Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λεωφορείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λεωφορείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Νόστιμον ήμαρ..

 Το καλοκαίρι –θεωρητικά- είναι η ευκαιρία που σου δίνεται να παράγεις το απόλυτο μηδέν. Εκείνα τα διλήμματα της ξαπλώστρας κάτω από την ομπρέλα να διαλέξεις ανάμεσα στις ρακέτες, στο τάβλι, το βιβλίο ή τη θαλασσοσκόπηση και το απέραντο γαλάζιο με τη φραπεδιά στο χέρι, σε παρασύρουν και κοιτάς να αποφύγεις οτιδήποτε σε παραπέμπει στο καθημερινό.  Όλη τη χρονιά πασχίζεις για μία βδομάδα άπλας, ξάπλας και ξεκούρασης. Ξεχνάς δουλειές, μαγειρέματα, υποχρεώσεις. Θαρρείς πως έχεις μονάχα δικαιώματα και λόγο στην ξεκούραση. Ζέστη, ήλιος, άμμος, μπάνιο, σαγιονάρα, συναυλίες, παραστάσεις σε ανοιχτά θέατρα και βόλτες. 
Κάπως έτσι τσουλάει το καλοκαίρι για πολλούς. Για πάρα πολλούς πλέον όχι! Έτσι ή αλλιώς όμως μετά από μια αγρανάπαυση, το μυαλό ετοιμάζεται να αρχίσει να κάνει σχέδια για το χειμώνα. Πολλά σχέδια. Κι ας είναι τα περισσότερα από αυτά πάνω στην άμμο. Κι ας έχτισες πύργους πανύψηλους και κάστρα στον αιγιαλό. Κι ας έρχεται ένα κυματάκι να σου τα ισοπεδώσει όλα!!!
Για μένα πάντως η αγρανάπαυση ήταν μακράάάά...πολύ μακράάά....καταχρηστικά ή από επιλογή, δεν έχει και πολλή σημασία. Σημασία έχει πως άμα τη λήξει της ακαδημαϊκής χρονιάς και των πανελληνίων εξετάσεων (φέτος ήτανε η 16η χρονιά που έδινα Παντρελλαδικές! Μάλλον πρέπει να το πάρω απόφαση ότι δε θα περάσω ποτέ!!!) και άμα τη ενάρξει του φετινού καλοκαιριού, καθισμένη σε μια στάση και περιμένοντας ένα λεωφορείο ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΟ έδινα στον εαυτό μου υποσχέσεις που τις κράτησα...ΟΛΕΣ! Ιδού...

Σάββατο, Θεσσαλονίκη 2 Ιουνίου 2012

Μονολογώντας...

«...το βασίλειό μου για ένα μπαράκι με ωραία μουσική δίπλα στην άμμο. Με την άμμο να καίει. Με την άμμο ανάμεσα στα δάχτυλα των ηλιοκαμένων μου ποδιών, μπερδεμένη με τη στεγνή αλμύρα και το υγρό μου μαγιό. Με το φεγγάρι να ανατέλλει, και με τον ήλιο να δύει και με τη θάλασσα να ξεχύνεται από τον ορίζοντα προς τα μένα σαν το λάδι. Δίχως κυματισμούς, χωρίς αντάρες. Και με ένα ποτήρι γεμάτο παγάκια και με τη ζέστη να απειλεί πως θα τα εξαφανίσει. Και λίγο ρούμι που φέρνει ζάλη. Και με όνειρα από αυτά που κάνεις ξύπνιος. Και με μια χαλάρωση που διαπερνά τη ραχοκοκαλιά μου και με λίγους, πολύ λίγους ανθρώπους τριγύρω.  Σε ένα νησί. Σε δυο νησιά, σε τρία, δεκατρία, σε κάποια τους παραλία απόμακρη. Σε κάποιο μπαράκι λιτό.
 Αυτό το καλοκαίρι -το υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι- θα πάρω σβάρνα ό,τι πιο απομονωμένο υπάρχει. Ό,τι έχει σβηστεί από το χάρτη...»


 Όπερ και εγένετο...

Ιούνιος 2012

Νις-Σερβία 
Ακόμη και η πιο αδιάφορη «θεωρητικά» διαδρομή θέλει να την απολαμβάνεις. Ακόμη και την πιο δύσκολη με ένα λεωφορείο που αγκομαχώντας διαγράφει πολύ αργά τα χιλιόμετρα. Με ένα τρένο που τρεκλίζει στις ράγες σαν να θέλει να εκτροχιαστεί. Μ’ ένα πλοίο που θαρρείς πως από τα πολλά κύματα κάποια στιγμή θα εξοκείλει. Λατρεμένα τα ταξίδια εκείνα που θα σου δώσουν την ευκαιρία να δεις, να παρατηρήσεις, να αφεθείς, να σκεφτείς και να σε δεις μέσα από τον τρόπο που σε κοιτούν οι άλλοι, που δε σε ξέρουν, ως επιβάτη στην ίδια διαδρομή με εκείνους.   
Ως και η καθυστέρηση γίνεται απολαυστική. Γι’ αυτό δεν γκρινιάζω! Γιατί ξέρω ότι κανείς δε με περιμένει. Αυτός που περιμένει είμαι μόνο εγώ. Και περιμένω τι? Περιμένω να φτάσω...μα κατά βάθος εύχομαι μέσα μου να είναι μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτειες και γνωριμίες με ανθρώπους συνοδοιπόρους στο ταξίδι της ζωής και στα τολμήματα, στα εγχειρήματα, στις προσδοκίες, στις ευτυχίες και στις δυστυχίες. Και εύχομαι να είναι μακρύς ο δρόμος, γιατί σημαίνει ότι δεν πέθανα ακόμα! Ζω!
Και συναντάω έναν ουρανό εξίσου απολαυστικό με τον δικό μας! Καταγάλανο, ζεστό να σκεπάζει μια χώρα πονεμένη, αλλά επιζώσα. Δεν ξέρω τι περίεργο έχει αυτή η χώρα που πρέπει να μυρίζει Βαλκάνια, αλλά τελικά μυρίζει ακόμη μπαρούτι και μοιάζει κυνηγημένη από την εισβολή. Άφιξη μεταμεσονύκτια: Ψάχνω για αλφάβητο γλαγολιτικό στους τοίχους και δεν το βλέπω πουθενά...το μόνο που βλέπω είναι ταμπέλες των ιμπεριαλιστικών Mac Donald’s! Μα κάτι πανέμορφες Σέρβες  ευτυχώς περνούν δίπλα μου. Για κάποια στιγμή νόμισα πως σχόλασαν τα καλλιστεία. Μου θύμισαν όμως πως εδώ ΕΙΝΑΙ Βαλκάνια!

Diabolo Varos-Σερβία
Πιο Βαλκάνια. Πιο σκοτεινός ουρανός. Γκριζάρει όσο πλησιάζεις στα σύνορα για Κόσσοβο. Αλλά το πράσινο μέσα στο πράσινο, οι σαύρες, τα κελαρυστά νερά, οι πέτρες που ψηλώνουν για να φτάσουν τον ουρανό και η εκκωφαντική ησυχία σου τρυπάει τη σκέψη και σου τρυπώνει στο μυαλό μια επιταγή: «Απαγορεύεται να άγχεσαι! Ζήσε σαν άνθρωπος, ειδάλλως...θα σε πάρει ο Διάολος!»
Βασιλεία
Υγρή, μουντή και σχεδόν μουχλιασμένη. Φτιαγμένη από ηρεμία τόση που απορροφά τη βροχή σιωπηλά και ξεχνάω τις στάλες σε ελεύθερη πτώση. Θαρρώ πως τις ρουφάει το χώμα μαζί με την υπερένταση, αφού η αυθυποβολή των διακοπών με κάνει να τα βλέπω όλα ροζ!

Ζυρίχη
Όλη η φινέτσα συγκεντρωμένη παρέα με όλο το χρήμα του κόσμου. Πόλη φτιαγμένη από χωριάτικα σπίτια, γήπεδα πολλά και πράσινο. Πολύ πράσινο όμως! Πόλη φτιαγμένη για μένα. Δέλεαρ! Ερώτηξις εστί: Γιατί οι δικές μας πόλεις να μην παρέχουν ό,τι ένα χωριό, όπως αυτή εδώ?

Ρίγγι
Τη θέα αυτή θα τη ζήλευε και ο πιο μικρός θεός που βλέπει από ψηλά την ανθρώπινη ματαιότητα. Με μια ανάσα πριν τις Άλπεις και δυο βήματα πάνω από τη Λουκέρνη, με 13 λίμνες στα πόδια σου και φτερωτούς αετούς στο κεφάλι σου, καρδιά καλοκαιριού, και το μπουφανάκι είναι must κατά την κατάβαση του βουνού  απαντώντας αγρότες και αγροτόσπιτα των Άλπεων γραφικά σαν να ξεπήδησαν από πίνακα του Van Gogh. Respect!

Σάνη
Ένας κόσμος ιδωμένος ανάποδα. Από μέσα από το νερό προς τα έξω. Από τον βυθό της θάλασσας προς τον ουρανό. Αλλά και προς τα κάτω. Ένας κόσμος από κάτω προς τα πάνω. Δίπλα στα ψάρια και τα κοράλλια, τα ναυάγια και τα φύκια. Χωρίς ήχο, αλλά με πολύ χρώμα!
Θεσσαλονίκη 
Μία πόλη που δε σε προδίδει ποτέ. Που σου επιτρέπει να πας οπουδήποτε στον κόσμο αγαπάς, αλλά που σου θυμίζει πως χωρίς αυτήν δε θα μπορέσεις να ζήσεις πολύ. Μια πόλη από όπου πάντα θα επιστρέφεις...

Ιούλιος 2012

Πάτρα
 Με το ένα πόδι να αποδράσει πέρα από την Αδριατική. Σου δίνει την εντύπωση πως αυτή η πόλη πάντα θέλει να φύγει και να φτάσει απέναντι...Σικελία σου ‘ρχομαι...

Αθήνα
Όσο άσχημη και αφιλόξενη κι αν τη θεωρείς, δεν ξεχνάς πως αποτέλεσε τη μήτρα του παγκόσμιου πολιτισμού. Συνείσφερε πολλά και –πίστεψέ με- ακόμη και σήμερα έχει να σου δώσει πάμπολλα. Σε μένα τουλάχιστον ήτανε γενναιόδωρη πολύ, ακόμα και υπό 40ο C!! Για να μην πω ότι όντας άδεια, είχε μόνο όσους θα έπρεπε και θα ήθελα να έχει!

ΥΓ: έκανες άνετα πικ-νικ στη Σταδίου μέρα μεσημέρι!

Νικήτη
Οι θάλασσες της Χαλκιδικής δε θέλουνε ποτέ συστάσεις, γιατί ποτέ δεν υπόσχονται. Μόνο δίνουν. Εξαρχής!  Νερά καθρέφτες, άμμος χρυσός και  οπτική στον ορίζοντα χωρίς γωνίες!

Άφυτος (της Αθύτου) 
Θα μπορούσα να γράφω ώρες έχοντας τα τροπικά γαλαζοπράσινα νερά στο ύψος των ματιών μου κάτω ακριβώς από τα μαυρισμένα και ξεφλουδισμένα μου πόδια. Θα μπορούσα να κάθομαι απλώς ώρες και να κοιτώ αυτήν τη θελκτική θάλασσα χωρίς να κάνω τίποτε άλλο. Να κλείνω τα μάτια και να βλέπω πάλι θάλασσα.

Αύγουστος 2012

Αυτές οι τάσεις φυγής πάλι που σε πιάνουν καμιά φορά, ενώ οι άλλοι σε θεωρούν άνθρωπο αντοχής, σε κάνουνε να τρέχεις, να είσαι πάντα έτοιμος για να μεταναστεύεις. Να τρυπώνεις μέσα σε καράβια, ακόμη και βουλιαγμένα. Και έχεις την ψευδαίσθηση ότι τα κουφάρια αυτά θα σε ταξιδέψουνε μακριά, αλλά αυτά μόνο στον πάτο μπορούν να σε πάνε. Ταξιδιώτης Γ’ κατηγορίας, λαθρεπιβάτης στην καλύτερη περίπτωση στο ναυάγιο του εφιάλτη σου ή του ονείρου που έγινε εφιάλτης. Δύσκολα μπήκε ο μήνας. Ή, σωστότερα, δύσκολα βγήκε ο προηγούμενος...
Σου μιλούν όμως άλλα πράγματα. Διαλογίζεσαι με τις ομορφιές της φύσης. Σου μιλά η ξέρα, η χώρα με το πολύ καυτερό της φως που κάνει τον κάμπο να φαίνεται όχι ξερός αλλά χρυσός. Σε φωνάζει η θάλασσα η κρυψίνους να ακούσεις τα μυστικά της. Σου μαθαίνει πώς να φεύγεις ακόμα πιο πέρα. Σε διδάσκει να μην είσαι στατικός, αλλά η κίνησή της σε κάνει εκστατικό.
 Σου γελούν τα νησιά απέναντι και τα βράχια που διακόπτουν την ορμή της θάλασσας, ακόμη κι αν βάλουν πλάτη. Θαλασσοδέρνονται και το αντέχουν. Στέκουν υπερήφανα προβάλλοντας στην κορφή εκκλησάκια λευκά. Δέχονται σαν γυναικεία μήτρα τον ήλιο και τον αέρα. Είναι γενναιόδωρα. Εγκλωβισμένα, μα γενναιόδωρα. Αυτά πάλι, σε αντίθεση με τη θάλασσα, δε λεν να φύγουν. Κάθονται! Δέχονται ευλαβικά τη θεόσταλτη μοίρα που τα «καταδικάζει» να είναι απλά νησιά. Νησιά και τίποτε άλλο. Απλά, ξερά, ταπεινά κορφοβούνια, βράχοι ψηλοί που δε νίκησε η πνίχτρα η θάλασσα. Νικητές ή ηττημένοι?
Και τα δύο. Ηττημένα, γιατί είναι εγκλωβισμένα. Θύματα και ανεμο- και θαλασσο-δαρμένα. Νικητές γιατί κατάφεραν έστω και για λίγα μέτρα  να σηκώσουνε κεφάλι πάνω από τη επιφάνεια της θάλασσας. Έτσι ισορροπεί η φύση.
Κάπως έτσι παίρνεις κι εσύ αποφάσεις σε καταστάσεις. Κι ας βγήκε ο προηγούμενος μήνας άσχημα. Δέχεσαι τη στατικότητά σου, αλλά διεκδικείς την υπερηφάνεια σου. Έστω και δαρμένος από τα κύματα της ζωής που σού ‘ρχονται ξανάστροφα το ένα πίσω από το άλλο. 

Τζια
Δεν έχω παρά να καθήσω ήσυχα σε μία γωνία με το κεφάλι άδειο από σκέψεις και τον εαυτό μου γεμάτο προσλαμβάνουσες. Να μην χορταίνει το μάτι, να λυσσά το αφτί να ακούει τα πάντα, από τον πιο ταπεινό ψίθυρο ή τσάκισμα φρυγάνου μέχρι τον φλοίσβο της θάλασσας. Να σιγοτρέμει το κορμί σε κάθε επαφή με το υγρό ή το αέρινο στοιχείο της φύσης, με το άγγιγμα της άμμου και του βότσαλου. Να διψά η γλώσσα μου για αλμύρα και το ιώδιο να γλείφει πικάντικα το κορμί αλλά να γλύφει και το βότσαλο. Να σπάει η μύτη από πρωτόγνωρες μυρωδιές, να γεμίζουν τα πνευμόνια μου από  φρέσκο αυγουστιάτικο αέρα, να ψήνεται το δέρμα μου να ηλιοκαίγεται από τη φωτοδότρα πηγή του τόπου τούτου.
Και διαπιστώνω ότι είναι απίστευτο με πόσο «λίγα» υπάρχοντα μπορείς να περάσεις ωραίες διακοπές! Μια παρέα φίλους, καφέ που μετά το μεσημέρι γίνεται τσίπουρο και άπειρο κουτσομπολιό, άφθονο γέλιο και καλομαγειρεμένο φαγητό, χωρίς να μπεις στην κουζίνα. Από του αυτομάτου! Ζωή χωρίς φιλίες, φαγητό δίχως αλάτι! Τρώγεται? Τρώγεται! Αλλά θα είναι άνοστο!
Υποκλίνομαι ομορφιά του Αιγαίου πελάγους στον κόρφο της μοναχικής και θαλασσοδαρμένης αλμύρας, της σκαρφαλωμένης στα κυματόζωστά σου βράχια. Εκεί που έχει πρόσβαση μοναχά το βλέμμα. Το βλέμμα ενός κουρασμένου και προβληματισμένου ταξιδιώτη που είδανε και έζησαν περισσότερα τα άδεια του βλέμματα. Εκείνα που κοιτάνε μα δε βλέπουνε ώρες-ώρες παρά ένα κενό μέσα στην απόλυτη βαβούρα μιας ζωής απαιτητικής. Βουλιμικής και αδηφάγας. Και επί μονίμου βάσεως βασανιστικής....

Κύθνος 
Αν δεν έχεις πει όντας ευτυχής το «Αν είναι να πεθάνω, θέλω να πεθάνω τώρα!» θα το πεις στα Λουτρά της Κύθνου κάποιο βραδάκι δροσερό του Αυγούστου, όταν τα σπίτια που δείχνουν έτοιμα να γκρεμοτσακιστούν στο λιμάνι καθρεφτίζονται στα μπλάβα νερά του και από το μικρό μικρούτσικο μπαράκι ακούγονται θαλασσινές μελωδίες! 
Έρημο μικρό λατρεμένο νησί. Σπιτάκια λευκά σπαρμένα στις πλαγιές και μια φυσική ομορφιά που δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από τις μεγαλουπόλεις της χερσαίας Ελλάδας. Πού θα τη βρεις την ομορφιά την εσπερινή που κάνουν οι γειτόνισσες οι καθισμένες στο πεζούλι της πόρτας τους σιγομουρμουρίζοντας?

Ακράγαντας
Καλή η αύρα που σου δίνει η Μεγάλη Ελλάδα, το μεγαλείου του ηφαιστείου της Αίτνας που σιγοβράζει σαν πελώριο καζάνι έτοιμο να εκραγεί, αλλά η απομυθοποίηση του μακρινού αυτού προορισμού έρχεται με τη διαπίστωση ότι οι Σισιλιάνοι είναι una faca una raca με τους Έλληνες!
(επιφυλάσσομαι για λεπτομέρειες)

Άγ. Κων/νος – Θερμοπύλες

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες•
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία•
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε•
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

Γιατί και αυτές τιμημένες γινήκαν...Γιατί θα ήτανε πολύ δύσκολο η Ελλάδα να μην είχε τέτοια παραγωγή σε ποιητές και λογοτέχνες. Γιατί ακόμη κι αν δεν υπήρχε ο Ελύτης ή ο Σεφέρης ή ο Καβάφης θα έπρεπε να έχουμε εφεύρει έναν (το ελάχιστον), παραφράζοντας τον Βολταίρο, για να κάνει αυτή τη «δουλειά». Να καλύψει δλδ αυτήν την «υποχρέωση». Γιατί περί υποχρέωσης πρόκειται να εξυμνείς  έναν τόπο που σου χαρίζει τόσο απλόχερα ό,τι έχει ή δεν έχει. Που σου δωρίζει γενναία πολύ από το «είναι» και το «έχειν» του. Τρομάζεις! 
Καμιά φορά δεν μπορείς να πιστέψεις πόσο απλά είναι τα πράγματα. Βλέπεις την απλότητα της φύσης να ξεχύνεται στα πόδια σου και παραδέχεσαι ότι ο άνθρωπος κάνει τα πράγματα δύσκολα, όχι εκείνη. Είναι απλό να είσαι ωραίος. Η ωραιότητα είναι απλότητα. Κι όμως, την κάνουμε δύσκολη αυτήν την ομορφιά. Και αισθάνομαι μια δέση στη γλώσσα. Είναι περιττό να πεις οτιδήποτε για αυτό που βλέπεις. Νιώθεις ότι το βεβηλώνεις όταν μιλάς. Το καταστρέφεις. Το φορτώνεις. Ή μερικές φορές το αδικείς! Ό,τι κι αν πεις είναι λίγο. Είναι λιγότερο. Είναι κατώτερο. Ε ναι! Γιατί είναι άνισος ο αγώνας ανάμεσα στη γλώσσα που πασχίζει να εκφράσει από μόνη της ό,τι ταυτόχρονα οι πέντε σου αισθήσεις μαζί αντιλαμβάνονται με τις συνειρμικές σου σκέψεις.

Όλα τα ωραία πράγματα λένε ότι έχουνε ένα τέλος! Ψέματα! Εκεί που οι διακοπές τελειώνουνε, εγώ νομίζω πως αρχίζουνε όλα. Γιατί τώρα αρχίζει η εκτίμηση των όσων έχουμε. Έχουμε. Εκτός από δέντρα και δάση έχουμε και φρύγανα, αμπέλια και γέρικες χρυσές ελιές. Όχι πλατανοσκέπαστες αλλά εκτιθεμένες στον ήλιο, στην κάψα και στην ελπίδα. Έχουμε φρύγανα, σαμιαμίδια και πέτρες απρόσιτες, λιθάρια λαξευμένα και άσπρα σπιτάκια ασήμαντα στου κύμα του Αιγαίου. Ασήμαντα σπιτάκια, αλλά σημαντικά σπιτικά, κόποι ετών κουρασμένων ανθρώπων, που δούλεψαν μια ζωή για ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους. Και έχουμε και ρίγανη και βασιλικούς, σπασμένες στάμνες στις αυλές και χορταριασμένες σε ασβεστωμένα σοκάκια του πελάγου. Και βοκαμβίλιες και χώμα διψασμένο για νερό και δάκρυα. Για νερό. Ας είναι και γλυφό. Και έχουμε βράχια απρόσιτα, κοφτερά που μαλακώνουν σαν θαλασσοδέρνονται στο θυμωμένο κύμα. Και βότσαλα. Άλλοτε κοφτερά που γλύκαναν στο λάξεμα του ανέμου. Και έχουμε εκκλησιές πολλές με ανάταση προς του θεού το στέμμα, άσπρες αγνές, παρθένες από ανθρώπου βλέμμα. Τζιτζίκια, κοχύλια, αρμυρίκια, ακτές που σφύζουν από κίνηση με σκορπίνες, χταπόδια και ροφούς, κάτω από το μάτι της ακτής. Κοράλλια και κανάτια βυζαντινά απ’ όνα ναυάγιο γεροντικό στα σπλάχνα μιας θάλασσας που συνεχώς γεννοβολάει ζωή υδρούσα, ζωή υδρόβια.
Κοίτα! Είναι ένας άλλος κόσμος πέρα από τη σκληρή πραγματικότητα. Σε εκείνη την πραγματικότητα όπου παλεύεις να βγάλεις το ψωμί σου...ή μήπως το παντεσπάνι? Υπάρχει μια ζωή απλή, απλούστατη, απλοϊκή, ερημική και ορμητική που σου ξυπνάει τα αρχέγονά σου ένστικτα. Μην την υποτιμάς! Εκείνη σου χαρίζεται, παρθένα να τη δαμάσεις κι εσύ τρέχεις σε πολυτελείς αμερικανιές του τύπου all inclusive resorts....Εγώ μια φορά την υπόσχεσή μου την κράτησα. Εσύ?

Ένα τραγούδι ξεχώρισα αυτό το καλοκαίρι. Σας το αφιερώνω...

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Πετάει, πετάει...το μυαλό μου!!!

Θα ήθελα να είμαι αεροπλάνο να πετώ. Να κόβω τα σύννεφα στη μέση. Να σχίζω καισαρικά τους ουρανούς και να εγκλωβίζομαι σε παγωμένους αιθέρες. Ψηλά με σιδερένια φτερά να παραβγαίνω τους αετούς. Να βλέπω αφ’ υψηλού τους ψηλομύτες! Και να μην έχω προορισμό κανέναν. Θέλω να πηγαίνω. Μονάχα να πηγαίνω χωρίς επιστροφή. Το εισιτήριό μου να είναι one way, μόνο aller! Το retour  θα το σχίσω! Μόνο θα πηγαίνω σε έναν τόπο μακρινό, αλλά δε θα ξαναγυρίζω, γιατί σημείο αναφοράς θα έχω το εκεί, ποτέ το εδώ. Και θα φεύγω. Μου αρέσει να φεύγω, όχι να φεύγουν. Είναι μελαγχολικό να μένεις πίσω. Και δεν είναι καλό να γυρίζεις πίσω. Ο Οδυσσέας είναι passé! Είναι συναρπαστικό να πηγαίνεις μπροστά. Και να απογειώνεσαι. Ναι! Να απογειώνεσαι σαν τα αεροπλάνα. Να χάνεις έκπληκτος τη γη κάτω από τα πόδια σου και να αιωρείσαι. Να απομακρύνεσαι με τρόπο από όσα αφήνεις πίσω και να αποστασιοποιείσαι. Να αρχίσεις να βλέπεις τον κόσμο από μακριά, πολύ μακριά σαν κουκίδες. Να βλέπεις πως οι άνθρωποι φαντάζουν «ανθρωπάκια» που εχουν μικρότητες... κι εσύ, ένας μικρός σιδερένιος φτερωτός αετός, να χλευάζεις τη ματαιότητα του κόσμου, σαν θεός.  
Θα ήθελα να είμαι αεροπλάνο... αλλά δεν είμαι. Μια επιβάτης είμαι απλή που περιφέρεται σε σταθμούς αναχωρήσεων. Ποτέ αφίξεων. Μια επιβάτης που τη συνεπαίρνει η φινέτσα που τυλίγει σαν θείο δώρο την πτήση. Μου αρέσει η επιμονή διαχωρισμού των πάντων, η επιμονή για κατάταξη ιεραρχική όλων. Η τομή ανάμεσα στους αφιχθέντες και τους αναχωρήσοντες, στους ταξιδιώτες και στα μπαγκάζια τους. Και  η προσποιητή –έστω- ευγένεια! Και τα ακριβά φρου-φρου και αρώματα! Μου αρέσει και η ασφάλεια εν είδει τελετουργίας απαράβατης! Και η καθαριότης με τα πλακάκια όπου καθρεφτίζεις την αγωνία σου να πετάξεις! Και οι καλοντυμένοι κύριοι και οι σικάτες κυρίες, η έλλειψη πλέμπας και η επαιτεία που δεν απλώνει ρακένδυτα χέρια, αλλά είναι διάφανη και με «ετικέτα»: unicef!
Και μου αρέσει που επιτρέπεται το φαγητό! Δεν είναι ντροπή! Δεν το ζητάς καν! Σου το κερνάνε! Μου αρέσει και η μουσική που είναι επιβεβλημένα  ορχηστρική!

ΥΓ: Το λεωφορείο.... καλό δε λέω! Αλλά η τελευταία φορά που είδα κάποιον να τρώει σε λεωφορείο ήτανε μια γιαγιά που καθάριζε ένα αβγό στις 6.00 το πρωί για να πάρει τα χάπια της για την πίεση, το ζάχαρο και την καρδιά και τον οδηγό να τη μαλώνει σε μουσική υπόκρουση «τέρμα» σκυλάδικων (στις 6.00 το πρωί ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΩ!)


Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Γράμμα στον Άγιο Βασίλη….

31/12/2010

Αγαπημένε μου Άη Βασίλη,
Η αλήθεια είναι ότι δεν πιστεύω και πολύ ότι υπάρχεις. Δεν αμφισβητώ βέβαια ότι υπήρξες! Τώρα αν ήσουνα -όπως σε παρουσιάζει η Coca-Cola-  ψηλός, χοντρός, ασπρογένης με γαλλική κοκκινιστή, σαν το βοδινό της μαμάς, μυτούλα και με τέτοιο χαμόγελο και χοχολίστικο γέλιο και, ενώ έχεις μόνο μία νύχτα να μοιράσεις τα δώρα σου, δεν αγχώνεσαι…. αυτό μόνον εσύ το ξέρεις.
 Διαθέτεις τέτοιο εργαστήρι με τόσους βοηθούς? Μέσα σε ένα βράδυ κατεβαίνεις από τόσες καμινάδες χωρίς να γκρεμοτσακίζεσαι και χωρίς να κάνεις μαύρα τα κόκκινά σου ρούχα από τις καπνιές? Εσύ μάνα δεν έχεις να σε μαλώνει όταν λερώνεσαι? Και το έλκηθρο σου πώς πετάει? Δεν ισχύουν για σένα οι νόμοι της φυσικής, όπως αυτός της βαρύτητας? Και στα σπίτια που δεν έχουν τζάκι, δηλαδή  «δεν είναι από τζάκι» (κάποτε ίσχυε το αντίθετο) δεν πηγαίνεις? Περνάς μήπως και μέσα από τις σωλήνες του καλοριφέρ ή από το μπουρί της σόμπας? Και γιατί ξαφνικά στα 75 σου θέλησες να γίνεις ακροβάτης αλά τσίρκο Μεντράνο και κρεμιέσαι από τα κάγκελα στα μπαλκόνια σαν να μας απειλείς ότι θα αυτοκτονήσεις?
        Όπως και να ‘χει Άη Βασίλη μου, εγώ θα σου ευχηθώ να συνεχίσεις να υπάρχεις, έστω και νοερά, έστω περιστασιακά -μια φορά το χρόνο, έστω και φαντασιακά ή ιδεατά, για να έχουμε μία ελπίδα και κάτι να προσμένουμε:
Και δεν ξέρω αν φτιάχνεις στο εργαστήρι σου μόνο κουκλίτσες και τρενάκια με πολύχρωμες ροδίτσες για τα παιδάκια, θα ήτανε πάντως πολύ χρήσιμο αν έφτιαχνες και άλλα πράματα για τους ανθρώπους, τους πιο μεγάλους: θα μπορούσες, ας πούμε, να φτιάξεις μυαλό για πολλούς που δεν έχουν ή που είχανε αλλά το χάσανε λόγω ξιπασιάς. Επίσης, θα μπορούσες να μοιράσεις αξιοπρέπεια σε κάποιους ανθρώπους, γιατί ξεφτιλίζουν τον εαυτό τους αλλά και τους άλλους ενίοτε με τις πράξεις τους. Ή και καλλιέργεια!!Βέβαια! Σπουδαίο δώρο και είδος υπό εξαφάνιση! Όπου και να ψάξεις, λένε, δε βρίσκεις, γιατί δεν πουλιέται. Μόνο φτιάχνεται! Αχ! Άγιε μου Βασίλη, Θεό θα σε κάνω! Σε παρακαλώώώ!!!! Να χαρείς τα ποθαμένα σου!!! Τόσα ξωτικά έχεις γύρω σου!!! Βάλ’ τα σε παρακαλώ να φτιάξουν λίγο από «καλλιέργεια» και μοίρασέ τηνα στους φτωχούς και στους δήθεν πλούσιους! Θα σε ευγνωμονώ μια ζωή. Και να δεις που εγώ θα σου ανάψω μια λαμπάδααααα, ίσα με το μπόι σου!
 Ακόμη θα ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους σου, αν έφερνες σύνεση και προνοητικότητα σε κάποιους που δεν φροντίζουν εκ των προτέρων να εξασφαλίσουν σημαντικά προς το ζην πράματα…
        Για την οικογένειά μου Άη Βασίλη θέλω λίγα αλλά πολύ σημαντικά πραματάκια: εκτός από τα παραπάνω θέλω στη μαμά μου να της φέρεις λιγότερα έως καθόλου πιάτα και σεμεδάκια για τη νέα χρονιά. Άη Βασίλη έχουμε πρόβλημα! Έχει γεμίσει ήδη εφτά αποθήκες και πάει (απ)αισίως για την όγδοη! Επίσης, θέλω να την κάνεις να μιλάει λιγότερο, γιατί μας παίρνει τα αφτιά άλλοτε με λόγο και άλλοτε χωρίς. Τις περισσότερες χωρίς αλλά η μαμά πάντα βρίσκει λόγο να μουρμουρίζει. Να της δώσεις λιγότερο χρόνο για τους άλλους, γιατί όλο για τους άλλους τρέχει και ποτέ για τον εαυτό της κι όταν της κάνουμε παρατήρηση μας λέει εμάς να μη μας νοιάζει αλλά όταν το βράδυ βογκάει από τους πόνους στα πόδια της, εμείς την ακούμε αλλά της λέμε ότι δε μας νοιάζει και μετά αυτή λέει παιδιά έβγαλα εγώ ή σκυλιά και ότι δεν πρόκειται ποτέ ξανά να μας πλύνει ούτε ένα ρούχο και να μας ξαναμαγειρέψει και να πάμε στη γειτόνισσα να μας φροντίσει. Εν τω μεταξύ η γειτόνισσα είναι φίλη της και δεν ξέρω γιατί κάθε φορά την αναφέρει λες και είναι ο πιο αδιάφορος άνθρωπος στον κόσμο.
        Άγιε Βασίλη, θέλω ακόμα να φέρεις στο μπαμπά μου λίγο παραπάνω υπομονή από όσο είχε πέρυσι για να αντέξει τη μαμά που του άσπρισε, όπως λέει, τα μαλλιά αλλά κάθε φορά που δεν είναι καλά η μαμά μας λέει συνέχεια τη μαμά και μάτια σας γιατί χαθήκαμε όλοι… Τελικά τη θέλει ή δεν τη θέλει, δεν έχω καταλάβει ακόμη, έχω μπερδευτεί και η πλάκα είναι ότι προχθές κλείσανε αισίως 33 χρόνια γάμου, σαν τον Μεγα-Αλέξανδρο, το Χριστό και το Διγενή Ακρίτα και κάθε χρόνο λένε ότι θα χωρίσουνε αλλά μαζί δεν κάνουνε και χώρια δεν μπορούνε και εγώ με τον αδερφό μου δεν τους παίρνουμε πια στα σοβαρά, γιατί μάλλον αγαπιούνται παρόλο που η μαμά έλεγε συνέχεια ότι δεν έφταιγε κανένας άλλος παρά αυτή που άφησε το χωριό της και ήρθε ξένη μες στους ξένους. Αλλά ούτε αυτό το κατάλαβα γιατί η μαμά ξέρει πιο πολλούς ανθρώπους σε αυτόν τον ξένο τόπο από το μπαμπά…
        Επίσης, καλέ μου Άγιε Βασίλη, θέλω να φέρεις τον αδερφό μου λίγο πιο κοντά από εκεί που είναι, γιατί βαρεθήκαμε κάθε φορά να τρέχουμε χιλιόμετρα με τα τάπερ τα γεμάτα μαγειρεμένο φαγητό και να μας έχουνε μάθει όλοι οι οδηγοί του ΚΤΕΛ ότι στέλνει η μάνα στον (υ)ιό της σαρμαδάκια γιαλαντζί ή λαγό στιφάδο και πατάτες γάστρας πάνω σε ένα πούλμαν σαν να πάνε εκδρομή στον Άγιο Νεκτάριο της Αίγινας να προσκυνήσουν στο μοναστήρι ένα πράμα… Ρεζίλι έχουμε γίνει!
        Για μένα Άη Βασίλη δε θέλω και πολλά! Όλα τα παραπάνω αν κάνεις για τους άλλους, εγώ θα είμαι πλήρης και θα νιώθω ανακουφισμένη από όλη αυτή τη γκρίνια και τη φασαρία που συμβαίνει γύρω μου! Γι’ αυτό Άη Βασίλη μου, αν υπάρχεις, σε παρακαλώ, μην παραβλέψεις αυτό το γράμμα και μου φέρεις πάλι ό,τι, υποτίθεται τουλάχιστον, πως μου έφερες εσύ πέρυσι: εβδομήντα πέντε ευρώ μέσα σε έναν φάκελο με μια Χριστουγεννιάτικη Κάρτα με ευχές… Λεφτά είναι αυτά, δηλαδή χαρτιά. Να, γι’ αυτά τα παλιόχαρτα χάλασαν οι άνθρωποι και είναι όλοι δυστυχισμένοι γύρω μας: γιατί κανείς, Άη Βασίλη μου, δεν εκτίμησε ποτέ πόσο πολύ αξίζει αυτό που «είναι» κάποιος κι όχι αυτό που «έχει». Γιατί κανείς δεν κατάλαβε πως όταν κάποιος «ΕΙΝΑΙ», ο Θεός του δίνει και «ΕΧΕΙ»… Όλοι νομίζουν το αντίθετο: πως όποιος «ΕΧΕΙ» σημαίνει και πως «ΕΙΝΑΙ»… και να που κατάντησε η χώρα μου… γι’ αυτό: μη, παρακαλώ σε, μη λησμονάς τη χώρα μου!!!!
Σε φιλώ
Το Μικρό Κωνσταντινάκι
(…που βγήκε από μέσα μου)