Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τιτανικός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τιτανικός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Οι άνθρωποι της διπλανής θέσης

Είναι κάτι σαν τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Από εκείνους που δεν τους διαλέγεις, αλλά κάποια τύχη, ενίοτε και ατυχία σου τους κουβάλησε δίπλα σου. Σαν τα βιβλία στα ράφια ένα πράμα. Μια τύχη τα έβαλε δίπλα δίπλα, μα έχουν τόσο διαφορετικό περιεχόμενο μεταξύ τους! Και φυσικά το εξώφυλλο δεν προεξοφλεί τις περισσότερες φορές το περιεχόμενό τους. Κάπως έτσι συναντιέσαι τετ α τετ με διάφορους τύπους σε κάποιο τραπέζι, σε κάποιο μέσο μαζικής μεταφοράς, σε μια ουρά δημόσιας υπηρεσίας. Εκεί όπου η ώρα ή η ουρά σε θέλει καθηλωμένο και σχεδόν με κεφαλοκλείδωμα παγιδευμένο χωρίς επιλογή να πας πιο πέρα, πιο μπροστά ή πιο πίσω. Και προσπαθείς να σταθείς στο ύψος σου. Το δικό σου και των περιστάσεων. Αναγκαστικά τότε ακούς, βλέπεις, παρατηρείς τι ποικιλία χαρακτήρων κυκλοφορεί. Συστήνεσαι με κάτι έξω από εσένα και παραδέχεσαι πως όντως υπάρχουν πολλοί άλλοι, πολύ διαφορετικοί από εσένα που ζουν δίπλα σουΧωρίς να τους ζήσεις μπορείς άνετα να πιάσεις τον σφυγμό τους, να νιώσεις την αγωνία τους να σου πουν μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας πού έχουν πάει,να σου αποδείξουν τι σπουδαίο έχουνε κάνει στη ζωή τους, να δείξουν όχι τι διαφορετικό, αλλά τι και πόσο σπουδαιότερα έχουνε από εσένα, από τους άλλους, ή πόσο περισσότερα έκαναν-πέτυχαν τελικά από αυτά που προσδοκούσαν στη ζωή τους και γι’ αυτό αποτελούν έκπληξη για τον ίδιο τους τον εαυτό που τον ξεπέρασαν. Είναι ίσως ο ενθουσιασμός και η περηφάνια. Είναι ο πάγος της πρώτης γνωριμίας που πρέπει να σπάσει, είναι η αμηχανία που πρέπει να ξεκουμπιστεί!
Είναι όμως και αυτή η επιβεβαίωση που μπορεί να ζητιανεύει κανείς εντός ολίγων λεπτών. Είναι η αναζήτηση αναγνώρισης που μπορεί να ζητά από κάποιον άγνωστο. Είναι το να προλάβει μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας ή σε κάποιες ώρες να μάθει ο άλλος για εκείνον και να νιώσει τυχερός που τον γνώρισε! Να ευλογήσει τη μοίρα και να φτύσει τον κόρφο του που είχε την ευτυχή εμπειρία να τον βρει στο διάβα του. Προφανώς όμως και δεν καταλαβαίνει πως η έντονη αγωνία του να σου αποκαλύψει τα ταλέντα του, τη μοναδικότητά του και το σπουδαίο της καριέρας του ίσως προσκρούει επάνω στο προφίλ του ακροατή που έρχεται και προέρχεται από έναν άλλον κόσμο, χαμηλότερων τόνων, πιο μυστηριώδους ιδιοσυγκρασίας, ενδεχομένως με πλουσιότερο βιογραφικό από το δικό του, που δεν έχει τίποτα να αποδείξει σε κανέναν, αφού πρόκειται για αυταπόδεικτες καταστάσεις, πόσω δε μάλλον σε κάποιον φλύαρο τενεκέ ο οποίος πολύ φυσιολογικά κάνει θόρυβο, αφού είναι άδειος (από ουσία)! Τότε ο τελευταίος αντί να σπάσει τον πάγο, καταφέρνει μάλλον να προσκρούει σε παγόβουνο σαν τον Τιτανικό στο παρθενικό του ταξίδι! Συντριβή, πανωλεθρία, ναυάγιο η κάθε προσπάθεια ευόδωσης περαιτέρω σχέσεων!
Το παγόβουνο ζει απλά για τις εξαιρέσεις της ως άνω κατάστασης και ελπίζει μέχρι να βρεθεί όχι ο επόμενος που θα προσπαθήσει να το σπάσει εν αρχή προσκρούοντας επάνω του εντέλει, αλλά περιμένοντας εκείνον που θα το λιώσει!

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

Πριν αλέκτωρ λαλήσει...

«Μη με ξυπνάς απ’ τις έξι....πριν ακόμα ο ήλιος να φέξει, ξυπνητήρι τρελό σε μισώ σε μισώ σε μισώώώ!! Σήκω! Ξύπνα! Σήκω! Ξύπνα! Σήκω! Ξύπνα!....». Αναβολή! Σε δέκα λεπτά επανάληψις: «...Σήκω! Ξύπνα! Σήκω! Ξύπνα!....» Και ο μικρός μαθητάκος, κάτι μεταξύ Σκουντούφλη και Χουζούρη, αφού πατήσει τελικά «απενεργοποίηση» στο ξυπνητήρι του κινητού του, σέρνοντας τα βαριά από το πρωινό ξύπνημα πόδια του, κατευθύνεται προς το μπάνιο να ρίξει νερό στο πρησμένο από τον ύπνο πρόσωπό του. Στη διπλανή κρεβατοκάμαρα, ένα άλλο άσμα, παρεμφερές ως προς το περιεχόμενο της επωδού (συγχωρέστε με για την υβριστική σύγκριση!), σε λαϊκή αυτή τη φορά πενιά προσπαθεί να σηκώσει το μπαμπά από το κρεβάτι με τη φωνή του μεγάλου τροβαδούρου Στέλιου: «Γιατί με ξύπνησες πρωίίίίίίί, μέσα στον ύπνο τον βαθύύύύ..., γιατί την πόρτα μου ξυπνάς, τι θέλεις τώρα τι ζητάς, ω ω ωωω...κλπ κλπ κλπ». Με ακόμη πιο βαριά βήματα ο μπαμπάς, μετά από τρεις περιοδικές αναβολές, κατευθύνεται στο μπάνιο επίσης.
Πάντως, εδώ που τα λέμε, γίνεται με στρουμφάκια, γίνεται με Καζαντζίδη, μια φορά το πρωινό ξύπνημα με τυμπανοκρουσίες ή άνευ είναι λίγο μισητό.
        Όταν η τελευταία σου αίσθηση πριν πέσεις για ύπνο είναι η λαχτάρα του μαλακού σου κρεβατιού και του πουπουλένιου σου μαξιλαριού, η απόλαυση της καθαρότητας του προσώπου σου μετά την κρέμα ματιών, χεριών και νυκτός, η φρεσκάδα που αναδύει  η μαλακιά σου φρεσκοσιδερωμένη πυτζάμα ή νυχτικιά και κυρίως το εξάωρο- οχτάωρο που απλόχερα προσφέρεται ολοδικό σου στο εγγύς μέλλον μετά τα τρεχάματα της αδηφάγας μέρας, το πρωινό ξύπνημα γίνεται πρωινός εφιάλτης. Τα όνειρα άλλωστε δεν είναι μόνο βραδινά.  
Και όλα λειτουργούν με σύμμαχο τη βαρύτητα: το πάπλωμα, ακόμα και στην καλοκαιρινή του έκδοση, τουτέστιν σεντόνι, βαραίνει περισσότερο. Το μαξιλάρι, όσο πουπουλένιο και να ‘ναι, δεν υπακούει στην άνωση αλλά σε έλκει σαν μαγνήτης προς το κρεβάτι. Το σώμα σου ζηλεύει τον Τιτανικό και θέλει να βουλιάάάζει, να χουχουλιάάάζει, όλο και πιο βαθιά στα μαλακά σου σκεπάσματα. Τα μάτια σου αρνούνται να αναλάβουν τα καθήκοντά τους και να ενεργοποιήσουν την αίσθηση της όρασης.
Και σφίγγεις το μαξιλάρι, στριφογυρίζεις σαν τη γη γύρω από τον εαυτό σου και θες με αγωνία να συνεχίσεις το έργο που έβλεπες στα βραδινά σου όνειρα κάτω από το πάπλωμα ή κουκουλώνεσαι με το σεντόνι δημιουργώντας ψευδαισθήσεις περί του αδίστακτου χρόνου. Ρίχνεις μια αναβολή και γυρίζεις από την άλλη. Όμως η αναβολή στο ξυπνητήρι δεν ακυρώνει το χρόνο, που εξακολουθεί αγχωμένα και αγχωτικά να τρέχει σαν τον Σπύρο Λούη!
Κι εσύ πρέπει να αρνηθείς τον πολυαγαπημένο σου φίλο, το κρεβάτι. Πώς? Οι τύψεις σε κατακλύζουν! Το συναίσθημα υπερισχύει. Προδίδεις τους φίλους σου? Στο κάτω-κάτω το κρεβάτι μπορεί και να είναι ο μόνος φίλος που δε πρόδωσε ποτέ. Εσύ γιατί να του το κάνεις αυτό? Είναι ο σύντροφος που σε περιμένει να πλαγιάσετε αγκαλιά, ακόμη κι αν είσαι σ’ αυτή τη ζωή μόνος. Είναι εκείνος που ακούει τις βραδινές σου σκέψεις και αντέχει τα οικογενειακά βάρη  που γεμίζουν το κεφάλι σου. Είναι πάντα εκεί, γιατρός, να διώξει τους πονοκεφάλους σου και δε σε παρεξηγεί ποτέ, ακόμη κι αν σε δει απεριποίητο, άβαφη ή ατημέλητο.
Ξεκούραση στην κούραση, γιατρός στον πυρετό σου, συμπαραστάτης, στυλοβάτης στις αϋπνίες σου. Βλέπει τα όνειρα σου, ακούει το παραμιλητό σου, σκουπίζει το βράδυ τον ιδρώτα σου, χαλαρώνει το πιασμένο σου κορμί. Σκούντα το. Κάθισέ το. Πάτα πάνω του για να κατεβάσεις από τη ντουλάπα το χειμερινό σου παλτό. Δε θα πει λέξη. Δε θα παραπονεθεί. Θα σε υπομείνει καρτερικά....
Ωστόσο το στρουμφάκι ή ο Καζαντζίδης θα τραγουδούν κάθε πρωί. Κι εσύ εν τέλει θα αναγκαστείς να σηκωθείς. Προδοσία! Τι να κάνουμε? Κι αυτή η ακούσια προδοσία μες στη ζωή μας είναι. Στη διαδρομή για το μπάνιο, φωνάζεις:
«Μαμάάάά!!! Γάλα!»
«Γυναίκαααα!!! Καφέ»
Γιατί η μάνα-γυναίκα, φύσει και θέσει, δεν περιμένει κανένα στρουμφάκι, κανέναν Καζαντζίδη και κανένα κοκοράκι να τη σηκώσει από το εξίσου γι’ αυτήν θελκτικό και υποτίθεται ακατανίκητο κρεβάτι.  Είναι η μόνη σ’ αυτή τη ζωή που στην πρωινή μάχη με το κρεβάτι, έχει την «υπέροχη υπεροχή» και «προνόμιο» να πρέπει να βγει πάντα νικητής...
Καλή σου μέρα αν ξυπνάς...