Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στρουμφάκια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στρουμφάκια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Δευτέρα κάτι έχω...


...να κάνω: δουλειές, μερεμέτια, υποχρεώσεις. Έχω κάτι να θυμηθώ, να μπω σε πρόγραμμα, να προγραμματιστώ, να ξεκινήσω δίαιτα, να πάω στη δουλειά, να κάνω μιαν αρχή, να δώσω ένα τέλος! Οι Δευτέρες είναι μελαγχολικές! Ποτέ δε μου άρεσαν! Ποτέ δεν άρεσαν σε κανέναν (νομίζω)! Ακόμη και οι Καθαρές Δευτέρες είναι εξίσου μελαγχολικές, λερωμένες σαν να παίζανε με τα χώματα. Παίρνουνε τη θέση της Κυριακής. Είναι η τελευταία μέρα της προηγούμενης εβδομάδας. Η Δευτέρα είναι ωραία μόνο αν ξέρεις ότι θα φύγεις για κάπου «αλλού» κι όχι εάν ξέρεις πως κάποιος θα φύγει μια Δευτέρα και θα σε αφήσει πίσω. Η Δευτέρα είναι ωραία μόνο εάν περιμένεις να ξεκινήσει η άδειά σου και όχι εάν ξέρεις ότι τελείωσε την προηγούμενή της μέρα. Τη Δευτέρα είναι ωραία να προγραμματίζεις πάρτι, να κανονίζεις έξοδο και να πηγαίνεις εκδρομή στο βουνό... Η Δευτέρα πρέπει να είναι το τέλος της προηγούμενης εβδομάδας και όχι η αρχή της επόμενης...
Την Τρίτη δεν αντέχω...
...να περιμένω την επόμενη. Αλλά είναι σε καλύτερη θέση από την προηγούμενη. Έχει το θετικό πρόσημο, γιατί ορίζεται ως: Δευτέρα + 1... Και είναι σε σχέση με τη Δευτέρα μία μέρα «πλην», πιο κοντά στο σαββατοκύριακο. Είναι λίγο αδιάφορη μέρα. Είναι μία Τρίτη. Ευτυχώς όμως όχι Τρίτη και φαρμακερή. Άλλωστε τι φαρμάκι να έχει μια Τρίτη που περιμένει στωικά την Τετάρτη?
Τετάρτη πώς βαριέμαι...
Αν και ο σοφός λαός μας λέει «Ήρθε η Τεταρτίτσα, πάει η βδομαδίτσα», όμως είναι το κέντρο. Το μεταίχμιο από το πριν στο μετά. Είναι το πέρασμα από το 2-3 στο 3-2. Σκέψη τόσο ελληνικά διατυπωμένη! Διότι ως Ελληνίδα πρέπει να είμαι άνθρωπος της αργίας, της απεργίας, της αργοσχολίας... Είμαι?
Την Πέμπτη δεν κρατιέμαι...
Όχι πια. Κάποτε! Διότι οι Πέμπτες, σχεδόν όλες έχουν γίνει σαν τις Μεγάλες Πέμπτες. Κάποτε θυμάμαι λέγανε πως το Σάββατο βγαίνουν όλοι. Την Πέμπτη μόνον ο καλός κόσμος. Ποιος είναι ο «καλός» όμως και πού είναι ο «κόσμος»? Αφού κάθε που βγαίνω, ότε και εάν βγαίνω, έξω πια κυκλοφορούν μόνο τα φαντάσματα.
Παρασκευή πρωί...
λαλαλαλαλαλα Έι, έι, έι!!!! Να έμενε η Παρασκευή στο πρωινό! Να μη σουρούπωνε ποτέ αυτή η μέρα! Να αργούσε έστω να πάει για ύπνο, κι ας δουλεύαμε διπλά! Αλλά θα ήτανε Παρασκευή. Γιατί τα πάντα είναι θέμα ψυχολογίας. Αυτής της κυρίας που πότε είναι στα πάνω της και πότε είναι στα κάτω της....
[Το Σάββατο για κάποιο λόγο δεν στρουμφομνημονεύεται...]
Ωστόσο όμως για τα μη στρουμφάκια υπάρχει. Και πάμε λαϊκή, πάμε αγορά, πάμε  super market, πάμε για καφέ σφήνα ανάμεσα στα ψώνια και στις ψωνάρες, εκείνες που ντύνονται Σάββατο μεσημέρι σαν είναι Σάββατο βράδυ... Και έχουμε έξοδο χωρίς περιορισμό στον ύπνο την επομένη. Και καλούμε πια φίλους στα σπίτια μας ή μας καλούνε, ή ακόμα καλύτερα πάμε απρόσκλητοι σε έκτακτες μαζώξεις με πυτζάμες ή φόρμες πια και όχι με δωδεκάποντα. Η επόμενη μέρα δεν έχει ξυπνητήρι! Γιούπι!
Απ’ όλες τις ημέρες η Κυριακή ΔΕΝ μ’ αρέσει...
Γιατί χωρίς δουλειά πάντα τελείωνε πολύ γρήγορα. Γιατί μέσα σε μια καθημερινή χωράς τόσες δουλειές, γιατί κάνεις αυτό, εκείνο, το άλλο, το παράλλο, πας εδώ, έρχεσαι από κει, πηγαίνεις παραπέρα. Γιατί την Κυριακή πίνεις έναν καφέ το πρωί, ξεφυλλίζεις μια εφημερίδα, χουζουρεύεις λίγο παραπάνω και χάθηκε όλη η μέρα...

...Άλλωστε, εμένα εκείνη η ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΚΥΡΙΑΚΗ κάθε απόγεμα Κυριακής στην ΕΡΤ ΜΟΥ ΤΗΝ ΕΔΙΝΕ (σαν τον Γκρινιάρη και χειρότερα) στα νεύρα... Αντιδρούσα σαν το σκυλί του Pavlov, μόλις άκουγα το ηχητικό σήμα στην τηλεόραση. Ξαφνικά μία μελαγχολία απλωνότανε στην ατμόσφαιρα, λέρωνε τον αέρα που ανέπνεα και με έκανε να ασφυκτιώ. Με πρόσταζε να ξανα-κοιτάξω τα μαθήματά μου για την επόμενη μέρα που ο μπαμπάς θα πήγαινε πάλι στη δουλειά, η μαμά θα πήγαινε πάλι στη δουλειά και εμείς θα πηγαίναμε πάλι σχολειό....μπλιαχ!
Όμως τώρα μου είπανε κάτι φίλοι και γνωστοί μου άνεργοι -άλλοτε κάποιοι απ’ αυτούς εκ πεποιθήσεως άεργοι- ότι πρέπει να δοξάζουμε τον Θεό που έχουμε δουλειά και σχολειά...
Όμως... εγω...θέλω να κλείσει το σχολείο....
ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ!!

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

Πριν αλέκτωρ λαλήσει...

«Μη με ξυπνάς απ’ τις έξι....πριν ακόμα ο ήλιος να φέξει, ξυπνητήρι τρελό σε μισώ σε μισώ σε μισώώώ!! Σήκω! Ξύπνα! Σήκω! Ξύπνα! Σήκω! Ξύπνα!....». Αναβολή! Σε δέκα λεπτά επανάληψις: «...Σήκω! Ξύπνα! Σήκω! Ξύπνα!....» Και ο μικρός μαθητάκος, κάτι μεταξύ Σκουντούφλη και Χουζούρη, αφού πατήσει τελικά «απενεργοποίηση» στο ξυπνητήρι του κινητού του, σέρνοντας τα βαριά από το πρωινό ξύπνημα πόδια του, κατευθύνεται προς το μπάνιο να ρίξει νερό στο πρησμένο από τον ύπνο πρόσωπό του. Στη διπλανή κρεβατοκάμαρα, ένα άλλο άσμα, παρεμφερές ως προς το περιεχόμενο της επωδού (συγχωρέστε με για την υβριστική σύγκριση!), σε λαϊκή αυτή τη φορά πενιά προσπαθεί να σηκώσει το μπαμπά από το κρεβάτι με τη φωνή του μεγάλου τροβαδούρου Στέλιου: «Γιατί με ξύπνησες πρωίίίίίίί, μέσα στον ύπνο τον βαθύύύύ..., γιατί την πόρτα μου ξυπνάς, τι θέλεις τώρα τι ζητάς, ω ω ωωω...κλπ κλπ κλπ». Με ακόμη πιο βαριά βήματα ο μπαμπάς, μετά από τρεις περιοδικές αναβολές, κατευθύνεται στο μπάνιο επίσης.
Πάντως, εδώ που τα λέμε, γίνεται με στρουμφάκια, γίνεται με Καζαντζίδη, μια φορά το πρωινό ξύπνημα με τυμπανοκρουσίες ή άνευ είναι λίγο μισητό.
        Όταν η τελευταία σου αίσθηση πριν πέσεις για ύπνο είναι η λαχτάρα του μαλακού σου κρεβατιού και του πουπουλένιου σου μαξιλαριού, η απόλαυση της καθαρότητας του προσώπου σου μετά την κρέμα ματιών, χεριών και νυκτός, η φρεσκάδα που αναδύει  η μαλακιά σου φρεσκοσιδερωμένη πυτζάμα ή νυχτικιά και κυρίως το εξάωρο- οχτάωρο που απλόχερα προσφέρεται ολοδικό σου στο εγγύς μέλλον μετά τα τρεχάματα της αδηφάγας μέρας, το πρωινό ξύπνημα γίνεται πρωινός εφιάλτης. Τα όνειρα άλλωστε δεν είναι μόνο βραδινά.  
Και όλα λειτουργούν με σύμμαχο τη βαρύτητα: το πάπλωμα, ακόμα και στην καλοκαιρινή του έκδοση, τουτέστιν σεντόνι, βαραίνει περισσότερο. Το μαξιλάρι, όσο πουπουλένιο και να ‘ναι, δεν υπακούει στην άνωση αλλά σε έλκει σαν μαγνήτης προς το κρεβάτι. Το σώμα σου ζηλεύει τον Τιτανικό και θέλει να βουλιάάάζει, να χουχουλιάάάζει, όλο και πιο βαθιά στα μαλακά σου σκεπάσματα. Τα μάτια σου αρνούνται να αναλάβουν τα καθήκοντά τους και να ενεργοποιήσουν την αίσθηση της όρασης.
Και σφίγγεις το μαξιλάρι, στριφογυρίζεις σαν τη γη γύρω από τον εαυτό σου και θες με αγωνία να συνεχίσεις το έργο που έβλεπες στα βραδινά σου όνειρα κάτω από το πάπλωμα ή κουκουλώνεσαι με το σεντόνι δημιουργώντας ψευδαισθήσεις περί του αδίστακτου χρόνου. Ρίχνεις μια αναβολή και γυρίζεις από την άλλη. Όμως η αναβολή στο ξυπνητήρι δεν ακυρώνει το χρόνο, που εξακολουθεί αγχωμένα και αγχωτικά να τρέχει σαν τον Σπύρο Λούη!
Κι εσύ πρέπει να αρνηθείς τον πολυαγαπημένο σου φίλο, το κρεβάτι. Πώς? Οι τύψεις σε κατακλύζουν! Το συναίσθημα υπερισχύει. Προδίδεις τους φίλους σου? Στο κάτω-κάτω το κρεβάτι μπορεί και να είναι ο μόνος φίλος που δε πρόδωσε ποτέ. Εσύ γιατί να του το κάνεις αυτό? Είναι ο σύντροφος που σε περιμένει να πλαγιάσετε αγκαλιά, ακόμη κι αν είσαι σ’ αυτή τη ζωή μόνος. Είναι εκείνος που ακούει τις βραδινές σου σκέψεις και αντέχει τα οικογενειακά βάρη  που γεμίζουν το κεφάλι σου. Είναι πάντα εκεί, γιατρός, να διώξει τους πονοκεφάλους σου και δε σε παρεξηγεί ποτέ, ακόμη κι αν σε δει απεριποίητο, άβαφη ή ατημέλητο.
Ξεκούραση στην κούραση, γιατρός στον πυρετό σου, συμπαραστάτης, στυλοβάτης στις αϋπνίες σου. Βλέπει τα όνειρα σου, ακούει το παραμιλητό σου, σκουπίζει το βράδυ τον ιδρώτα σου, χαλαρώνει το πιασμένο σου κορμί. Σκούντα το. Κάθισέ το. Πάτα πάνω του για να κατεβάσεις από τη ντουλάπα το χειμερινό σου παλτό. Δε θα πει λέξη. Δε θα παραπονεθεί. Θα σε υπομείνει καρτερικά....
Ωστόσο το στρουμφάκι ή ο Καζαντζίδης θα τραγουδούν κάθε πρωί. Κι εσύ εν τέλει θα αναγκαστείς να σηκωθείς. Προδοσία! Τι να κάνουμε? Κι αυτή η ακούσια προδοσία μες στη ζωή μας είναι. Στη διαδρομή για το μπάνιο, φωνάζεις:
«Μαμάάάά!!! Γάλα!»
«Γυναίκαααα!!! Καφέ»
Γιατί η μάνα-γυναίκα, φύσει και θέσει, δεν περιμένει κανένα στρουμφάκι, κανέναν Καζαντζίδη και κανένα κοκοράκι να τη σηκώσει από το εξίσου γι’ αυτήν θελκτικό και υποτίθεται ακατανίκητο κρεβάτι.  Είναι η μόνη σ’ αυτή τη ζωή που στην πρωινή μάχη με το κρεβάτι, έχει την «υπέροχη υπεροχή» και «προνόμιο» να πρέπει να βγει πάντα νικητής...
Καλή σου μέρα αν ξυπνάς...

Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

Τη Στρούμφισα!

Σάββατο πρωί και μετά από χρόνια επιστρέφω σε μία αγαπημένη συνήθεια της παιδικής μου ηλικίας: πίνω το γάλα μου μπροστά στην τηλεόραση παρακολουθώντας τους ασπρογάλαζους περίεργους μικροσκοπικούς μου φίλους σε ένα ακόμη επεισόδιο της διάσημης Στρουμφοπαρέας! Δεν υπήρξε ουδέποτε επεισόδιο που να απογοήτευσε τις προσδοκίες μου. Λάτρευα πάντοτε αυτές τις «γαλάζιες πονηριές» και μου έκανε ενδόμυχα απίστευτη εντύπωση αυτή η μεγάλη «οικογένεια». Όταν μεγάλωσα (?) διάβασα κάπου ότι  οι ψυχολόγοι υποστηρίζουν  πως τα Στρουμφάκια θεωρούνται ακατάλληλα για τα μικρά παιδιά, διότι δε διάγουν το οικογενειακό πρότυπο μιας «καθώς πρέπει» οικογένειας που αποτελείται από μία μαμά, έναν μπαμπά και παιδάκια που γεννήθηκαν από τον μεταξύ τους έρωτα και ζουν κάτω από την ίδια στέγη…. !!!
 Πέρα από το ότι αναρωτιέμαι αν εξακολουθούν και το υποστηρίζουν αυτό (στην εποχή που η μονογονεϊκή οικογένεια τείνει να αποτελέσει τον κανόνα σε αυτή την κοινωνία και όχι την εξαίρεση πια), πέφτω σε μια γλυκιά μελαγχολία, γιατί μου κατέστρεψαν όλη εκείνη την ωραία αίσθηση την οποία  είχα για τα κινούμενα σχέδια που ήταν «της μοδός» στα παιδικά μου χρόνια και που χάρη (και) σε εκείνα έμαθα πως το καλό πάντα νικάει το κακό στο τέλος (α), πως για να πετύχεις ακόμη και το πιο δύσκολο πράμα στον κόσμο, όπως να παλέψεις ως Δαβίδ με το Γολιάθ, μπορείς με αγώνες και συνεργασία να το καταφέρεις (β) και πως όταν πας κόντρα στη φύση (σου), αυτή κάποια στιγμή θα εκδικηθεί και θα σου γυρίσουν όλα boomerang (γ)!
Οι χαρακτήρες δε, απίστευτοι! Όλοι τους φέρουν ένα ίδιον που τους στιγματίζει και τους ονοματίζει. Και παγώνω για μια στιγμή σαν σκέφτομαι πώς πραγματώνω την καθημερινότητά μου: σαν ένα στρουμφάκι που υποδύεται τους πάντες από το στρουμφοχωριό!
Σαν ξυπνήσω το πρωί, νωρίς-νωρίς, στις 6.30 ας πούμε, είμαι ένας Χουζούρης απίστευτος! Αφ’ ης στιγμής βάλω στο στόμα μου την πρώτη γουλιά καφέ αρχίζουνε τα πράγματα να στρώνουνε λιγάκι. Στο μεταξύ βέβαια (ώσπου να γίνει ο καφές)  έχω υποδυθεί πολλάκις τον ρόλο του Γκρινιάρη: μου τη δίνει το ένα, μου τη δίνει το άλλο, βογκάω από τους πόνους στον αυχένα, ξεφυσάω από τις στοίβες των εκάστοτε τρεχουσών  υποχρεώσεων, σκάω με το χρόνο που μου είναι πάντα λίγος, γιατί ήθελα να κοιμηθώ κι άλλο! Ok! Η δουλειά όμως ξεκίνησε κι εκεί δεν έχω περιθώρια παρά να αποδεικνύομαι Ξεφτέρης! Πειραματίζομαι, ενεργοποιώ όλες τις πνευματικές μου δυνάμεις αλλά και αδυναμίες ενίοτε - γιατί κι αυτές είναι ευεργετικές στη μεθόδευση των επαγγελματικών μου υποχρεώσεων… Μεσημέριασε! Το στομάχι διαμαρτύρεται: ένας Λιχούδης βγαίνει από μέσα μου. Δε βλέπω την ώρα να φάω! Αρχίζουν οι υπεκφυγές. Να φάω παραπάνω (που σημαίνει παράταση του ελεύθερου χρόνου) γιά στον καθρέπτη να κάνω πρόβα (βλ. Μελένιος), για να ροκανίσω το χρόνο μου και να μη διαβάσω…?  Οπότε καταλήγω (Θεού θέλοντος) ένας Κοιμήθης! Κομμάτια! Σηκώνομαι! Όχι επειδή χόρτασα. Ένας Κοιμήθης δε χορταίνει ποτέ αλλά επειδή έχω τύψεις (!!!). Πρέπει να διαβάσω, να διορθώσω, να ετοιμάσω. «Σήκω σου λέω!!!!!» (:φωνάζει η συνείδηση). Ορίστε, σηκώθηκα, αν και εκείνο το άσμα: «Μη με ξυπνάς απ’ τις έξι…λαλαλαλαλαλαλα» είναι το πρώτο που μου ‘ρχεται στο μυαλό! Ε και? Σκουντούφλης! (τι άλλο?). Δε με βαστούν τα πόδια μου. Απλώνω τα βιβλία μου στο κρεβάτι, στο κομοδίνο, στο πάτωμα, όπου βρω (!!!) και ξεκινάω το διάβασμα για να δουλέψω. Αλλά δε δουλεύει! Τώρα το δουλεύω ή με δουλεύει, δεν ξέρω! Μα δεν προχωράει. Κάπου κολλάει! Κάτι δε μου κολλάει. Και πώς να δουλέψει? Αφού στο μεταξύ έχω αναλάβει το ρόλο της Στρουμφίτας. Ή μάλλον τον έχω ενσαρκώσει για τα καλά. Τη Στρουμφίτα την ξέρεις: αυτήν την ξανθιά χαζή γκόμενα που ακούει κομπλιμέντα  από παντού αλλά έχει IQ ραδικιού, μυρμηγκιού κ.τ.ό…. Πιο χαζή κι απ’ τα μαρούλια! Δεν ξέρω τι να πρωτοδιαβάσω, τι να θυμηθώ και τι να ξαναπιάσω! Στο τέλος διαπιστώνω πως ένας Σπιρτούλης φαφλατάς είμαι, που λέει, λέει, λέει και κάτι εποικοδομητικό στη ζωή του δεν κάνει. Γι’ αυτό δεν τον χωνεύουν οι υπόλοιποι.
Ο Σπιρτούλης παρεμπιπτόντως φεύγει για άλλη μια φορά πετώντας κατόπιν εκσφενδονισμού από τους υπολοίπους και προσγειώνεται ανωμάλως εκτός πολεοδομικού συστήματος, χωροταξικού πλαισίου και  σχεδίου πόλεως, εν προκειμένω Στρουμφοχωριού!
Φεύγω κι εγώ! Αλλά διαπιστώνω πως το μυαλό μου δεν προσγειώνεται αλλά απογειώνεται, κοινώς πετάει, υπερίπταται του σώματος και βλέπει τη ζωή από ψηλά, αποστασιοποιημένα χωρίς συναισθηματισμούς, ακρωτηριάζοντας το εγώ: Τι μου συμβαίνει? Ποιος είναι ο ρόλος μου σε τούτη τη ζωή? Τη ζωή που έχει διλήμματα και τριλήμματα. Που είναι ένας κύκλος με κιμωλία. Και στην οποία εμείς καθόμαστε μέσα και περιμένουμε  κάποιον να μας τραβήξει. Προς ποια μεριά? Σε ποια πλευρά? Προς όποια να ‘ναι αλλά ας μας τραβήξει. Πρωτοβουλία? Τι ‘ν’ τούτο πάλι?
Ως Σπιρτούλης έχω μάθει να αποστηθίζω θεωρίες. Πολλές θεωρίες! Να! Ας πούμε θυμάμαι πολλούς τύπους από τη Φυσική:
m*g = Βάρος (…στην κοινωνία)
F/m (Επιτάχυνση: Για να προλάβω το Χρόνο, τη Ζωή)
x/t (Ταχύτητα: το καλύτερό μου. Γι’ αυτό και φέρω μια δόση από άλλα κινούμενα σχέδια, όπως π.χ. το Roadrunner….μπιτ μπιιιτ!)
Και σπάω το κεφάλι μου, και το ξύνω, και προσπαθώ να θυμηθώ τι άλλους τύπους έμαθα από όσους ανακάλυψε ο Νεύτωνας, ο Καρτέσιος και ο Κουλόμπ μαζί. Ψάχνω! Μα δε θυμάμαι. Δε θυμάμαι τον τύπο της Ματαιοδοξίας. Δεν θυμάμαι, ίσως γιατί αυτόν τον ανακάλυψα κάποτε εγώ και προσπαθώ να τον ξεχάσω. Σου συνιστώ να μην τον εφαρμόσεις ποτέ:
Η Ματαιοδοξία ισούται με τη διαίρεση του αθροίσματος μεταξύ  του γινομένου της Φιλοδοξίας επί του Διαβάσματος και του τετραγώνου της Εργασιομανίας προς Τρέξιμο Ανελέητο, εφόσον βέβαια από όλο αυτό αφαιρέσεις την Προσωπική σου Ζωή. Τότε προκύπτει άθροισμα ανάμεσα σε μία Γυναίκα-Λάστιχο και μία Γιάπισσα που ουσιαστικά πρόκειται για το ίδιο και το αυτό πρόσωπο, πράγμα που οδηγεί σε κλονισμό ψυχικής ηρεμίας, διατάραξη σχέσεων (ενδο- ή έξω-οικογενειακών, φιλικών, κοινωνικών, επαγγελματικών κλπ), όπερ και πολλάκις εγένετο! Ήτοι:


Μ= Φ(ιλοδοξία) * Δ(ιάβασμα) + [Ε(ργασιομανία)]2    - [Π(ροσωπ). Ζ(ωή)  =
       _______________________________________________
                        Τ(ρέξιμο) Α(νελέητο)

= Γ(υναίκα)-Λ(άστιχο) + Γ(ιάπισσα) =>
= Κλονισμός Ψυχικής Ηρεμίας + Διατάραξη Σχέσεων….

Κατάλαβες τίποτα? Ούτε κι εγώ. Ή μάλλον το αποτέλεσμα το κατάλαβα γιατί ενίοτε το ένιωσα. Το πρώτο μέλος της εξίσωσης δεν είχα καταλάβει …. αλλιώς θα προλάβαινα και το αποτέλεσμα. Αν άλλαζα έστω κι ένα δεδομένο, το αποτέλεσμα αυτήν τη στιγμή θα ήταν άλλο. Καλύτερο? Χειρότερο? Δεν ξέρω. Γείωση!  
Τα  Στρουμφάκια τελείωσαν! Οι τίτλοι πέσανε! Το άλλο Σάββατο πάλι. Αλλά εγώ δε θα ‘μαι πάλι εκεί: στον καναπέ, παρέα με το γάλα μου, μπροστά στην τηλεόραση. Τους ρόλους των Στρουμφς τους έμαθα πια καλά. Θα γυρίσω μοναχή μου επεισόδια. Αυτοτελή ή με συνέχεια. Και σε κάθε επεισόδιο θα εναλλάσσω τους ρόλους από την αρχή. Θα είμαι Ξεφτέρης  στη δουλειά, Λιχούδης στο φαγητό, Μελένιος στον καθρέπτη, Στρουμφίτα με τους άντρες, Κοιμήθης τα βράδια, Σκουντούφλης όλη μέρα (αυτόν θα τον περιορίσω γιατί τελευταία όλο σκουντουφλοζημιές είμαι!), Γκρινιάρης πού και πού αλλά όχι Σπιρτούλης! Αυτόν δεν τον χώνεψα ποτέ! Θα κόψω τη θεωρία και θα κάνω πράξεις. Θα φτιάξω όνειρα αλλά όχι χάρτινα. Και δε θα ‘ξαναεφεύρω’-διατυπώσω νόμους της φυσικής. Αυτούς θα τους αφήσω για τους ανθρώπους. Εγώ είμαι ένα ταπεινό, τοσοδούλικο και ματαιόδοξο  χαζοστρουμφάκι στα πόδια των ανθρώπων…λα λά λαλαλα λά λαλαλα λάάάάάάάά!!!!!!!!!!!!!