Πάντα λάτρευα τα κουτσομπολιά! Να κάθομαι με τη φίλη μου πίνοντας καφέδες ατελείωτους και να την κουτσομπολεύω μέχρι εκεί που δεν πάει. Το ίδιο και σε εκείνη. Πάρε και δώσ’ του το θάψιμο η μία για την άλλη. Ε καμιά φορά έπαιρνε η μπάλα και τις μαμάδες μας: «Εμένα μου έκανε εκείνο, μου είπε το άλλο»! Τα ίδια κι εκείνη. Ε μερικές φορές πιάναμε καμιά κουβέντα και για κανένα περιφερειακό αρσενικό που μας πλεύριζε... αυτά! Μέχρις εκεί. Άλλωστε η φιλοσοφία πάει πακέτο με το «τσάι και συμπάθιο». Οι συνειρμοί σε εξοκέλλουν από το θέμα και το κουτσομπολιό είναι μόνο η αρχή. Για να μην καταντήσει «τσάι και αντιπάθιο»! Άλλωστε έχεις τόσα να πεις για τη βουλιμία που σε πιάνει με τα ξεροψημένα βουτήματα του καφέ, για το λεωφορείο που άργησε και πάγωσες στη στάση περιμένοντάς το, αλλά και για την εργασία που έστειλες στον καθηγητή και σου τη γύρισε αγνώριστη σαν να την έκανε μόνος του και ψάχνεις το μερίδιό σου πίσω από ένα σκασμό διορθώσεις, που πού να σου μείνει χρόνος να σχολιάσεις με ποια τα έφτιαξε ο γείτονας και άφησε τη γυναίκα του με τρία παιδιά πίσω, ύστερα από είκοσι επτά χρόνια γάμου!!!
Είναι κι εκείνα τα όνειρα και οι βλέψεις που έχουν στριμωχτεί κάτω από τη γλώσσα, και ως γνήσια υπογλώσσια θέλουν να καταλαγιάσουν την έξαρση του ενθουσιασμού σου, που όσο μιλάς, εκείνος άλλο τόσο παροξύνεται!! Από πού να αρχίσεις? Τι να πρωτοπείς στη φιλενάδα σου? Ξεστομίζεις τη λεπτομέρεια του άβολου χθεσινοβραδινού σου ύπνου και στο καπάκι το ανάγεις σε θεωρίες περί ηρεμίας, που έχει ή δεν έχει σκοπό να αποκτήσει το σώμα σου, και βρίσκεσαι ξαφνικά να αναλύεις ανατολικής προέλευσης θεωρίες περί ψυχοσωματικών θεμάτων και βάλε.
Κι όμως! Ξαφνικά, σε μια ομήγυρη, σε μια παρέα, σε ένα ουζάκι, πώς γίνεται και ξεφυτρώνουν καμιά φορά τέτοια παράσιτα που αναρριχώνται γύρω από το λαιμό σου και σε πνίγουν? Επιμέέέένουν...εκείείείεί! Να σου πουν «παρών» με τον χειρότερο τρόπο. Να σπάσουν τον πάγο με την κάκιστη συνήθεια: έμαθαν, άκουσαν, ρώτησαν, τους είπανε τέλος πάντων ότι ο χ τα έφτιαξε με την ψ, και ο δείνα μάλωσε με τη νύφη του και τσακώθηκε το ζευγάρι, και ο τάδε έκανε στη γυναίκα του αυτά και τα άλλα γι’ αυτό κι εκείνη έφυγε από το σπίτι!!!
Και μένω ενεή! Από πού στο καλό πηγάζουν οι ανεξάντλητοι κρουνοί της ενημέρωσης σε μια κοινωνία τοπική και όχι μόνο? Οι ειδήσεις των οκτώ δεν κάνουν άλλη δουλειά από απ’ ευθείας μετάδοση -σε real time νεοελληνιστί (!)- ανάμεσα στην κρεβατοκάμαρα του χ και τον ρεπόρτερ του καναλιού? Ή είναι τόσο φίλος ο «ρεπόρτερ της γειτονιάς» με τον τάδε που εκείνος του ξεφούρνισε τα σώψυχά του και του εμπιστεύτηκε τις μύχιες σκέψεις του? Κι αν είναι, γιατί ο άλλος, ως γνήσιος φίλος, δεν κράτησε μυστικό καλά κρυμμένο ούτε τα σώψυχα ούτε τις μύχιες σκέψεις, κι έσπευσε διόλου βραδέως αλλά τάχιστα να το διατυμπανίσει? Όλοι τα ξέρουν όλα πια σ’ αυτόν τον κόσμο?
Μα ποιος τους είπε πως εμένα με νοιάζουν οι ειδήσεις και δη τα συμβάντα σε ξένες κρεβατοκάμαρες?
Όταν λέω θέλω να κουτσομπολέψω, εννοώ τη φίλη μου που, όταν τη φιλοξενώ, καραδοκώ πότε θα ξυπνήσει για να φτιάξω καφέ σε έναν κουβά και να αρχίσουμε κάτι 3ωρα κουτσομπολιά με τις πυτζάμες για όσα συνέβησαν στα 80 τετραγωνικά της δικής μου ζωής και στα άλλα τόσα της δικής της.
Και μια τελευταία ερώτηση:
Ποιος σοφός το είπε τέλος πάντων ότι «Οι μεγάλοι άνθρωποι μιλούν για ιδέες, οι μεσαίοι για γεγονότα και οι «μικροί»...για του άλλους!»? Θέλω να μάθω τώρα και να του δώσω ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ!!!!
Ε? Ποιος?
Είναι κι εκείνα τα όνειρα και οι βλέψεις που έχουν στριμωχτεί κάτω από τη γλώσσα, και ως γνήσια υπογλώσσια θέλουν να καταλαγιάσουν την έξαρση του ενθουσιασμού σου, που όσο μιλάς, εκείνος άλλο τόσο παροξύνεται!! Από πού να αρχίσεις? Τι να πρωτοπείς στη φιλενάδα σου? Ξεστομίζεις τη λεπτομέρεια του άβολου χθεσινοβραδινού σου ύπνου και στο καπάκι το ανάγεις σε θεωρίες περί ηρεμίας, που έχει ή δεν έχει σκοπό να αποκτήσει το σώμα σου, και βρίσκεσαι ξαφνικά να αναλύεις ανατολικής προέλευσης θεωρίες περί ψυχοσωματικών θεμάτων και βάλε.
Κι όμως! Ξαφνικά, σε μια ομήγυρη, σε μια παρέα, σε ένα ουζάκι, πώς γίνεται και ξεφυτρώνουν καμιά φορά τέτοια παράσιτα που αναρριχώνται γύρω από το λαιμό σου και σε πνίγουν? Επιμέέέένουν...εκείείείεί! Να σου πουν «παρών» με τον χειρότερο τρόπο. Να σπάσουν τον πάγο με την κάκιστη συνήθεια: έμαθαν, άκουσαν, ρώτησαν, τους είπανε τέλος πάντων ότι ο χ τα έφτιαξε με την ψ, και ο δείνα μάλωσε με τη νύφη του και τσακώθηκε το ζευγάρι, και ο τάδε έκανε στη γυναίκα του αυτά και τα άλλα γι’ αυτό κι εκείνη έφυγε από το σπίτι!!!
Και μένω ενεή! Από πού στο καλό πηγάζουν οι ανεξάντλητοι κρουνοί της ενημέρωσης σε μια κοινωνία τοπική και όχι μόνο? Οι ειδήσεις των οκτώ δεν κάνουν άλλη δουλειά από απ’ ευθείας μετάδοση -σε real time νεοελληνιστί (!)- ανάμεσα στην κρεβατοκάμαρα του χ και τον ρεπόρτερ του καναλιού? Ή είναι τόσο φίλος ο «ρεπόρτερ της γειτονιάς» με τον τάδε που εκείνος του ξεφούρνισε τα σώψυχά του και του εμπιστεύτηκε τις μύχιες σκέψεις του? Κι αν είναι, γιατί ο άλλος, ως γνήσιος φίλος, δεν κράτησε μυστικό καλά κρυμμένο ούτε τα σώψυχα ούτε τις μύχιες σκέψεις, κι έσπευσε διόλου βραδέως αλλά τάχιστα να το διατυμπανίσει? Όλοι τα ξέρουν όλα πια σ’ αυτόν τον κόσμο?
Μα ποιος τους είπε πως εμένα με νοιάζουν οι ειδήσεις και δη τα συμβάντα σε ξένες κρεβατοκάμαρες?
Όταν λέω θέλω να κουτσομπολέψω, εννοώ τη φίλη μου που, όταν τη φιλοξενώ, καραδοκώ πότε θα ξυπνήσει για να φτιάξω καφέ σε έναν κουβά και να αρχίσουμε κάτι 3ωρα κουτσομπολιά με τις πυτζάμες για όσα συνέβησαν στα 80 τετραγωνικά της δικής μου ζωής και στα άλλα τόσα της δικής της.
Και μια τελευταία ερώτηση:
Ποιος σοφός το είπε τέλος πάντων ότι «Οι μεγάλοι άνθρωποι μιλούν για ιδέες, οι μεσαίοι για γεγονότα και οι «μικροί»...για του άλλους!»? Θέλω να μάθω τώρα και να του δώσω ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ!!!!
Ε? Ποιος?