Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πλέξιμο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πλέξιμο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Κάνω μια (προς)ευχή!


Είναι ορισμένες στιγμές σκληρές και άτεγκτες, που ποντάρουν στο πόσο θα σε κάνουν να πονέσεις. Προσπαθεί η μία να παραβγεί της άλλης βάζοντας στοίχημα πώς μπορεί να σε σκοτώσει περισσότερο. Θέλει η καθεμιά να σε σφετεριστεί και καθόλου δεν της αρέσει η ιδέα ότι θα ξεφύγεις από τα στυγερά της δόντια. Σε θέλουν όλες εκεί, αντάμα, να πονάς κι εκείνες να καυχώνται επιδεικτικά: «Εγώ το ‘καμα! Καμαρώστε με». Θέλεις τότε να τις πιάσεις από το λαιμό, συγκεκριμένα από το λαρύγγι και να τις το στρίψεις μονομιάς. Χωρίς υπεκφυγές και όνειρα. Χωρίς παρηγοριές και δικαιολογίες: «Δεν το ‘θελε! Το ‘κανε κατά λάθος. Η Τύχη τις το όρισε!». Οι φόνοι της χαράς όμως γίνονται πάντα εκ προμελέτης, κατόπιν εσκεμμένης και συστημικής σχεδίασης. Και γίνονται ακαριαία. Δίχως προκαταρκτικές εναλλακτικές. Αρχίζεις και τρέμεις στην ιδέα ότι ορισμένες στιγμές εποφθαλμιούν την ησυχία και την παρηγοριά σου. Σου κλέβουν τους συμπαραστάτες και σου δολοφονούν την ηρεμία.
Και μια τέτοια ήρεμη μέρα, εκεί που λένε «στα καλά καθούμενα», κάποια κακιά στιγμή γύρισε την κατάσταση της γιαγιάς μου, της γιαγιάκας μου, της γιαγιούλας μου, της γιαγιακουλίτσας μου από τα πόδια της τα γερά και μου την έριξε στο κρεβάτι... μου την πήρε από το σπιτάκι της το ζεστό, από το δωματιάκι της το κουκλίστικο που καθότανε σαν μπιμπελό και με περίμενε κάθε βράδυ να πάω για να μου τρίψει την κουρασμένη μου πλάτη και την πιασμένη μου μέση. Αυτή η παλιοτύχη, μου την καθήλωσε σε ένα ξένο μέρος μακριά από μένα και μακριά από το σπίτι της, σε ένα lux  νοσοκομείο, αλλά ωστόσο νοσοκομείο, ακίνητη και ανήμπορη να ορίσει το χεράκι της και το ποδαράκι της... Αυτή η ζηλιάρα μοίρα, που ζήλευε τα πλεκτά της και τα υφαντά της της σταύρωσε τα χεράκια να μην μπορεί να πιάσει ούτε το ποτήρι της να πιει νερό από μόνη της.  
Και τώρα, κάθομαι μέσα σε ένα αδειανό δωματιάκι χωρίς ζέστη καμία, χωρίς παρηγοριά. Λείπει το μπιμπελό μου, η κουκλίτσα της κάμαρης, η ζωντάνια του σπιτιού και του μπαχτσέ. Λείπει το λουλούδι του κήπου. Και περιμένω να με ξαναπάρει στο τηλέφωνο να με ρωτήσει αν έφαγα. Ψάχνω να βρω τη σαλάτα στο τραπέζι έτοιμη κομμένη. Κοιτάζω τις βελόνες με το μισοπλεγμένο μαλλάκι πάνω στο τραπεζάκι άπραγες. Και μου χρωστάει τα άλλα μισά βήματα του tango που μου μάθαινε λίγο πριν φύγει στο νοσοκομείο. Γι’ αυτό κι εγώ θέλω και απαιτώ, εύχομαι και προσεύχομαι να επιστρέψει στο δωματιάκι της, έστω κι αν δεν ξαναπάει ποτέ στο σπιτάκι της στο χωριό. Και θέλω να μας κάνει πάλι τις πιο νόστιμες πιτούλες και να μας πλέξει τα πιο ζεστά πουλοβεράκια... Αυτό θέλω... γιατί η γιαγιά μου ακόμη και στο κρεβάτι μας κάνει όλους να γελάμε και συνέχεια αυτοσαρκάζεται. Συνέχεια κοροϊδεύει τον εαυτό της και γελάει. Συνέχεια κάνει πλάκα! Η γιαγιά μου είναι ΔΥΝΑΜΗ!
Και πιστεύω, ΠΙΣΤΕΥΩ, παρ'όλ'αυτά, πως υπάρχουν και στιγμές πιο δυνατές, πιο γενναιόδωρες, που σκοτώνονται μεταξύ τους ποια θα σε πρωτοφχαριστήσει. Ποια θα σε κάνει να αισθανθείς βασιλιάς και ρήγας. Νιώθεις κάτι να σε τρώει στην πλάτη και δεν είναι άλλο από τα φτερά που βγάζεις. Θες να πετάξεις, να δεις τον κόσμο αυτόν από ψηλά και να πιστέψεις σαν ένας θεός ότι ελπίδα υπάρχει. Γι’ αυτό η γιαγιάκα μου θα γίνει καλά, γιατί χωρίς αυτήν δεν έχουνε νόημα τα εγγόνια της! Γιατί χωρίς τη γιαγιά μου δεν υπάρχουν παραμύθια. Γιατί η γιαγιά μου είναι ο πιο φωτεινός δρόμος της ιστορίας που μου φωτίζει το μέλλον. Γιατί η γιαγιά μου είναι ροκ και προχθές που πήγα να τη δω μου φυλούσε έκπληξη: Άρχισε να κουνάει το «κουλό» της χεράκι και παίξαμε μπιλιάρδο!! Αλλά ήτανε και σκεφτική και ντρεπότανε που μας «ανάγκαζε» να «κουβαλιόμαστε» και να «την κουβαλάμε». Που την ταΐζουμε και την αλλάζουμε. Που την βάζουμε στο καροτσάκι και την πάμε βόλτα! Και ‘γω της είπα:

 «Γιαγιά, αυτό δεν είναι κακό. Η ζωή κάνει κάτι κύκλους σαν αυτόν που βλέπεις! Κι εσύ όταν γεννηθήκαμε μας τάιζες, μας άλλαζες και μας πήγαινες με το καροτσάκι βόλτες! Κουβαλιόσουνα από το χωριό που είναι στην άλλη άκρη του χάρτη και μας κουβαλούσες. Μόνο που είχαμε μία βασική, βασικότατη διαφορά: 

Εμείς τότε ως μωρά γκρινιάζαμε πολύ. Εσύ τώρα ΚΑΘΟΛΟΥ!


ΥΓ: Αν δε με πιστεύετε, ιδού: