...αν ήμουνα ένα άλογο πραγματάκι, ένα αντικείμενο δίχως
λόγο, χωρίς λογική…. αν ήμουνα ένα μπαρμπαδελάκι τόσο δα μικρό, φαινομενικά
ασήμαντο, αλλά στην πράξη σημαντικό, κι αν μπορούσα να μιλήσω...
... τι ιστορίες θα είχα να διηγηθώ?
Φαντάζομαι πως αν
ήμουνα ένα πιρουνάκι... από εκείνα στα μεγάλα και περίλαμπρα εστιατόρια, κάθε
τόσο θα μπαινοέβγαινα σε διάφορα ίσως και αδιάφορα στόματα, θα προσέκρουα σε
δόντια κοφτερά και γυαλιστερά ή σάπια. Νεογιλά ή φρονιμίτες. Θα εισχωρούσα σε στόματα
απύλωτα ή ραμμένα, με κραγιόν ή χωρίς, σε χείλη σαρκώδη και θα έθιγα γλώσσες
ολιγομίλητες. Θα αντίκριζα σιελογόνους αδένες που θα εξέρεαν με εντολές του
εγκεφάλου. Θα στόλιζα τραπέζια με λευκά τραπεζομάντιλα κάτι μέρες λαμπερές,
όπως σε συνεστιάσεις σοβαρές κι ύστερα θα στριμωχνόμουνα σε ένα πλυντήριο
πιάτων μαζί με άλλα πιρούνια, κουζινομάχαιρα και πιατικά. Θα λερωνόμουνα, θα
ξαναπλυνόμουνα. Μετά θα έμπαινα σε συρτάρια μεγάλα και αδιάφορα, παγερά, ώσπου
να με ξαναστολίσουν επάνω σε λευκές υφασμάτινες πετσέτες την επόμενη φορά, για
να διεισδύσω στο επόμενο στόμα, να τρυπήσω την επόμενη ζουμερή ντομάτα, να
ισορροπήσω επάνω μου το επόμενο ψημένο κοτοπουλάκι...
Κι αν ήμουνα ένας γάτος φοβερός από αυτούς που
μπαινοβγαίνουνε στους κάδους, θα έψαχνα στα σκουπίδια να βρω μια ελπίδα
επιβίωσης, θα ξέσκιζα σακούλες με αποφάγια και θα γράπωνα ποντικούς που θα τρέχανε
να κρυφτούν στους υπονόμους... ίσως να κυνηγούσα και κουβάρια με μαλλιά
μπλεγμένα ή άνευ, θα φορούσα πέταλα ή όχι και θα ήμουνα πάντα πονηρός... για να μη
με πιάνει κανένας...
Αλλά θα μπορούσα να είμαι και χαλί...να με πατήσεις και να
σου δίνω τον κόσμο όλο. Να κάνω ομορφότερο το περπάτημά σου, πιο ζεστά τα πόδια
σου και φιλόξενο το περιβάλλον σου. Κι ας με ποδοπατούσες. Εγώ μια φορά θα σε
έβλεπα πάντα από κάτω προς τα επάνω και θα μου φαινόσουνα πανύψηλος και
ευθυτενής. Θα δεχόμουνα τη βρομιά, τη λάσπη, τη σκόνη και τη δυσωδία. Θα άντεχα
όλα τα βάρη του σπιτιού, ακόμη και τα πιο μεγάλα. Ίσως ως χαλί να είχα το μαύρο
μου το χάλι, αλλά c’ est la vie...
Αν πάλι ήμουνα ένα δέντρο...από εκείνα τα πολυετή, τα μεγάλα,
τα τεράστια στις πλατείες των ελληνικών χωριών, θα είχα να σου διηγηθώ περισσότερα...
Θα έβλεπαν πολλά τα μάτια μου, θα άκουγαν πολλές ιστορίες τα αφτιά μου από
παππούδες με πλατιά στριφογυριστά μουστάκια καθώς θα θυμούνταν και θα
σιγομουρμούριζαν κάτω από την παχιά σκιά μου τις ιστορίες πολέμου βλέποντας τους
πάτους των ποτηριών με το ουζάκι τους να ασπρίζουν. Και ίσως, δυστυχώς, να είχα
πληγές στον κορμό μου, από σφαίρες κάποιου μακρινού ή κοντινού πολέμου, και
ίσως να είχαν κρεμάσει κάποιοι κεφάλια στα κλαδιά μου σε κάποια αιματηρή από
τον εμφύλιο πλατεία. Αλλά θα είχα κρύψει και παιδάκια στην κουφάλα μου, καθώς θα
παίζανε κρυφτό τα δροσερά αυγουστιάτικα βραδάκια. Και θα είχα βγάλει ρίζες και
δε θα με κουνούσε κανείς. Γι’ αυτό θα ήμουνα πάντα εκεί, για σένα. Και θα
‘ξερες πάντα πού θα με βρεις...
Κι αν ήμουνα βουνό... θα παράβγαινα δυσκολίες που θα ήτανε εξ
ίσου βουνό και θα ήμουν μαθημένο απ’ τα χιόνια. Θα χαιρετούσα τα πουλιά, θα
φιλούσα τον ουρανό και θα φλέρταρα με τα σύννεφα, θα σήκωνα στις πλάτες μου
ορειβάτες και όποιον παίρνει τα βουνά. Θα χαμογελούσα στα αεροπλάνα και θα ανέτειλα
ή θα έδυα τον ήλιο για να χαρίζω στον κόσμο ανατολές και ηλιοβασιλέματα. Θα
στεκόμουνα ψηλό και αγέρωχο, περήφανο και ιστορικό να σας πω για μάχες,
αντάρτες και κλεφτοπολέμους, αλλά και για λατρεμένους σκιέρ που
ανεβοκατεβαίνουν πάνω μου χαϊδεύοντας τις ράχες μου απαλά...
Αν ήμουν θάλασσα... θα ήμουνα μυστήρια, μυστηριώδης και θα
είχα μυστικά στα βαθιά μου υγρά σπλάχνα. Θα θύμωνα και θα γαλήνευα. Θα με
πετροβολούσανε οι μάνες και οι γυναίκες των σφουγγαράδων, όταν δε θα τους
γύριζα στα σπίτια τους και θα τους κρατούσα εκεί στα βάθη, παρέα με τα ψάρια
και τα κοράλλια. Θα φιλοξενούσα γοργόνες και θα αγκάλιαζα τις βάρκες. Θα
μπλεκόμουνα στα δίχτυα και θα ‘κανα παρέα τους θαλασσόλυκους ψαράδες. Θα είχα το
προνόμιο να μπαίνω στην αγκαλιά της Σαλονίκης...
Μα δεν είμαι: ούτε πιρουνάκι, ούτε γάτος, ούτε χαλί, ούτε δέντρο,
ούτε βουνό, ούτε θάλασσα... είμαι ένα απλό μικρό μικρούτσικο ανθρωπάκι. Από
αυτά που κάνουν υποθέσεις, έχουν σκέψεις και καταγράφουν εικόνες μιας
καθημερινότητας τόσο ασήμαντης φαινομενικά, που όμως αν το σκεφτείς κρύβει μέσα
της ιστορίες ζωής. Γιατί μπορεί να μας μάθανε στο σχολείο πως η γη γυρίζει γύρω
από τον εαυτό της, αλλά κι εμείς ξεχνάμε πως η καθημερινότητα γυρίζει γύρω από
τη γη διαγράφοντας την τροχιά της ιστορίας, είτε της επίσημης, είτε της
ανεπίσημης αλλά τόσο σημαντικής.