις με τα μάτια του άλλου. Είναι δυσκολότερο να μπεις στα παπούτσια του και φαντάζει ακατόρθωτο να αποδέχεσαι εξ ολοκλήρου το διαφορετικό. Πολλές φορές θαυμάζεις και απορείς. Εσύ δεν μπορείς. Ο άλλος μπορεί. Εσύ δεν αντιλαμβάνεσαι το πώς. Κι όμως! Ψάχνεις για ψεγάδια. Λες «Δεν μπορεί! Αυτός ναι μεν...Εγώ όμως αλλά...»! Σπεύδεις να δικαιολογηθείς, μα σχεδόν ποτέ να δικαιολογήσεις. Δεν είναι εύκολο να παραδεχτείς πως κάποιοι τα καταφέρνουν καλύτερα από σένα. Κάποιοι μπορούν να δουλέψουν αθόρυβα χωρίς γκρίνιες, ακόμη κι όταν οι γκίνιες δεν σταματούν να τους χτυπούν την πόρτα. Μπορούν να καταφέρνουν τα ακατόρθωτα χωρίς να μεγαλοποιούν και να ζητιανεύουν δάφνες. Μπορούν τα σμικρύνουν προβλήματα και να τα κατατάσσουν στα ήσσονος σημασίας και να τα λύνουν χωρίς να πανηγυρίζουν. Μπορούν να ρίχνουν το βέλος στο κέντρο χωρίς να αστοχούν κρατώντας τη νίκη για τον εαυτό τους και όχι για τα τρόπαια των άλλων. Οι «άλλοι» όμως, στην αντίπερα όχθη, ακόμη κι αν στην παραμικρή αποτυχία θαρρούν πως ήρθε η καταστροφή, ακόμη κι αν η τύχη τους τα φέρνει βολικά, αλλά από συνήθειο και για γούρι γκρινιάζουν, ακόμη κι αν μεγεθύνουν το πρόβλημα ή το διατυμπανίζουν, δε στέκονται στο τι δεν μπορούν οι ίδιοι να κάνουν ή τι κάνουν, αλλά προσπαθούν να αποδομήσουν ταυτόχρονα τα κατορθώματα των αθόρυβων «ηρώων».
Όχι! Ό,τι δεν μπορείς να καταφέρεις, αγαπητέ γκρινιάρη και απαισιόδοξε, που δεν είσαι μαθημένος σε ζόρια και δυσκολίες, δε σημαίνει πως δεν γίνεται. Και ό,τι δεν καταλαβαίνεις δε σημαίνει πως δεν ισχύει.


Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Ένα παιδί κοιτάει τ' άστρα


Τον άρχοντα τριών δει μέμνησθαι: Πρώτον ότι ανθρώπων άρχει. Δεύτερον ότι κατά νόμους άρχει. Τρίτον ότι ουκ αεί άρχει.

Και αναρωτιέται γιατί πέφτουν τα αστέρια! Γιατί  γκρεμοτσακίζονται για την ακρίβεια. Και αφήνουν εκείνες τις πύρινες ουρές. Γιατί να πέφτουν τα αστέρια? Αφού είναι αστέρια! Αστέρες! Λαμπερά και περίοπτα!
Μήπως τα αστέρια πέφτουν γιατί τίποτε δεν είναι αιώνιο? Καμία λάμψη δεν είναι δεδομένη και ποτέ το γκλάμουρους και το λουξ δεν διαρκεί για πάντα. Η λάμψη πάντα μετά από καιρό χάνεται και δίνει τη θέση της στη θαμπάδα. Τα αστέρια κάποτε χαμηλώνουν τα φώτα τους, σβήνουνε, οπότε και δεν έχουνε καμία θέση επάνω στον ουρανό. Δεν έχουνε θέση πια ψηλά. Οφείλουν να εγκαταλείψουν τα ύψη, τους θρόνους, τα υψηλά αξιώματα και να πάρουν μία θέση κάτω. Χαμηλά. Εκεί δεν θα 'ναι αστέρια πια. Θα είναι απλά σκόνη. Αστρική μεν, αλλά σκόνη. Αν γίνεις -ή σε κάνουνε οι άλλοι- σκόνη, τι σημασία έχει εάν είσαι αστρική ? Η σκόνη είναι σκόνη. Άλλωστε, "περασμένα μεγαλεία διηγώντας τα θα κλαις...". Το μόνο που θα σου μείνει θα είναι ότι θα αποχωρήσεις πανηγυρικά μέσα στην πτώση σου. Έτσι είναι οι αριστοκρατίες. Ακόμη κι όταν ξεφτίζουν, θέλουν να κάνουν μία εντυπωσιακή έξοδο, κατά αναλογία προς την περίλαμπρη πάλαι ποτέ εντυπωσιακή τους είσοδο. Και οι άλλοι, ενώ θα σε βλέπουν να γκρεμοτσακίζεσαι δεν θα λυπηθούν, αλλά θα κάνουν μια ευχή...Απλά πρέπει να αναλογιστείς πως από τα ψηλά σίγουρα κάποια στιγμή θα βρεθείς στα χαμηλά (νόμος της φύσης), διότι η ζωή πάντα κύκλους κάνει (νόμος της ζωής) και πρέπει να υπακούς στους υψηλόβαθμους και υψηλότερους πια από σένα (νόμος στρατιωτικός). Και φυσικά, θα στεναχωρηθείς. Άλλωστε, δεν είναι λίγο, κάποτε να βασιλεύεις ως γνήσιος ηγεμόνας και μετά απλώς να βασιλεύεις σαν τον καλοκαιρινό ήλιο μετά τις 20.00...


Τήλος,  10 Αυγούστου 2013

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Τα πρόσημα... το -


Καταρχήν είναι λίγο διαστροφικό εξ ορισμού. Μία αρνητικότητα την κουβαλάει από γεννησιμιού του! Δηλώνει απουσία.... Σε κάνει να νιώθεις μειονεκτικά, λίγος. Πρέπει πάντα κάτι να αφαιρείς. Να μένεις πίσω. Να είσαι σπαρτιάτικος. Δωρικός. Λιτός. (Ή λειψός?). Χωρίς πολλά πολλά. Ενίοτε λόγω ανάγκης, άλλοτε πάλι εκ πεποιθήσεως. Το να είσαι αφαιρετικός είναι άποψη. Το μπαρόκ είναι μπανάλ. Το μινιμαλιστικό είναι in. Λιτότητα σου υπαγορεύει αυτό το - και αποβολή του περιττού.
Από την άλλη πάλι, αυτή η διαστροφική του ταυτότητα, να θέλει να ενώσει, να ζευγαρώσει, να συζεύξει, πώς σου φαίνεται? Δεν είναι περίεργο να βάζεις δίπλα στο όνομά σου ένα άλλο όνομα μετά από ένα - και εκείνο... ή να μοιάζει με το ταίρι σου ή να μοιάζει με αφαιρέτης, ενώ εσύ φαντάζεις ο μειωτέος?! Που μετά την αφαίρεση θα νιώθεις σίγουρα μισός! Το κακό είναι ότι, και σαν ενωτικό να το δεις, πάλι μισός είσαι, αφού θαρρείς πως ο διπλανός σου είναι το έτερον ήμισυ.
Το - πάντως είναι σπαθάτο! Μια ευθεία! Ό,τι είναι να πει, θα σ’ το πει, ακόμη κι αν χρειαστεί να σε πληγώσει. Ωστόσο, δίνει περιθώρια και για αντίλογο. Ναι βέβαια! Δημοκρατικό πολύ! Διαλέγεται. Αλλάζει πρόσωπα...μιλάει μια ο ένας, μια ο άλλος, ακόμη κι αν ο ένας μιλάει πάνω στη φωνή του άλλου!
 Και ως ευθεία είναι και ο συντομότερος δρόμος ανάμεσα σε δύο σημεία. Αλλά όμως έχει και μία μονωτική φύση. Εάν τραβήξει γραμμή και οριοθετήσει, αλίμονό σου έτσι και την περάσεις! Θα σου τραβήξει μία μονοκοντυλιά πέρα πέρα και θα σου τα ακυρώσει όλα! Ακυρωτικό δηλαδή το πλην. Αλλά και εξαιρετικό (!!!) καθότι μονίμως συνοδεύει εξαιρέσεις, επιβεβαιώνοντας κανόνες: πλην όμως... και πλην όμως... Και εξαιρετικό, αφού πολλές φορές βολεύει και ανακουφίζει, όταν συνοδεύει ορισμένα αποτελέσματα που θέλουμε να είναι, και είναι αρνητικά! Και εδώ που τα λέμε δεν είναι και τόσο μονόχνωτο! Εάν βρεθεί δίπλα σε άλλο - αντί να προσθέσει την αρνητικότητά του ή να την τετραγωνίσει, τέλος πάντων, κάνουν μεταξύ τους τέτοια παρέα και τέτοιο κέφι που τους βγαίνει σε καλό! Διότι ως γνωστόν, δυο αρνήσεις τι μας κάνουν?
Και εδώ που τα λέμε μπορεί το + να λάμπει δια της απουσίας του και να εννοείται ή να σπεύδει ναρκισσιστικά να δηλώνει την παρουσία και τη φύση του, αλλά και το - ποτέ δε πρόσβαλε καμία επιστήμη! Ακούμε μονίμως για θετικές επιστήμες! Έχετε ακούσει ποτέ για αρνητικές?