Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τηλεόραση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τηλεόραση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Μάρκα μ’ έκαψες...


Ερώτηση πρώτη με την έναρξη της σχολικής χρονιάς:
«Παιδιά, έχετε τηλεόραση στο σπίτι σας?»
 Απάντηση: «Φυσικά κυρία!»
 Ερώτηση δεύτερη: «Πόσες?»
 (Οι απαντήσεις ποικίλουν):  
«Τρείς» ο ένας, «Τέσσερις!» όλο ενθουσιασμό και πονηρό μειδίαμα ο άλλος, «Πέντε» ένας άλλος ευτυχισμένος, ανήκων σε τετραμελή οικογένεια, ώσπου να ακούσω εκείνο το καταιγιστικό «Επτά»........!!!!!!!
 «Τι είναι το Επτά?» Προς στιγμή νόμιζα πως δεν κατάλαβε ο μαθητής την ερώτηση. Μετά έκανα διευκρινίσεις του τύπου «Δε ρώτησα πόσες είναι οι μέρες της εβδομάδας, ούτε τα θαύματα του κόσμου, ούτε οι Σοφοί του κόσμου, ούτε οι Νάνοι γύρω απ’ τη Χιονάτη, ούτε πόσοι επιτέθηκαν «...επί Θήβας»!
 Ναι! Καλά άκουσα! Επτά!
Επόμενη ερώτηση: «Τι μάρκα?»
Οι απαντήσεις επίσης ποικίλουν: «Samsung LED 50’», «SMART PHILIPS 42’», «LG 3D 50’» κλπ κλπ...Αν δε, ζητήσω περαιτέρω στοιχεία, θα αρχίσουν λεπτομέρειες τρελές....
..................................................................................................................................
Επόμενος κύκλος ερωτήσεων: «Παιδιά, λεξικό έχετε?». Τότε τα παιδιά αρχίζουν και ξύνονται, συνοφρυώνονται, σκέφτονται και σπάνε το κεφάλι τους, εάν έχουνε ή δεν έχουνε.
Οι απαντήσεις είναι του τύπου: «Είχα ένα» ή «Έχω, αλλά δεν ξέρω πού βρίσκεται», «Σαν να κάτι μου θυμίζει»...
 Στην επόμενη ερώτηση: «Τι “μάρκας” είναι?» ποτέ δεν παίρνω απάντηση αντίστοιχη με εκείνη για την/τις τηλεόραση/τηλεοράσεις.
 Κυμαίνονται ανάμεσα σε απαντήσεις του τύπου: «Έχω ένα κίτρινο», «Ένα κόκκινο με μπλε γραμμές», «Ένα κανελί με βούλες» και γενικώς οι απαντήσεις είναι «άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε, καραβάκια στο Αιγαίο δε με βλέπετε καλέ!!!».
Αναρωτιέμαι, λοιπόν, εάν τα brand name παίζουν ρόλο μόνο σε επίπεδο προϊόντων. Κι αν ναι, σε τι είδους προϊόντα? Κατανάλωσης? Και τι είδους κατανάλωση? Αγαθών? Και τι είδους αγαθά? Υλικά? Πνευματικά? Γιατί η τηλεόραση δεν ξέρω πού κατατάσσεται, αφού το περιτύλιγμα πάει πακέτο με το περιεχόμενο. Ο άνθρωπος δείχνει να επενδύει πολύ στο φαίνεσθαι! Τι μάρκα αυτοκινήτου θα κυκλοφορεί, τι πουκάμισο θα φοράει, εάν η τσάντα που κρατάει θα χτυπάει στο μάτι ότι είναι ακριβή. Καμιά φορά θαρρείς με την ακρίβεια πως εξαγοράζεις και την ποιότητα. Που αυτό μπορεί να ισχύει, αλλά πλέον ανήκει στους κανόνες με τις πολλές εξαιρέσεις.
Στο πνεύμα όμως, πού είναι τα brand name? Γιατί εμπιστευόμαστε για δήθεν γνώσεις τον κάθε άσχετο που άκουσε, νομίζει και μεταφέρει μέσα από σπασμένο τηλέφωνο μία πληροφορία ως γνώση? Η οποία μπορεί να είναι παρα-πληροφορία. Η οποία μπορεί να είναι αποκύημα μιας οργιάζουσας φαντασίας. Ή απλώς μιας επιθυμίας. Και η οποία μπορεί να αποτελεί γνώμη και όχι γνώση. Να είναι οίηση και απλά να αναπαράχθηκε από ημιμαθείς. Η οποία απλά κυκλοφόρησε για λόγους marketing όχι απαραίτητα ώστε να πουλήσει προϊόντα ενός ραφιού, αλλά για να φουντώσει δήθεν εθνικά φρονήματα, για να εξάψει πνεύματα, για να ικανοποιήσει αφτιά που θέλουν χάδια ή για να βυθίσει πιο κάτω, πιο προς τον πάτο, πνεύματα...
Παλιά ακούγαμε γιαγιάδες να λένε «Αλήθεια είναι! Το είπανε στην τηλεόραση!» Σήμερα, το λυπηρό είναι ότι ακούς από ανθρώπους που πήγανε σχολείο πέρα από τη Δευτέρα Δημοτικού (που έφτασε η γιαγιά) και που έφτασαν και στο πανεπιστήμιο και θεωρούνται πιο σύγχρονοι από τη γιαγιά, επειδή χειρίζονται άλλα μέσα (ή κακομεταχειρίζονται ή τους κακομεταχειρίζονται) να λένε το απιστεύτου: «Αλήθεια είναι! Το διάβασα στο ΙΝΤΕΡΝΕΤ!!»...κι αναρωτιέσαι, εάν πέρασε το σχολείο και ακούμπησε, εάν πέρασε και φύσηξε μακριά, εάν πέρασε, ξαναπέρασε και ξεμάκρυνε χωρίς να αγγίξει καν!
Γιατί, εάν θες να εμπιστεύεσαι τη Sumsung, την mac, την Prada, την Mercedes, την whirlpool, την adidas, την nike, την babolat, την head, την Toyota, την...την ...την... καλά κάνεις, αλλά έχε και έναν Τριανταφυλλίδη ρε φίλε στην βιβλιοθήκη σου για λεξικό, διάβασε έναν Μάνεση ή έναν Μανωλεδάκη για τα νομικά (και όχι μόνο), έναν Κολιόπουλο στην ιστορία, έναν Ζερεφό, έναν Γραμματικάκη, έναν Γιανναρά, έναν Α.-Φ.Χριστίδη, στον τομέα τους. 
 Δε λέω ότι αυτοί δεν επιδέχονται αμφισβητίες και αμφισβητήσεις. Λέω απλά ότι οφείλεις να τους ακούσεις πριν τους πατάξεις!

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Παρα-τράγουδα!

Σε ένα παραδοσιακό γλέντι σίγουρα δε θα ήμουνα αυτή που θα με παρακαλούσανε να σηκωθώ για να σύρω το χορό! Δεν θα υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να με τραβάνε και να με σβαρνίζουνε, αφού σίγουρα τα πόδια μου θα είχανε ακολουθήσει ήδη την ψυχή μου που με κάποιον τρόπο θα είχε ανέβει ήδη στην πίστα και θα έδινε ρεσιτάλ. Ευτυχώς από παιδί τέτοια κολλήματα ή κωλύματα δεν είχα. Φρόντισαν μάλιστα κάποιοι εκουσίως ή άθελά τους ώστε ο ήχος του κλαρίνου, της τρομπέτας ή του σαντουριού να αποτελεί για μένα μια γλώσσα ερεθιστική που να μου δίνει πάντοτε διαζύγιο από την αναπαυτική μου καρέκλα και να με γνωστοποιεί στους θεατές που κάθονται ολόγυρα της σκηνής. Και η παράσταση αρχίζει...
Με μια διάθεση να ανεβαίνει σαν το καλοκαιρινό θερμόμετρο και μια κούραση να με τραβάει απ’ το μανίκι, αλλά εγώ να της λέω επιδεικτικά «Άσε με!», μπορώ επί ώρες και μισοεξαντλημένη να χορεύω επάνω στα δωδεκάποντά μου σε μια πίστα από φώσφορο ή μέσα στα ζεστά μου μποτάκια σε κάποια πλατεία ενός χωριού ή ξυπόλυτη εκεί που σκάει το κύμα σε ένα νησί. Και καθόλου δε μ’ ενδιαφέρει αν ο κόσμος απλώς με κοιτάει με το απλανές βλέμμα του ροφού και αδιάφορα, και καθόλου δε με νοιάζει αν με γδύνουν κάποια μάτια με ύφος μπλαζέ και υποτιμητικό και καρφάκι δε μου καίγεται αν μερικοί δεν καταλαβαίνουν τον παθιασμένο μου έρωτα εκείνη τη στιγμή με το χορό, ίσως γιατί δεν τον γνώρισαν, δεν τους τον μάθανε, δεν τους τον καλλιεργήσανε, δεν τους τον μεταδώσανε.
Αντίθετα και αντίστοιχα, εμένα πολύ μου αρέσει να βλέπω ανθρώπους που θέλουν να χορέψουν, αλλά δεν μπορούνε γιατί δεν τους βαστάν τα πόδια τους, λόγω ηλικίας ή ολικής ή μερικής ανικανότητας. Κουνιούνται μόνο ρυθμικά επάνω-κάτω στην καρέκλα. Άλλοι πάλι τολμούνε να σηκωθούνε στην πίστα χωρίς να ξέρουν τα βήματα. Ωστόσο χορεύει η καρδιά τους. Και ακόμη περισσότερο ενθουσιάζομαι όταν ενσαρκώνεται ο ορισμός του τσάμικου που θέλει τον πρώτο να χορεύει αγρίως και τους υπόλοιπους να κοιτάζουν ηλιθίως! Ο κύκλος δεν προχωράει, αλλά σταματάει και περιμένει τον πρώτο ο οποίος είτε δίνει παράσταση δεινού χορευτή είτε κλέβει την παράσταση λεβέντη είτε απλά χορεύει η καρδιά του ενώ τα βήματα θυμίζουν εργάτη σε παλιό πατητήρι. Δεν με νοιάζει, τον αγαπώ!....
Μα σαν θυμάμαι εκείνην την κρατική, την κατ’ ευφημισμόν τηλεόραση, εκείνη που ορά από μακριά και καμιά φορά αφ’ υψηλού -παρόλο που βάσει του χάρτη είμαστε ψηλότερα, ενώ εκείνη και το επιτελείο της κεντρικοχαμηλότερα- αδυνατώ να φέρω κατά νου μία φορά μια προβολή «Εθίμων και Παράδοσης, τραγουδιών και χορών» από άλλους πλην βρακοφόρων και φουστανελοφόρων… και πληγώνομαι.
Εξ ου και ο επαγγελματίας dj -όπως λέγεται νεοελληνιστί (!)- σε γλέντι της Πρωτεύουσας που του ζητάς να παίξει κάτι μακεδονικό για να το χορέψεις, πέρα από τα νησιώτικα, τα κρητικά ή τα τσάμικα και τους συρτούς Πελοποννήσου, και σου βάζει ένα θρακιώτικο ζωναράδικο, επιμένοντας πως είναι μακεδονικό, γιατί ο «καημένος» μαζί με πολλούς άλλους δεν έμαθε να ξεχωρίζει ότι και από τα Τέμπη και πάνω Ελλάδα είναι και πως άλλο γεωγραφικό διαμέρισμα είναι η Θράκη και άλλο η Μακεδονία...γαμώτο! (ποσω δε μάλλον τα τραγούδια τους)

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Μ.Μ.Ε. = Μη Μιλάς Ελευθέρα




Αν με στεναχωρεί κάτι σε αυτή τη χώρα είναι που δεν έμαθε ποτέ να ξεχωρίζει ποιος θέλει το κακό της και ποιος είναι προδότης της. Κι αν με εξοργίζει κάτι ακόμη περισσότερο είναι που οι πολίτες της ως αμαθείς ξεκινούν την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων τους, ως ημιμαθείς συνεχίζουν να «πολιτεύονται» και ως αδιάφοροι εξακολουθούν να ψηφίζουνε. Καμία επαφή με όσα γίνονται. Καμία ευθύνη για όσα βιώνουνε. Κι αν η άσκηση του πολιτικού δικαιώματος ως ψηφοφόρου είναι ένα κεκτημένο για το οποίο χύθηκε πολύ αίμα, αλλά και κατακτήθηκε με αγώνες στους οποίους χύθηκε επίσης πολύς ιδρώτας, η στάση πολλών, η απόφαση περισσότερων, αλλά και το εκλογικό αποτέλεσμα της πλειοψηφίας αποδεικνύει περίτρανα πως η Ελλάδα κατάγεται σίγουρα από τον θεό-πατέρα Κρόνο ο οποίος έτρωγε τα παιδιά του.
Και μου είναι αδιανόητο έως ανόητο να χωνέψω πως σε μία χώρα που μέρα με τη μέρα βουλιάζει και «υποτίθεται» πως θέλει να σηκώσει κεφάλι, κρύβονται οι περισσότεροι πίσω από το δάχτυλό τους ή αν δεν κρύβονται οι ίδιοι βάζουν το δάχτυλό τους για να κρύψουν τους άλλους ή για να τους δείξουν, αλλά και να τους υποδείξουν. Να τους υποδείξουν πώς πρέπει να σκέφτονται, πώς πρέπει να μιλάνε ή πως πρέπει να μην μιλάνε, γιατί η ελευθεροστομία είναι αδίκημα, η απαγόρευση είναι νόμος και η υπαγόρευση νοημάτων σε αυτήν τη «δημοκρατική» χώρα κανόνας.
  Μα πιο πολύ με εξοργίζει η χαμηλή νοημοσύνη που μου επιβάλλουν να έχω, που κι αν εγώ δεν την θέλω, κάποιοι άλλοι με αναγκάζουν να αυθυποβάλλομαι πως την έχω, γιατί μου πλένουν τον εγκέφαλο και μετά μου τον ξεπλένουν με το νερό της λήθης για να καταλήξω ηλίθιος. Ειδήσεις-σβούρες, νέα-στρόβιλοι και γεγονότα-σίφουνες παρασύρουν κριτικές, ισοπεδώνουν απόψεις, εγκλωβίζουν σκέψεις και κατασκευάζουν ποδοσφαιρόμυαλες μάζες, όπως λέει και ένας σπουδαίος άνθρωπος αυτού του τόπου-από τους λίγους εναπομείναντες. Γιατί οι σπουδαίοι χάνονται κατά μία διαβολική σύμπτωση ο ένας πίσω από τον άλλον. Οι δήθεν σπουδαίοι «φαίνονται» και οι κενοί περιεχομένου κυβερνούν. Και το σπουδαιότερο, επιζούν. Επιζούν και διαιωνίζονται και καλλιεργούν κλώνους, παράγουν φερέφωνα που τα βαφτίζουν δημοσιογράφους, προωθούν το λαϊκισμό  που τον ονομάζουν «ενημέρωση» και κατασκευάζουν μάζες που τις αποκαλούν κατ’ ευφημισμό και κατά περίπτωση άλλοτε αναγνώστες, άλλοτε ακροατές και άλλοτε τηλεθεατές. Κι όλοι αυτοί, μαζικώς ή ορθότερα βοσκηματωδώς, καταπίνουν την πληροφορία αμάσητη ή μηρυκάζουν την εδώ και χρόνια επαναλαμβανόμενη είδηση σαν γευσιγνώστες δήθεν έμπειροι. Ωστόσο δεν είναι τίποτε παραπάνω από ανθρώπους που τρώνε φαγητό ξαναζεσταμένο ή απλώς κατεψυγμένο σαν τα κρέατα του στρατού με τη σφραγίδα που ‘χουν πάνω τους από το 1977.
Όχι! Δεν συντάσσομαι με αυτούς που με θέλουν πρόβατο! Όχι! Δε θέλω να ανήκω σε μάζα, αλλά σε ομάδα. Αποτάσσομαι το σύστημα μιας σκηνοθετημένης τηλεόρασης, αποτάσσομαι το δημοσίευμα μιας καλά στημένης εφημερίδας, αποτάσσομαι την ακρόαση ενός κατασκευασμένου ραδιοφωνικού σταθμού. Με εκνευρίζει η ανακατασκευή, με αποθαρρύνει το clopy paste, με απογοητεύει το αναμάσημα, μου είναι αδιάφορο το αντίγραφο, δεν με συγκινεί η εν λόγω ανακύκλωση και εν τέλει με θυμώνει το κακέκτυπο της είδησης: κατασκευές, κατασκευές, κατασκευές! Όχι ευχαριστώ!
Η δημοσιογραφία δεν ξέρω αν αποτελεί επιστήμη. Ξέρω όμως ότι θεωρείται γέφυρα ανάμεσα στα «όσα έχουν γίνει» και στον πολίτη! Δυστυχώς τα πράγματα άρχισαν να συγχέονται όταν οι δημοσιογράφοι δεν αρκούνταν πλέον στα «όσα είχαν γίνει», αλλά θέλησαν να δημοσιοποιούν τα «όσα γίνονται» και ακόμη χειρότερα τα «όσα θα γίνουν»! Παραβγαίνει η ταχύτητα της δημοσιότητας το ίδιο της το αντικείμενό! Αυτό δε μ’ ενοχλεί, γιατί πια το συνήθισα! Αυτό που με πειράζει είναι που δεν δείχνει πια τα «όσα έγιναν», αλλά επιλέγει με ελιτίστικη διάθεση για ποιο γεγονός θα ενημερωθώ και πώς! Ε λοιπόν ναι, ξανά αποτάσσομαι!
Συντάσσομαι όμως ανθρώπους Ελεύθερους με πείσμα και πυγμή που επιμένουνε σ’ αυτόν τον οχετό των συναδέλφων τους να σηκώσουνε κεφάλι χωρίς φόβο, αλλά με περισσό πάθος για να υπερασπίζουν και με το τίμημα της ζωής τους ακόμη ελεύθερα να αποκαλύπτουν τα όσα ανακαλύπτουν....
Ωστόσο το χαζοκούτι μου δε θέλει να με στηρίξει, γιατί οι δημοσιογράφοι που κατοικούν εκεί μέσα μου κλείνουν το μάτι στις ειδήσεις των οκτώ φωνασκώντας ότι
 Μ.Μ.Ε. σημαίνει Μη Μιλάς Ελεύθερα,
 αλλά εγώ το διάβασα αλλιώς και σου προτείνω:
Μη Μένεις Έτσι... φτύσ’ τους!

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Δια(σ)τροφικές συνήθειες...

Χαρά στο κουράγιο της! Γιαγιά με 5 εγγόνια! Συνεπής όμως ε? Κάθε μέρα, στημένη στις 10.00 έξω από το γυμναστήριο να περιμένει να ανοίξει. Μετρίου αναστήματος, με μία περιφέρεια η οποία  μαρτυρά την καταγωγή της και για την οποία μαρτυρεί η μέση της να την κουβαλάει... Με μαλλί περμανάντ, ετεροχρονισμένα μοντέρνο, μιας άλλης, παρωχημένης μοδός ντύσιμο, αδιάφορα ωστόσο σχολιάσιμο, η κυρα-Αφρούλα βρέχει την κόμη κάθε πρωί, στοιβάζει στην πλαστική σακούλα του σούπερ μάρκετ την υποτυπώδη της αθλητική περιβολή και εμφανίζεται φρεσκαδούρα και με πλήρη όρεξη πουρνό-πουρνό να γυμνάσει το υπέρβαρό της σώμα.  
Έχει μάθει να κινείται στο χώρο, όπως ακριβώς –φαντάζομαι- μέσα στην κουζίνα της. Γυμνάζει τετρακέφαλο, απαγωγούς, προσαγωγούς, στήθος, κυλιέται με άνεση στο πάτωμα για να κάνει κοιλιακούς και τρελαίνεται για τις ασκήσεις με το λάστιχο. Το αποκορύφωμα όμως είναι ο διάδρομος. Βαδίζει τουλάχιστον ένα μισάωρο ημερησίως! Και διαλέγει πάντοτε εκείνον το διάδρομο που βρίσκεται απέναντι από την tv! (Ξέρετε, από αυτές τις tv  που γίνανε μόδα τα τελευταία χρόνια και παίζουν παντού, σε οποιοδήποτε χώρο. Που αντικατέστησαν τους πίνακες ζωγραφικής σε πολλές περιπτώσεις, γιατί η τέχνη του Rembrandt ή του Λύτρα είναι στατική, ενώ της Fashion tv κινούμενη! Έχει κι εκείνα τα κορίτσια-πρότυπα μιας anorexia nervosa που μας υπενθυμίζουν ότι δεν  πρέπει να τρώμε ποτέ και που μετά από κάποια ώρα μας κάνουν και μαθήματα υποκριτικής σε ταινία πορνό!)  
Η κυρα-Αφρούλα όμως, πήρε νωρίς χαμπάρι την κοροϊδία της tv και γι’ αυτό πλέον παραγγέλνει από το γυμναστή ένα πρωινάδικο! «Βάλε Ant-1, βάλε Star, Mega» τον καθοδηγεί, πριν αλλάξουνε ρόλους και αρχίσει εκείνος να της λέει τι πρέπει να κάνει. Κι ο γυμναστής υπακούει, να ικανοποιήσει τα «θέλω» της κυρα-Αφρούλας, ασχέτως αν εσύ έχεις πάει στο γυμναστήριο για να κάνεις κάτι διαφορετικό από όσα κάνεις στο σπίτι σου. Κι αν είσαι από εκείνους που έχεις ρίξει επάνω στη δική σου tv ένα σεμεδάκι-δηλωτικό της αποστροφής σου στο απαράμιλλο αυτό είδος διασκέδασης, γιατί απλά δεν έχεις ακόμη το θάρρος να ρίξεις την ίδια την tv από το παράθυρο, θα καθίσεις τώρα με περισσό ενδιαφέρον να μάθεις πώς φτιάχνουν λαγό στιφάδο με σάλτσα ή αφράτο γιαουρτοκέικ με πορτοκαλόπιτα και κρούστα ζελέ από καραμελωμένα δαμάσκηνα. Έτσι! Επειδή η κυρα-Αφρούλα το θέλει και το περιβάλλον σού το επιβάλλει!
Εσύ στο μεταξύ προσπαθείς να συνεχίσεις το έργο σου -με την κυρα-Αφρούλα πάντα στο πλάι σου- να ιδρώνει η καημένη στο διάδρομο, αλλά με τα δυο της μάτια γουρλωμένα και κυριολεκτικά πάνω στην οθόνη, να της τρέχουν τα σάλια και να φωνάζει, την ώρα που η μαγείρισσα περιχύνει με σοκολάτα το κέικ: «Αααχ να είχαμε ένα κομμάτι!!! Αααχ! Μόλις θα πάω σπίτι να δεις τι θα φτιάξω!» (μας απειλεί!) «Χθες έφτιαξα ένα κιουνεφέ κανταΐφ κι ένα σάμαλι με σεκέρ παρέ. Τα ‘βαλα κάτω με τον άντρα μου, ήρθαν κι ο Γιωργάκης με τη Βασιλικούλα του γιου μου, παν τα γλυκά, Νίτσα μου! (η κυρα-Νίτσα εν τω μεταξύ στο διπλανό διάδρομο, συμΠΑΣΧΕΙ). Τελειώσανε στο άψε-σβήσε! Σήμερα λέω να κάνω βεζύρ παρμάκ και κανά ραβανί που τ’ αρέσει η κόρη μου...» βροντοφωνάζει με καμάρι και έχει γεμίσει νοερά το διάδρομο με σορόπια και κυριολεκτικά τα στόματα των αθλουμένων με σάλια!
Ωστόσο η πολίτικη καταγωγή της μετενσάρκωσης της Λωξάνδρας προσκόπτει ενίοτε στις συμβουλές του θεράποντα ιατρού για τη μέση της, που της συνέστησε, εάν θέλει να γίνει καλά, να γυμνάζεται και να χάσει –τι άλλο?- κιλά! Τον θυμάται πάντως πού και πού το γιατρό!: «Αλλά πρέπει να κάνω δίαιτα! Ο γιατρός μου είπε ότι άλλη λύση δεν υπάρχει!» μνημονεύει τα λόγια του, καθώς βογκάει πάνω στο διάδρομο που αδυνατεί να την ανέχεται κι εκείνος!
Πάλι καλά κυρα-Αφρούλα που το καταλαβαίνεις! Το να αναγνωρίσεις ότι υπάρχει το πρόβλημα είναι το νούμερο ένα για να το λύσεις! Έπεται η εφαρμογή των οδηγιών. Σάματις είσαι η πρώτη ή η τελευταία σε τούτον εδώ τον τόπο που χαρακτηρίζεται από διαστροφή στις συνήθειες? Που αγκομαχάει στο διάδρομο αλλά  ονειρεύεται ραβανί, που τρώει λιπαρά αλλά κάνει λιποαναρρόφηση, που πίνει Coca-Cola αλλά τη διαλέγει light, που σαβουρδιάζει στις ταβέρνες μετά τις 23.00 αλλά φοράει κορσέδες και κρέμες αδυνατίσματος όλη μέρα, που ξελιγώνεται στη δίαιτα αλλά ονειρεύεται και τρώει μετά βουλιμίας γλυκά με την πρώτη ευκαιρία, που δουλεύει ακατάπαυστα εξουθενώνοντας το κορμί του και εξαντλώντας τα αποθέματα δύναμής του αλλά δίνει στα γεράματα τα κομποδέματά του  στους γιατρούς, καιαιαιαι..........
που γλεντάει με τους «φίλους» του αλλά πίσω από την πλάτη τους τους θάβει,
που πηγαίνει στην εκκλησία, νηστεύει, κάνει ένα σταυρό από την Ανατολή ως τη Δύση αλλά κακολογεί και καταριέται,
που δουλεύει εκτός σπιτιού αλλά  πληρώνει άλλους να του κάνουν τις δουλειές του σπιτιού γιατί δεν προλαβαίνει,
που αγαπάει τον σύζυγο αλλά τον κερατώνει,
που βρίζει τους πολιτικούς αυτού του τόπου αλλά ψηφίζει μονίμως  τους ίδιους,
που συλλέγει πτυχία αλλά του λείπει η σοφία,
που μιλάει για γνώση αλλά μαζεύει στον εγκέφαλο μονίμως άχρηστη πληροφορία,
που παραδέχεται ότι η τηλεόραση «δεν έχει τίποτε» αλλά την παρακολουθεί αδιαλείπτως,
που γνωρίζει τους εγκληματίες της χώρας του αλλά διασκεδάζει και χασκογελάει μαζί τους,
που γνωρίζει και αναγνωρίζει τους απατεώνες αλλά ΞΕΧΝΑΕΙ, όχι γιατί συγχωρεί αλλά γιατί αδιαφορεί,
που μαστίζεται από ανεργία αλλά σκυλοβαριέται όταν του δοθεί μια θέση εργασίας και κοιτάει πως θα τη σκαπουλάρει κοροϊδεύοντας παράλληλα αυτούς που δουλεύουν,
που υπερηφανεύεται για την καταγωγή του αλλά προσβάλει με τα έργα του τους προγόνους του, 
που κυνηγάει μόνο την καριέρα στην πιο «παραγωγική» του ηλικία και αναρωτιέται γιατί στα 45 δεν μπορεί να βρει σύντροφο και να κάνει οικογένεια,
που καταστρέφει το περιβάλλον με την αδιαφορία του αλλά συμμετέχει σε οργανώσεις οικολογικές και κάνει ανακύκλωση για να το σώσει (να σε κάψω Γιάννη να σ’ αλείψω λάδι!),
που κοροϊδεύει τον τουρίστα με την άσπρη κάλτσα και το δερμάτινο πέδιλο αλλά στο παραδοσιακό ταβερνάκι απέναντι από τον αρχαιολογικό χώρο τα «τραπεζάκια έξω» έχουν καρέκλα σε μωβ  πεθαμενατζίδικο (!!!) και άσπρο από το γύφτο,
που δουλεύει υπερωρίες για να μη λείψει τίποτε από τα παιδιά του αλλά τα λείπει η παρουσία του και τα λυπεί η απουσία του,
που μερικοί νομίζουν ότι είναι deep αλλά τελικά «δεν έχουν ντιπ» ή «είναι ντιπ για ντιπ»... που... που... που...
Συνεχίστε....

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010

Τι προτιμάς? Το Παραδοσιακός ή το Παραδομένος ?

Ήταν κάποτε ένα κοριτσάκι 17 χρονών, που προβληματιζόταν πάνω στο θέμα της «παράδοσης και της ιστορίας και πώς αυτά διαφυλάσσονται ΚΑΙ μέσα από την τηλεόραση». Ήθελε να γράψει έκθεση, λέει, στο σχολείο και –κλασικά- δεν ήξερε τι. Έψαχνε ολημερίς πληροφορίες στο internet και παρακολουθούσε τηλεόραση για να βρει στοιχεία, να πάρει ιδέες, να αποσπάσει γνώσεις. Αλλά εις μάτην. Ο προβληματισμός έδωσε τη θέση του στην απόγνωση και αυτός ο καθημερινός πιστός σαν τον σκύλο φίλος, η tv, ένιωσε πως την πρόδωσε. Κατάλαβε πως δεν είχε ΤΙΠΟΤΑ να της δώσει παρά ψήγματα…
Και μια φωνή, συνείδηση τη λέγαν, είπε:
«Κι αναρωτιέσαι τι είναι η παράδοση και ποια η ιστορία σου? Αν είναι ο Παρθενώνας και ο Περικλής, ο Ιουστινιανός και η Θεοδώρα, ο Διγενής Ακρίτας, ο Ερωτόκριτος,  ο Κολοκοτρώνης και η Μαντώ Μαυρογένους, ο Σεφέρης, ο Παπαδιαμάντης, ο Ελύτης και η Δημουλά? Οι χοροί σου, το λεβέντικο Τσάμικο και ο πολεμικός  Πυρρίχιος? Τα πανηγύρια σου? Το ιδίωμα που μιλούν στο χωριό σου? Τα πετσετάκια που σου ‘πλεξε η γιαγιά σου βγάζοντας τα μάτια της και τα έθαψε σε ένα σεντούκι για την προίκα σου? Η φασολάδα της μαμάς? Τα πασχαλινά τσουρέκια που ζύμωσε όλη η γειτονιά και σου ‘σπασαν τη μύτη, πειρασμός στη νηστεία σου? Τα μπουζούκια και τα ξενύχτια μέχρι πρωίας και η μεταμεσονύχτια μπουγάτσα ή ο πατσάς που στρώνει το στομάχι από τα ξίδια, η βοκαμβίλια με τα ασβεστωμένα σπιτάκια σε φόντο γαλάζιο, το χειροκρότημα στην παράσταση  «Αντιγόνη» στην Επίδαυρο, οι εκκλησιές του Αϊ-Λια στις κορφές των βουνών και τα κρεμαστά στα βράχια μοναστήρια? Αυτά είναι ναι, αλλά και…
Ο συνοφρυωμένος φιλόλογος Παπαγιαννόπουλος  που απαγγέλλει το «Ναυσικα, τ ν σ δε μεθμονα γενατο μτηρ;/εματα μν τοι κεται κηδα σιγαλεντα,/σο δ γμος σχεδν στιν…» στην ξενυχτισμένη Πετροβασίλη που «είχε τριάντα καλεσμένους και της μαθαίνανε κουν-καν», ο καρπαζοεισπράκτορας Τζανετάκος που επιμένει να μας πληροφορεί για το γάμο του αφεντικού του «αλλά δε μας το λέει», ο βλακέντιος Γκιωνάκης που ρωτάει αν «Θέτε Μπορντογκαλλάδα αμπό μπορντογκάλια», ο θρασύτατος υπάλληλος Ζήκος που στέλνει στο «Διάααλο» το κεφάλαιο πληροφορώντας το ότι «πάει στο γιατρό, γιατί έχει γίνει σα σουβλί και μπορεί και ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες» χωρίς να φοβάται την απόλυση και κοροϊδεύει τον «Βατραχονύσσ’» γιατί «κάτι τέτοιους στου χουριό τ’ τς πνίγουνι στου νιρουχύτ’ για να μη χαλάσ’ η ράτσα», η αφράτη Σαμιωτάκη που «τρώει πολύ για να ‘ναι αεράτη», το μαγαζί του Αθηνόδωρου Προύσαλη που έγινε «σαν δρόμος που του περνάνε καλώδια από τον ψηλό, όμορφο, βουτυράτο με την αψηλή τσιριμπίμ τσιριμπόμ», ο κατά φαντασίαν εφευρέτης Ξαρχάκος του οποίου η αυτόματη πόρτα δε βασίζεται στη λογική του φωτοκύτταρου αλλά στο άκουσμα του «Βαγγέλη» και η ανύψωση του αεροπλάνου στο «τράβα μαλλί-άσε μαλλί», τα αξέχαστα χαστούκια του νεοπροσληφθέντα καθηγητή της κλασικής φιλολογίας, Δημήτρη Παπαμηχαήλ,  που δεν ιδρώνει το αφτί του από τις «επιταγές» του «Θεμιστοκλέους Βεβαίως-Βεβαίως», ο διαχρονικός στην Ελλάδα υποψήφιος «Γκόοορτζος, Γκόοορτζος», η «κηδεμονευομένη μαθητρία της ογδόης, Λίζα Πετροβασίλη»-Βουγιουκλάκη που «δεν της κάνει πια η ποδιά», η σοφερίνα που παρακαλάει το Νίκο της «να φύγουνε, να φύγουνε» από το δικαστήριο, ο ψευτοαριστοκράτης Βουτσάς που «έχει κι ένα κότερο» και μας προσκαλεί «να πάμε μια βόλτα», οι στάμνες της θείας από το Σικάγο, ο Κωνσταντάρας που δεν εφαρμόζει το «Χούφτωσ’ την, χούφτωσ’την», ο Κωνσταντίνου που «δε θέλει να το πει το Πρόοφιτερολ αλλά να το φάει», η Σαπφώ Νοταρά που βλέπει ότι εκεί «μέσα γίνονται Σόδομα και Γόμορρα» … Αλλά και η «Στέλλα που πρέπει να φύγει» γιατί ο Φούντας «κρατάει μαχαίρι», κι ο Κούρκουλος που «δε θέλει άλλο κάρβουνο»
Είναι το Σάββατο το βράδυ που είχε νερό βραστό με την καραβάνα στο πετρογκάζ ή στη σόμπα για να κάνεις μπάνιο στη σκάφη πριν ξεκινήσει η ελληνική ταινία στη ΕΡΤ-1 και την χάσεις. Και την είχες δει πολλές φορές, την ίδια ταινία αλλά δε σε πείραζε. Δεν είχες καλωδιακή τηλεόραση, ψηφιακά κανάλια και πιάτα δορυφορικά, ούτε youtube… Είχες ένα κανάλι, σε ασπρόμαυρη τηλεόραση αναλογική, που έπαιζε μία ταινία την εβδομάδα. Δεν είχες επιλογή? Δεχόσουνα τους όρους που ορίζανε άλλοι στη διασκέδασή σου? Είτε έτσι είτε αλλιώς, οι ταινίες αυτές μπήκαν στην καρδιά σου, μονοπώλησαν τη σαββατιάτικη ζωή σου, έβαλαν το πηγαίο χιούμορ στο μυαλό σου, σου έμαθαν τι θα πει γέλιο, τι είναι ο σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η αποστροφή στο χυδαίο και σου δίδαξαν πώς να επικοινωνείς με την παρέα σου μιλώντας με ατάκες που μόνο ένας Έλληνας μπορεί να κατανοήσει…
Παράδοση είναι… αυτές οι ταινίες γιατί είναι διαχρονικές, αξεπέραστες και επίκαιρες. Παράδοση είναι να γνωρίζεις την υπόθεση, το τέλος της ταινίας αλλά κάθε φορά που την ξαναβλέπεις  είναι σαν να πρόκειται για πρώτη προβολή. Παράδοση είναι να γελάς πριν από την επικείμενη σκηνή που γνωρίζεις το περιεχόμενό της. Παράδοση είναι να γελάς με τις φιγούρες αυτών που ποιούν ήθος χάρη στο πηγαίο ταλέντο τους και όχι χάρη στους κοιλιακούς και τις πλαστικές προσώπου των όλως τυχαίως εξαιρετικών καλλονών. Παράδοση είναι ο Χρόνος! Παρεξηγημένος ο χρόνος! Δε φθείρει μονάχα αλλά εκτιμά και προσδίδει αξία. Σε κάποια πράγματα. Σε αρκετά πράγματα. Διυλίζει τα πράγματα, και ό,τι  αφήνει άθικτο στα βάθη των αιώνων, ό,τι παλιώνει αλλά ανεβάζει την αξία του, το αποκαλεί παράδοση: σαν τις αντίκες στις δημοπρασίες ή το παλιό κρασί.
Παράδοση όμως δεν είναι… όταν το γελοίο γίνεται συνώνυμο του γέλιου, όταν το πρόστυχο παίρνει τη θέση του  αστείου, όταν το συζυγικό κέρατο αποτελεί τον κανόνα και πάει να παραβγεί τον ηθικό αρραβωνιαστικό που φεύγει μετανάστης στη Γερμανία για να μαζέψει λεφτά για την αποκατάσταση της αρραβωνιάρας του, όταν ο χωρισμός και οι μονογονεϊκές οικογένειες είναι ο ορισμός και όχι η εξαίρεση, όταν η νοητική υστέρηση αποτελεί για τους «αρτιμελείς» και «διανοούμενους» αυτής της χώρας λόγο ξεκαρδίσματος μπροστά στην οθόνη, όταν η λογική της κλειδαρότρυπας έχει μονοπωλήσει το ενδιαφέρον σου, όταν προσέχεις το θόρυβο που προκαλούν μόνο οι άδειοι τενεκέδες αυτής της κοινωνίας, όταν η αφρόκρεμα, η ελίτ αυτού του τόπου είναι απλώς φελλοί, εξ ου και επιπλέουν, όταν δέχεσαι, αποδέχεσαι και καταδέχεσαι να συναγελάζεσαι με ανθρώπους μιας μάζας που απλώς μεμψιμοιρεί  στην καθημερινότητα, γιατί η κούραση σε εξαντλεί και δεν έχεις τι άλλο να κάνεις –αλίμονο!!!!- από το να δίνεις απλά το σχήμα του κορμιού σου στον καναπέ του σαλονιού σου με το δάχτυλο στη σκανδάλη-τηλεκοντρόλ σαν ετοιμοπόλεμος στρατιώτης σε αμυντικό ζάπιγκ, όταν δίνεσαι και παραδίνεσαι άνευ όρων σε μία διασκέδαση που αποφάσισαν κάποιοι άλλοι για σένα, χωρίς εσένα, γιατί κατάλαβαν ότι δεν έχεις τη δύναμη να αντισταθείς στο φθηνό χιούμορ, τον κακόγουστο και κιτς τρόπο διασκέδασης, γιατί αντιλήφθηκαν νωρίς πως το μυαλό σου καθοδηγείται και είναι εύκολο να σε αποτρέψουν από την ελεύθερη επιλογή και την πρωτοβουλία, γιατί σε έκαναν πρώτα ανήξερο, μετά ανίδεο και εν τέλει ανήμπορο.
Και ξέχασες τη ζωή, εγκλωβισμένος στις έγχρωμες 3D τηλεοράσεις των πολλών ιντσών. Δε θυμάσαι το πετυχημένο grafity «έγχρωμη tv, ασπρόμαυρη ζωή». Δεν κατάλαβες ότι αυτό το χαζοκούτι δεν παράγει πια αλλά αναπαράγει, δεν εκπέμπει αλλά αναμασά εκπομπές της προηγούμενης ζώνης, δεν πετάει αλλά ανακυκλώνει την είδηση που την πλασάρει αν όχι με το ίδιο αλλά με παρόμοιο περίβλημα λίγες μέρες μετά, και το μόνο που δημιουργεί είναι απλώς κακέκτυπα…
Αλλά γελάς: Επειδή τη βρίσκεις αστεία ή γιατί προσπαθείς απεγνωσμένα να βρεις το χιούμορ σου? Και παρακολουθείς: Επειδή είναι ενδιαφέρουσα ή γιατί προσπαθείς αγχωμένα να είσαι μέσα στα πράγματα? Και τη βρίζεις: Επειδή όντως «δεν έχει τίποτα» ή γιατί σε κάνει να μην αισθάνεσαι αγελαίος? Αλλά είσαι! Ή έγινες? Ή σε κάνανε? Τι σημασία έχει το λογικό Υποκείμενο? Σημασία έχει το παράλογο Κατηγόρημα
Αν δεν ξυπνήσεις από τον τηλεοπτικό λήθαργο, αν δεν καταλάβεις ότι η ζωή σου βρίσκεται έξω από την tv, αν δεν βρεις τη δύναμη να πατήσεις το off, θα παραδοθείς σε ό,τι θέλουν οι άλλοι να ξέρεις.
 Και επειδή δεν είμαστε προγονόπληκτοι, αγιοποιητές του παρελθόντος και πολέμιοι της τεχνοκρατίας αλλά δημοκράτες, τεχνολάτρες και αισιόδοξοι που πιστεύουμε στην ελεύθερη πρωτοβουλία της σκέψης απλά προτείνουμε:
Επίλεξε τι θα δεις, για ποιο λόγο θα το παρακολουθήσεις, πόση ώρα θα αφιερώσεις, ποια χρονική στιγμή θα το κάνεις και φυσικά τον τρόπο που θα το αφομοιώσεις! Φίλτραρέ το! Μη μασάς και καταπίνεις ό,τι σου πλασάρουν! Και προπαντός, φτύσε ό,τι δε σου χρειάζεται, ακόμα κι αν το μάσησες. Ποτέ δεν είναι αργά…
Γιατί διαγράφοντας την πορεία μας, γράφουμε την ιστορία μας. Εμείς και όχι οι άλλοι… Λέμε ναι στην « ελληνική παράδοση» αλλά όχι στην «άνευ όρων παράδοση»
Κοριτσάκι σε βοήθησα ή ου?

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

ευ-family κατάσταση…

Η Θεοδώρα είναι ένα παιδί 5 χρονών και είναι ένα παιδί-θαύμα. Αποτελεί για τους γονείς της αυτό που λέει το όνομά της (Δώρο Θεού) και μεγαλώνει μέσα σε ένα ζεστό οικογενειακό περιβάλλον με άλλες δύο αδερφούλες  μικρότερες από αυτήν, τη Ζωή και τη Φωτεινή. Είναι ένα παιδί όμορφο και αγνό, όπως όλα τα παιδάκια του κόσμου σε αυτήν την ηλικία, τρισχαριτωμένο και πάνω απ’ όλα ΕΞΥΠΝΟ! Σε κάθε της κουβέντα σου κρύβει μία έκπληξη για τις γνώσεις της, σε κάθε της απάντηση μία ξεσυγυρισμένη ατάκα που σε αποστομώνει. Κι αν κάποιος θεωρεί πως όλα τα παιδάκια είναι έξυπνα αυτήν την εποχή λόγω ερεθισμάτων θα του αντιπαρατάξω πως και πολλά χωράφια είναι εύφορα ή δυνάμει εύφορα λόγω γεωργικών μηχανημάτων, λιπασμάτων κ.ο.κ. ωστόσο παραμένουν Α-Καλλιέργητα …
        Η Θεοδώρα δεν είναι ένα παιδάκι σαν τα άλλα. Αν τη ρωτήσεις μπορεί να σου δώσει απαντήσεις για την Οδύσσεια, να σου θυμίσει λεπτομέρειες που δε θυμάσαι ή που δεν έμαθες ποτέ, όπως για παράδειγμα ότι η Αρήτη ήταν η σύζυγος του Αλκίνοου, βασιλιά των Φαιάκων. Θα σου εξηγήσει με δικό της τρόπο πως πλανήτες είναι κάτι μεγάλες μπάλες στον αέρα, πως ένας από αυτούς είναι η γη, ότι εμείς πατάμε πάνω σε αυτήν τη μπάλα και δεν πέφτουμε γιατί εμείς έχουμε βάρος και υπάρχει βαρύτητα!!!!(Τι έγινε? Ποιος ήρθε?) Επίσης γνωρίζει για τις πιο μικρές μπαλίτσες που περιστρέφονται γύρω από τους πλανήτες  και λέγονται «δορυφόροι». Κι αν στο δικό σου το μυαλό ο πρώτος δορυφόρος που έρχεται στο νου σου είναι η σελήνη, στης Θεοδώρας έρχεται η Αμάλθεια που είναι δορυφόρος του Κρόνου και πήρε το όνομά της από μία κατσικούλα μονόκερη, από της οποίας το κέρατο έπινε γάλα ο Δίας….. μπλα μπλα  μπλα !!!!
        Αλλά η Θεοδώρα δεν έχει να σου πει μόνο λεπτομέρειες από όλο το επιστητό που εντυπωσιάζουν ακόμα και τους συγγραφείς της «Παπυρος larousse britannica» (άλλωστε θα μπορούσε να αντιπαρατάξει κανείς το γνωστό «όλα τα παιδιά είναι σφουγγάρια σήμερα και ό,τι τα ποτίσεις θα το ρουφήξουν». Το θέμα είναι όμως , όπως είπαμε, ποιος μπαίνει στη διαδικασία ποτίσματος…) έχει να σου δείξει ακόμα και τρόπους συμπεριφοράς: ξέρει να μοιράζεται τα πράγματα του σπιτιού της  και τις αγκαλιές των γονιών της, να μιλάει και να συμπεριφέρεται ευγενικά παρά την ηλικία της, που για πολλά παιδάκια χρησιμοποιείται η ηλικία ως άλλοθι, και να σου απαντάει με ολοκληρωμένες προτάσεις που έχουν νόημα! Ακόμη και όταν ρωτάει, διαπιστώνεις πως οι ερωτήσεις της έχουνε λογική.
        Επισκέπτομαι τη Θεοδώρα στο σπίτι της πολύ συχνά. Ομολογουμένως είναι ένα παιδί που ζει σε μια ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ευπρεπή. Δεν θα πω τέλεια. Τι είναι άλλωστε το τέλειο σε μία οικογένεια?  Να μην υπάρχουν φωνές ή καβγάδες? να βλέπει το παιδί τη μάνα στο σπίτι ολημερίς? να ζει σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον όπου όλα είναι αγγελικά και ρόδινα και να μην γνωρίζει από στερήσεις και ύπουλα παιχνίδια της ζωής?
        Όχιιιι… Δεν είναι αυτό οικογένεια. Αυτό είναι γυάλα. Δεν είναι αυτό ιδανικό γιατί ως ιδανικό ορίζεται συνήθως το μη εφικτό! Ιδανικό, αν θέλουμε να υπάρχει, πρέπει να θεωρούμε το φυσιολογικό - το φυσικό και το λογικό. Και η λογική λέει πως και καβγάδες υπάρχουν, και φωνές υψώνονται, και η μαμά θα λείψει από το σπίτι και πως η ζωή έχει αναποδιές και κακοκεφιές και ψευτιές…
        Ιδανικό για ένα παιδί είναι το περιβάλλον που του δίνει σημασία, που ασχολείται μαζί του και δε το παρκάρει στον παππού, στη γιαγιά, στη νταντά, στην οθόνη της τηλεόρασης, στο χοροδιδάσκαλο ή την καθηγήτρια των γαλλικών. Είναι το περιβάλλον που είναι ζεστό, που του προσφέρει σιγουριά και του θυμίζει ότι πάντα υπάρχουνε άνθρωποι που το φροντίζουν και το αγαπάνε, όπως είναι ο μπαμπάς και η μαμά, που του δίνουνε αυτό που οι ίδιοι τους «είναι» και όχι μόνο αυτό ή αυτά που «έχουν», που του  απαντάνε όταν ρωτάει και δε το «διώχνουνε συνεχώς από το κεφάλι τους» για να πιουν καφέ ή να δουν τηλεόραση.  Ιδανικοί είναι εκείνοι οι γονείς  που ποντάρουνε στο να φτιάξουνε ανθρώπους στην κοινωνία και όχι να «γεννήσουνε» απλά ένα ακόμη παιδί για να «ολοκληρωθούν» ως άνθρωποι (αυτήν την ολοκλήρωση καθείς τελικά την ερμηνεύει κατά το δοκούν).
        Καβγάδες στο σπίτι της Θεοδώρας υπάρχουνε αλλά δεν είναι ο κανόνας, φωνές και κλάματα επίσης αλλά δεν είναι ο ορισμός, τους παππούδες της τους επισκέπτεται πολύ συχνά αλλά δεν αποτελούν υποκατάστατο των γονιών, τηλεόραση βλέπει αλλά δεν είναι καθημερινό, η μαμά της μπορεί και να τη «διώξει» καμιά φορά από τα πόδια της αλλά αυτό δεν είναι νόμος, και επίσης έχει καθηγήτρια γαλλικών αλλά αυτό δεν είναι «παρκάρισμα».
        Και ευλόγως κατανοεί κανείς τι και ποιος  κρύβεται πίσω από τη Θεοδώρα!  Δυο γονείς συνειδητοποιημένοι, που ξέρουν γιατί γέννησαν, που ξέρουν τι σημαίνει έχω παιδιά, που ξέρουν πώς να τα μεγαλώσουν… Κι αν κάποιοι πιστεύουνε πως η μαμά της έχει χρόνο και της διαβάζει παραμύθια, ότι  χασομεράει και την πηγαίνει στο θέατρο με τις αδερφές της, ότι χαζολογάει και της εξηγεί την Οδύσσεια και  τους πλανήτες του γαλαξία μας, ότι  έχει λύσει το βιοποριστικό της και ότι δε δουλεύει ή ότι έχει 15 παρατρεχάμενους για τις δουλειές του σπιτιού και ότι δεν έχει τίποτε άλλο να κάνει, σας πληροφορώ πως είναι γιατρός με εφημερίες και ολονύκτιες καταστάσεις στην εντατική, κάνει διδακτορικό και είναι μια ΚΟΥΚΛΑ! Και δεν είναι το θέμα μας ότι η μαμά της Θεοδώρας είναι ιδανική. Το θέμα είναι ότι πολλές μαμάδες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, για  το έναν ή τον άλλον λόγο, με το ένα ή το άλλο άλλοθι δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα για τα μόνιμα ξεφορτώματα των παιδιών τους στην τηλεόραση, για τα κατ’ επανάληψιν φορτώματα των παιδιών στους παππούδες, για τους κατεξοχήν καβγάδες και τις μόνιμες φωνές στο σπίτι…
        Γονιός δεν είμαι! Και δεν ξέρω αν θα γίνω ποτέ! Η φόρμα που έχω στο δικό μου το μυαλό όμως προσιδιάζει σε αυτήν της Θεοδώρας. Η οικογένειά της είναι «αξία» για μένα,  η Θεοδώρα ως παιδί «ανταρσία» για τα δεδομένα της εποχής και η μαμά της «άξια» και υπεύθυνη για όσα συμβαίνουν γύρω της. Έχει κάνει το «θέλω» «μπορώ», ενσάρκωσε τις επιθυμίες της και έδωσε πνοή στα όνειρά της.  Έφτιαξε μια οικογένεια μαζί με τον άντρα της  Πρότυπη, Πρωτότυπη για τα περιβάλλοντα που την πλαισιώνουν, χαρούμενη και ευτυχισμένη, μια οικογένεια πώς να το πω? Εφ-άμιλλη( ή ευ-family) των προσδοκιών μου και σου και του… και του κόσμου όλου…