Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μήλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μήλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

(Το) «παίζουν» στα δάχτυλα!

Όλα τα πεζοδρόμια  είχαν γραμμένους με κεραμίδι αριθμούς  από το ένα ως το οχτώ. Οι πλακουτσωτές πέτρες ήτανε συνήθως στοιβαγμένες στην άκρη του δρόμου μετά από ισχυρές συγκρούσεις με την μπάλα στο «τζαμί». Το ψιλικατζίδικο στη γωνία του κυρ-Φώτη πουλούσε βρακολάστιχο με το μέτρο όχι μοναχά στις γιαγιάδες μας που μπάλωναν παλιές φόρμες με  φθαρμένα λάστιχα. Ο κυρ-Κώστας με τα είδη κήπου και θερμοκηπίου δεν έδινε σχοινί μόνο στους αγρότες για να δέσουν τα δέντρα στο μπόλιασμα, ενώ τα ποδήλατα αποτελούσαν το must όχημα κάθε ανήλικου κατεργάρη που ήθελε «να έχει πρόσωπο» στην τσακαλοπαρέα της γειτονιάς του. Δεν το αγόραζε κατά τις επιταγές της οικολογικής του συνείδησης και της «πράσινης μόδας». Οι «κούνιες» στις παιδικές χαρές δεν ήταν κατ’ αποκλειστικότητα των μικρών παιδιών που τις απολάμβαναν κουνιστά-λυγιστά ως έπαθλο από την «τρελαμένη» μάνα που έτρεχε από πίσω τους με το μπολ και το κουτάλι στο χέρι. Αν, δηλαδή, κατάφερνε το μικρό της να φάει μία για το μπαμπά (κουταλιά), μία για τη μαμά και μία για το θείο το Μήτσο (!!!), εκείνη το ‘βγαζε στην παιδική χαρά! Αντιθέτως, ΚΑΙ πολλά παιδιά-γαϊδούρια οργανώνανε αγώνες σε αυτές για το ποιος θα κάνει το πιο μακρινό πέταγμα.
Αλλά τώρα πια περνώ από τη γειτονιά μου και τη βλέπω άδεια. Δυο τρία παιδάκια μετά βίας, κι αυτά παιδάκια οικονομικών μεταναστών κάνουν υπεράνθρωπες προσπάθειες να γεμίσουν το πάρκο με ξεφωνητά. Μα δεν μπορούν! Δεν αρκούν! Δεν τα καταφέρνουν! Η παρέα τους δεν έχει εκτόπισμα! Δεν είναι  ΤΣΑΚΑΛΟπαρέα. Η οργουελική τους μάνα,  ως Μεγάλος Αδερφός, παρατηρεί από την άλλη γωνία την κάθε τους κίνησή, γιατί ο κίνδυνος, που λέγεται αμάξι μεγάλης ταχύτητας, παιδεραστής ή πωλητής οργάνων, καραδοκεί και στην πιο αθώα γειτονιά (υπάρχει?) ενός χωριού-κουκκίδα στο χάρτη. Τίποτε δε θυμίζει το τότε!
Σε μας οι γονείς δεν ήτανε επόπτες αλλά συμπαίκτες! Στη δική μου γειτονιά έπαιζαν μαζί μας «τζαμί» κάθε απόγεμα σε ένα ανείπωτο ραντεβού μετά τις 7.00 τα καλοκαίρια. Όχι για να επιβλέπουν αλλά για να νιώσουν και κείνοι παιδιά. Και παίζανε και «μήλα» και «ένα-δύο-τρία κόκκινο φως» και «ψείρες»! Αλλά στο «κυνηγητό» και στο «κρυφτό» δε συμμετείχαν. Ούτε στο «τρέξιμο» και τους «αγώνες» που διοργανώναμε με τα ποδήλατα! Ούτε στη «μακριά γαϊδούρα» που ήθελε μια μέση-λάστιχο! Είχαν οριοθετήσει τα χόμπι τους με βάση τις σωματικές αντοχές τους. Κι αν καμιά φορά τους συνέπαιρνε η παιδική ψυχή τους ήταν από αυθορμητισμό και χαβαλέ που έκαναν μεταξύ τους.
Εμείς πάντως συνεχίζαμε… Τα κοριτσάκια κυκλοφορούσαμε με ένα λάστιχο  στη τσέπη και με την πρώτη ευκαιρία το ξετρυπώναμε δείχνοντάς το στις φίλες μας που σημειολογικά ήτανε  πρόταση για παιχνίδι, μόλις σχηματίζαμε τουλάχιστον τριάδα.  Αλλιώς, αν τριάδα δε συμπληρωνότανε και ο καιρός δε συνωμοτούσε, ουδείς αναντικατάστατος! Μία καρέκλα ήταν αρκετή μέσα στο σπίτι να παριστάνει τον στυλοβάτη και να μας βοηθήσει να μη χάσουμε το πολυπόθητο παιχνίδι, το «λάστιχο». Κάτω, γόνατο, γοφούς, μέση, μασχάλες, λαιμός και για τους άλτες εις ύψος ΑΕΡΑΣ! Το «σχοινάκι», άλλος λατρεμένος φίλος, διπλό ή τριπλό, με βαρίδιο ή όχι καταμεσής, με λαβές ξύλινες ή άνευ στις άκρες, μονοπωλούσε στα σχολικά διαλείμματα και τα μετασχολικά απογεματινά. Με ζευγάρια ή κατά μόνας, έπρεπε να μη σταματάς να χοροπηδάς μέχρι τελικής πτώσεως! Λάστιχο ή σχοινάκι, το αριθμητικό ήταν κοινός παρονομαστής!
Και για τους πιο intellectuelle είχαμε τις μέρες θεάτρου: αποσπάσματα ή έργα ολόκληρα του Ψαθά, φιλοξενούνταν στο Ανθολόγιο του Δημοτικού κι αν ήξεραν τη μοίρα τους θα τρόμαζαν! Δε ανέβηκαν μόνο στο θέατρο της Κοτοπούλη ή στο Βασιλικό από σκηνοθέτες διεθνούς φήμης αλλά από παιδιά δημοτικού που στήνανε μια σκηνή στο γιαπί της γειτονιάς και είχανε για σκηνικά τις κλούβες και τα τελάρα του μπαμπά από το χωράφι που σαν τεράστια lego έπαιρναν όποια μορφή ήθελε να δει –με περισσή φαντασία βεβαίως- το μάτι του σκηνοθέτη-ενδυματολόγου-υποβολέα-σκηνογράφου-….όλα τα έκανε! Βάζαμε και είσοδο. Δεν ξέρω γιατί! Για τα έξοδα της ανέξοδης παράστασης! Έτσι, επειδή αλλιώς δε θα είχε νοστιμάδα!
Κι άλλες φορές παίζαμε και μαγαζιά! Γυναίκες γαρ! (είμαι σίγουρη άλλοι λένε γρρρρρρ (!!!) σκέτο, χωρίς το α ανάμεσα!). Βέέέέέβαια! Από μικρή ηλικία καλλιεργείται ο θηλυκός-θρυλικός καταναλωτισμός! Πουλούσαμε πραμάτεια από το σπίτι, κανά γλυκάκι, κανά παλιό λικέρ που αράχνιαζε στο καλό σαλόνι που άνοιγε μόνο στις γιορτές και κανά σοκολατάκι από τη φοντανιέρα της μαμάς. Κι έψαχνε μετά αυτή να βρει πού πήγαν! Μάντεψε!
Κι αφού το παιχνίδι τελείωνε, έπρεπε να τους βάλω όλους για ύπνο και μετά να γυρίσω σπίτι. Η τελευταία από τη γειτονιά. Η μαμά φώναζε (κλασικά!!!) ότι πάλι είχα αργήσει, ότι δεν αφήνα χρόνο να διαβάσω κανένα λογοτεχνικό και τέτοια! Πού να της εξηγούσα τώρα ότι εγώ ήμουν ευτυχισμένη που χόρτασα παιχνίδι με τους φίλους μου και πως ΖΟΥΣΑ αλλιώτικη ζωή έξω από τα βιβλία.
Και μου έλεγε ακόμα η μάνα μου πως δεν έβαζα δράμι, πως ήμουν πετσί και κόκκαλο και η φίλη μου με φώναζε «σαμιαμίδι», «ακτινογραφία με πόδια» και τέτοια! Και πώς όχι? Από πού κι ως πού να πάρω κιλό? Τη ζωή μου τη θυμάμαι γεμάτη παιχνίδι, κίνηση στα όρια της υπερκινητικότητας, γεμάτη δράση (που τη σήμερον κατέληξε σε αντίδραση εν γένει- ΑΣΧΕΤΟ!) και για φαΐ? Ούτε λόγος φυσικά! Μοναχά τα παγωτά με νοιάζανε, γιατί κάναμε κόντρες ποιος θα φάει τα περισσότερα άμα τη ενάρξει της θερινής περιόδου που θεωρούνταν η Πρωτομαγιά και για τους πιο extreme  η 25η Μαρτίου μετά την παρέλαση φυσικά! Και δεν ήμουν ως ισχνή η εξαίρεση. Αλλά ο κανόνας! Είχαμε και σε κάθε παρέα έναν χοντρό ή και μια χοντρή. Αλλά ήτανε δακτυλοδεικτούμενος/-η!
Κι όταν μεγάλωσα και σταμάτησα να έχω τα γόνατά μου γρατσουνισμένα (-terminus post quem ότι μπαίνω στην εφηβεία) πίστεψα πως έδωσα τη σκυτάλη σε σπουδαίους αντικαταστάτες: μικρούς φίλους που πάνε στο δημοτικό και ξεχύνονται στις αλάνες για παιχνίδι μετά το τελευταίο κουδούνι. Μα δυστυχώς οι μικροί φίλοι έγιναν μικρομέγαλοι, καρικατούρες των απωθημένων των γονιών τους στις γλώσσες, στα ωδεία, στο μοντέρνο χορό. Τρέχουν, αλλά όχι σε αλάνες, μα μέσα σε κουτιά τσίγκινα με τέσσερις ρόδες, για να προλάβουν, όχι μη φύγουν οι φίλοι τους από τη γειτονιά σε καμιά άλλη και δεν τους βρουν (άλλωστε θα τους στείλουν μήνυμα), αλλά για να προλάβουν το χρόνο που τρέχει σαν παλαβός και δεν προφταίνουν… Κι αυτός  ο σωματότυπός τους, να πάρει, δεν τα βοηθάει. Τα κάνει δυσκίνητα. Δεν μπορούν να τρέξουν, γιατί το υπέρβαρο είναι πια ο κανόνας και όχι η εξαίρεση! Άλλωστε πώς να μην είναι παχύσαρκα τα παιδάκια σήμερα? Αφού, όταν λένε ότι παίζουνε, εννοούνε απλά τα παιχνίδια που παίζονται με τα δάχτυλα πατώντας απλά πλήκτρα. Τα «κακέκτυπα πιανίστα» ωστόσο, παίζουν τόσο γρήγορα, που θα τους ζήλευε και ο πιο γρήγορος τζαναμπέτης της αλάνας μιας άλλης εποχής! Ασκούν, λέει, το μυαλό τους και ό,τι έχει σχέση με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια?........το παίζουν στα δάχτυλα!