Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σοσιαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σοσιαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Το tango των σοσιαΛΗΣΤΩΝ!!!

Τα κλειδιά προορίζονται για να είναι κρεμασμένα πάνω στις πόρτες από την έξω μεριά του σπιτιού μας και οι κλειδαριές για να είναι ξεκλείδωτες, όταν ο νοικοκύρης βρίσκεται μέσα.
Οι αυλές των σπιτιών στα χωριά στις ζεστές ακόμα νύχτες του Σεπτέμβρη πρέπει να ξεχειλίζουν από  γιαγιάδες που παρέα με τις γειτόνισσες κουτσομπολεύουν τα τεκταινόμενα του χωριού.
Τα πλακάκια στα πεζοδρόμια και στις πλατείες είναι φτιαγμένα για να χαράσσουν τα παιδιά αριθμούς από το 1 έως το 8 και για να γεμίζουν από τα ξεφωνητά τους. Κατόπιν τρέχοντας σαν συλφίδες πάνω-κάτω και ενοχλώντας τους γκρινιάρηδες παππούδες, εκείνοι να τα κάνουν συνεχώς παρατήρηση: «Πηγαίνετε να παίξετε πιο κάτω! Μας ζαλίσατε».
Οι τηλεοράσεις εφευρέθηκαν για να στρώνεις πάνω τους τα πλεχτά σεμεδάκια της γιαγιάς και να τα τραβάς μονάχα μετά τις 17.00 μ.μ., όταν ξεκινάει το «Σουσάμι Άνοιξε!»
Οι θείοι και οι θείες μας μετανάστευσαν στην Αμερική για να μας φέρνουν, όταν έρχονται, δώρα που δεν μπορούμε να τα βρούμε αλλού.
Το γέλιο και το χαμόγελο είναι ο απώτερος στόχος όλων, ακόμη και εκείνων που φύσει είναι μουντρούχες.
Ο άνθρωπος οφείλει, κατά κοινωνική σύμβαση τουλάχιστον, να έχει ως στόχο του τη διαιώνιση του είδους του και τη δημιουργία μίας υγιούς οικογενειακής θαλπωρής, ενός κατάλληλου περιβάλλοντος δηλαδή στο οποίο θα γεννήσει  και θα αναθρέψει τα τέκνα του.
Το χρήμα φτιάχτηκε κάποτε για να αποτελέσει το μέσο, ώστε να διευκολυνθούν οι ανταλλακτικές σχέσεις των πολιτών μέσα σε μία κοινωνία.
Το συμβατικό ταγκό των ’60s χορεύονταν δύο βήματα μπρος και ένα πίσω. Σε κάθε περίπτωση ένιωθες ότι κινείσαι και  κάνοντας  πιρουέτες πως λικνιζόσουνα στο χώρο μέσα από άλλη αίσθηση, ακόμα κι αν πήγαινες ΜΠΡΟΣΤΑ με ρυθμούς αργούς.
Ο σοσιαλισμός κατασκευάστηκε για να έχει ως βάση την κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και για να θεωρείται το πιο δίκαιο για τον απλό λαό πολιτικοοικονομικό σύστημα.
Και ο Αύγουστος... προορίζονταν κάποτε ως ο μήνας των ονείρων, όπως έγραψε ο Roger Cohen, των ανέμελων περιπλανήσεων στους άδειους δρόμους της πόλης και του διαβάσματος των άνευ ουσιαστικού περιεχομένου και μάλλον «χαζών» ρεπορτάζ στις εφημερίδες.
Ο Αύγουστος όμως, διαπιστώνει ο ίδιος,  αναβλήθηκε για φέτος.
Και να αναβλήθηκε μονάχα αυτός?
Τα κλειδιά άλλαξαν ρόλο, κλειδαμπαρώνουν πόρτες, ακόμη κι αν ο νοικοκύρης βρίσκεται μέσα.
Οι αυλές ερήμωσαν από Σεπτέμβρη ακόμη μήνα και αρνούνται πεισματικά να ακούσουν τα κουτσομπολιά του χωριού. Προτιμούν να βυθίζονται στα μαύρα, αν και ζεστά σαν του καλοκαιριού, σκοτάδια.
Τα πεζοδρόμια δεν είναι γραμμένα με αριθμούς από το 1 ως το 8 αλλά είναι απλά λευκά, σαν τα φαντάσματα.
Τα σεμεδάκια ξεστρώθηκαν από τις τηλεοράσεις, γιατί πρέπει να είναι σε κάθε σπίτι ανοιχτές επί 24ώρου βάσεως.
Οι θείοι δεν θα ξανάρθουν ποτέ από την Αμερική να μας φέρουν δώρα, γιατί τώρα θα μεταναστεύσουμε εμείς εκεί.
Οι στόχοι μας χαθήκανε, το χαμόγελό μας πάγωσε και το γέλιο μας κόπηκε. Γίναμε όλοι ανταγωνιστικοί μεταξύ μας στη μαυρίλα της ψυχής.
Οι οικογένειες νοσούν, οι θεσμοί ψυχορραγούν, το χρήμα από μέσο έγινε πρώτα στόχος και μετέπειτα από στόχος μάσκα οξυγόνου για επιβίωση στην ασφυξιογόνα ελληνική πραγματικότητα.
 Το ταγκό χορεύεται πια επί τόπου και ενίοτε με βήματα που πάνε ΜΟΝΟ  ΠΙΣΩ  και ο σοσιαλισμός στη γενέτειρα της δημοκρατίας έγινε συνώνυμο του  ολοκληρωτισμού και της τρομοκρατίας και μας χορεύει όλους πηγαίνοντας τον τόπο ετούτο ΠΙΣΩ. Καμία πρόοδος. Στασιμότητα και ακαμψία. (Πού είσαι Στάλιν!!)
Σκέψεις κομμάτια, κατακερματισμένες σαν τις ασύνειδες σημερινές συνειδήσεις. Στη βασιλεία της απόγνωσης, στην ολιγαρχία των μέσων, στη δικτατορία των αιρετών και την πτώση της δημοκρατίας, βουλιάζει η νήσος των πάλαι ποτέ Μακάρων. Κάπου εδώ βρίσκονταν κάποτε τα Ηλύσια πεδία. Τα αντικατέστησε τώρα απλά μια Ηλίθια Παιδεία. Μέσα σε αυτά τα ξεκλείδωτα «θέλω», δίπλα σε  αυτά τα χορευτικά «μπορώ», τα χαμογελαστά «αγαπώ» παρατάχτηκαν πεισματικά αμπαρωμένα «Επιβάλλεται», απολυταρχικά και στάσιμα «Πρέπει», αυστηρώς ακατάλληλα «Δεν επιτρέπεται».
 Οι δρόμοι γεμάτοι σιωπή. Πού πήγαν τα παιδικά ξεφωνητά και οι γεροξεκούτηδες παππούδες? Ποιος φίμωσε τις γιαγιάδες στα χωριά και σφάλισε  ερμητικά τα πατζούρια τους? Πόσο φοβήθηκαν τους γέρους τα παχύσαρκα πια παιδάκια και το ‘ριξαν απ’ το κουτσό στο playstation τρώγοντας πίτσα που παρήγγειλε η μαμά απ’ έξω? Γιατί η μαμά πάλι παρήγγειλε απ’ έξω και δεν πρόλαβε να μαγειρέψει? Πού έτρεχε πάλι ολημερίς? Και γιατί η θεία μου από την Αμερική δε θα ξανάρθει πια εδώ με δώρα-surprise !? Γιατί να γίνω εγώ η θεία που θα έρχεται σε λίγα (?) χρόνια εδώ μόνο τα καλοκαίρια να δει τα ανίψια της?
Κι αυτά τα οξύμωρα πια σχήματα να τα αναπνέω παντού! Να έχει 35 βαθμούς Σεπτέμβρη μήνα, αλλά μια παγωμένη ησυχία στους δρόμους που θυμίζει πρόωρα τον θάνατο της φύσης του χειμώνα. Με το στανιό να έρθει το κρύο και η κρυάδα! Η χιονισμένη ερημιά.
Θα προχωρήσω πιο κάτω, δεν μπορεί! Με περιμένει ετοιμόγεννη η ελπίδα! Στη στροφή του δρόμου θα είναι η παρέα μου. Θα καθίσουμε στην ταβέρνα να πιούμε μια ρετσίνα. Χαχα! Με βλέπει ο Θεός και γελά. Λάθος! Η μήτρα της ελπίδας μου, καθημαγμένη πια, απέβαλε! Επρόκειτο για κύημα-έκτρωμα! Δεν είναι κανείς στην άκρη του δρόμου. Κλείστηκαν όλοι στο σπίτι και στον εαυτό τους. Κι ο ταβερνιάρης τα πίνει μόνος του. Έδιωξε τα γκαρσόνια. Σηκώνεται από την καρέκλα με αργό βηματισμό σέρνοντας ξοπίσω την πιστή σαν το σκύλο αξιοπρέπειά του για να κολλήσει στο τζάμι μια ασπροκόκκινη μακρόστενη ταμπέλα γνώριμη. Τελευταία τη βλέπω παντού. Γράφει  κι ετούτη:  
«Ενοικιάζεται / Πωλείται».