Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όνειρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όνειρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

L’ esprit d’ escalier


Οι Γάλλοι το ονομάζουν esprit d’ escalier! Είναι όλα όσα θα ήθελες να του/της πεις επάνω στον καβγά, τη συζήτηση, τη συνάντηση, αλλά ο χρόνος, το στρες, ο θυμός, ο «δεν ξέρω», δεν σου επέτρεψε. Φεύγοντας και κατεβαίνοντας τις σκάλες, αρχίζεις και παίζεις σε ταινία στο μυαλό σου, όσα είπατε. Και αρχίζουν τα κατηγορώ στον εαυτό σου: «Γιατί δεν του είπα αυτό?», «Γιατί δεν του είπα το άλλο?», «Γιατί όταν με ρώτησε εκείνο, εγώ του απάντησα αυτό αντί για εκείνο?»...Δεν βγάζεις άκρη! Ποτέ δεν είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου! Ή τέλος πάντων δεν είμαι εγώ με τον δικό μου.
Ποιος να μου το ‘λεγε ότι θα έβγαζα το σκασμό σε μια συνάντηση που την ονειρευόμουνα χρόνια και στην οποία είχα να πω τα σώψυχά μου!? Χάρτινα όνειρα! Μα τα ‘καψα, πριν καλά καλά τα ζήσω! Έχασα τα λόγια μου! Ή μάλλον, τα έχανα! Απαντούσα μονολεκτικά στις ερωτήσεις του. Δεν απάντησα τουλάχιστον σε πέντε ερωτήσεις, γιατί απλά «δε θυμόμουνα την απάντηση» και δεν ήθελα -για ανεξήγητο λόγο- να τη θυμηθώ! Δε θυμόμουνα για παράδειγμα πού μου αρέσει να πίνω καφέ. Δε θυμόμουνα γιατί βγήκα με τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Δε θυμόμουνα εάν ήμουν ή δεν ήμουνα καλά! Δε θυμόμουνα γιατί με στεναχωρεί αυτός ο κόσμος. Δε θυμόμουνα για ποιον λόγο γελούσα όλη την ώρα. Δε θυμόμουνα γιατί μια ζωή χαμογελάω. Δε θυμόμουνα...
Άφηνα συζητήσεις στη μέση. Τις δε πολιτικές συζητήσεις... ούτε καν στη μέση. Στην άκρη! Εκεί ακριβώς στο χείλος του γκρεμού, μπας και αυτοκτονούσαν οικειοθελώς, πριν τις σπρώξω εγώ με το έτσι θέλω και το σαρδόνιο γέλιο ενός στυγερού δολοφόνου. Κι αν σκεφτείς ότι ο λόγος της συνάντησης ήτανε ακριβώς αυτός.... να δω πόσο πιο βαθιά μπορεί να σκέφτεται ένας άνθρωπος πίσω από το γυαλί της τηλεόρασης, πόσο πιο πολιτικά πίσω από την πένα ενός άρθρου στην κυριακάτικη εφημερίδα, με ποια πνευματική τροφή τρέφεται και παράγει τόσα θρεπτικά συστατικά για τη δική μας κρίση....
 Δεν ξέρω-δεν απαντώ, γιατί μετατράπηκα σε βουβό κινηματογράφο με ένα χαζό και σαστισμένο χαμόγελο αμηχανίας μίας α-νόητης ύπαρξης.
-Πού γεννήθηκες?
-Στην πόλη των καταρρακτών
-Και η πόλη όπου εργάζεσαι πόσο μεγάλη είναι?
-έχει 38 καφετέριες
-ποια βιβλία μου έχεις διαβάσει?
-κανένα
-και από πού με ξέρεις?
-από την τηλεόραση που δεν έχω και τις επιφυλλίδες σας τις (συννεφιασμένες μου) Κυριακές
-μα αυτές είναι αστείες, δεν θεωρούνται σοβαρή παραγωγή
-τις γράφει όμως ένας σοβαρός παραγωγός
-και γιατί ήθελες να με γνωρίσεις?
-για τον ίδιο λόγο που μια τενίστρια θέλει να γνωρίσει τη Σαράποβα!(sic)
-γιατί πιστεύεις τόσο πολύ στο λόγο-την ομιλία κάποιου?
-επειδή δεν έχω εξασκηθεί στο να ακούω τον άλλον
-Θα σε ρωτήσω κάτι, επειδή δεν σε ξέρω, για να τσεκάρω το IQ σου..................................................................... (με πολύ γέλιο φυσικά)
-ΚΕΝΟ! Κουρτίνα! Κόκο μπλόκο! Δε θυμάμαι τι με ρώτησε, ούτε καν το θυμόμουν «όταν κατέβαινα τις σκάλες», πάντως σίγουρα θα τσέκαρε πως το IQ μου είναι IQ ραδικιού, μυρμηγκιού, βρακιού!
Δεν είχα να αποδείξω τίποτα! Δεν του είπα πόσο συμφωνώ, αλλά και πόσο διαφωνώ κάποιες φορές με τις τόσο καλογραμμένες απόψεις του, ακόμη κι όταν η συζήτηση πήγε πολλές φορές κατά κει. Δεν ανέφερα τίποτα για το νεύρο και την σπίθα που βγάζει η γραφίδα του στο χαρτί και που τόσο λατρεύω. Δεν επέμεινα σε διευκρινίσεις για θέσεις του οι οποίες μου φαίνονται ρομαντικές, ανέφικτες και αφηρημένες μερικές φορές, αλλά τόσο σπουδαίες, εάν υλοποιηθούν. Δεν του είπα ότι διάβασα πολύ παλιά βιβλία του, αλλά ήμουν τόσο ανώριμη που δεν μπήκα στο πνεύμα τους και περιμένω το πλήρωμα του χρόνου για να πιαστώ ξανά και πιο σοβαρά με κάτι τέτοια. Δεν του είπα ποιος με πόνεσε εξ αιτίας του. Δεν του μετέφερα καν το σκεπτικό μου περί πολιτικοποιημένης φύσης του Έλληνα το οποίο μοιάζει τόσο πολύ με το δικό του ή μπορεί και να διαμορφώθηκε από εκείνο. Και τέλος, δεν κατέθεσα την αποστροφή μου στα κόμματα τα σημερινά ούτε φυσικά εξήγησα το  γιατί.
Είπα λίγα. Αλλά με πολύ αυθορμητισμό, όπως εύστοχα πρόσεξε. Το μόνο που του εξομολογήθηκα με τον πληγωμένο εγωισμό μιας εξ ορισμού φελλο-λόγου ήταν ότι με εκνευρίζει που σε κάθε επιφυλλίδα του με έκανε παλιά να ανοίγω τουλάχιστον 30 φορές λεξικό και τελευταία το περιόρισα σε πέντε, για να μου απαντήσει πως ο ίδιος, ώσπου να τη γράψει, το ανοίγει τρεις και πως ο Ζήσιμος Λορεντζάτος του είχε πει κάποτε πως το τρεις είναι καλά. Εκείνος το άνοιγε δεκατρείς!
Παρήγορο, δε λέω, αλλά έμεινα στο να μην πω ΤΙΠΟΤΑ! Κι αφού τα κενά ήτανε μεγαλύτερα από τη συζήτηση, μου έμεινε η ανάμνηση ενός θορυβώδους καφωδείου στο κέντρο της μικρής μας πόλης, με θέα αθέατη, επειδή έφταιγε η κοινή μας οπτική, καθώς τρώγαμε κέικ με τυροπιτάκια, γελώντας και λέγοντας ανέκδοτα! Τελικά, είχε πλάκα να «μου παίρνει συνέντευξη» ένας τόσο ευφυής και αξιόλογος πνευματώδης Κύριος τέτοιου βεληνεκούς και να διαπιστώνει απλά ότι έχει μία θαυμάστρια που είναι ανίκανη να του αποδείξει το γιατί (το) είναι  (όπως λένε και πάλι οι φίλοι μας οι Γάλλοι)...

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Χάρτινα όνειρα (?)


Περιχαρής γύρισα σπίτι και κόλλησα το χαρτάκι στο ψυγείο. Σε περίοπτη δλδ θέση να το βλέπω συνέχεια. Δε γράφει τίποτε το περιττό. Ούτε καν ολόκληρο το όνομά του. Μόνο τα αρχικά και με ωραία ολοστρόγγυλα ψηφία γραμμένο τον περιζήτητο αριθμό του! Για μένα περιζήτητο. Για άλλους αζήτητο. Μου μοιάζει με αυτόγραφο. Ίσως και με ραβασάκι. Με ένα ενθύμιο που σου αφήνουν ορισμένες γνωριμίες. Από εκείνες που έρχονται ξαφνικά στη ζωή σου σαν κομήτες από το πουθενά, με τις οποίες στη συνέχεια ανταλλάσσετε τηλέφωνα και διευθύνσεις, αλλά στο τέλος μένει ο καθένας σπίτι του με τους φίλους του και τους κύκλους του -από κιμωλία ή όχι- πάντως σίγουρα περιχαρακωμένος. Όλο το άλλο ήταν μία παρένθεση. Και το χαρτάκι με το τηλέφωνο? Ένα αναμνηστικό. Μαγνητάκι-Souvenir.
Γι’ αυτό κι εγώ το κόλλησα στο ψυγείο μαζί με τα άλλα από τη Νέα Υόρκη και τις Μπαχάμες.
Ένας αριθμός είναι, μια σύνδεση, μια δυνάμει επαφή. Ένα ρημαδιασμένο μικρό, ασήμαντο, λευκό και άοσμο χαρτάκι, από εκείνα που σου σκουντούν τη μνήμη, όταν κοιμάται τον ύπνο του δικαίου και σε κάνουν να μην ξεχνάς. Το ψυγείο όμως δεν ταιριάζει ούτε με τη σύνδεση, ούτε με την επαφή, ούτε με την επικοινωνία. Οι επαφές θέλουν ζεστασιά, όχι κρυάδα. Το ψυγείο είναι ψυχρό και κρύο. Καμιά φορά το λες και δροσερό, αλλά από τότε που εφευρέθηκαν τα μαγνητάκια το λες απλά ψυχρότερο. Κολλάς επάνω του λογαριασμούς, χρέη, λίστες για ψώνια και αγχωτικά προγράμματα και ραντεβού. Άχαρα πράγματα.
Ξεκαρφίτσωσα, λοιπόν, τους λογαριασμούς και άφησα τα μαγνητάκια και τις card postal να με ταξιδεύουν στα μέρη των φίλων μου από όπου μου τα έφεραν: Χαβάη, Ιαπωνία, Las Vegas και Μεξικό. Και δίπλα εκεί κόλλησα και το χαρτάκι με τη δυνάμει τηλεφωνική επαφή να με ταξιδεύει σε μελλοντική ιστορία που με τη φαντασία μου τουλάχιστον θα επιδιώξω. Που ή θα την καταφέρω ή που δεν πρόκειται. Δλδ που ή θα γίνει ή δε θα γίνει! Αλλά πρέπει να γίνει! Έτσι, για την τιμή των όπλων! Διότι και τι δεν τράβηξα να τον βρω αυτόν τον αριθμό! Υποχρεώθηκα, αλλά εις μάτην. Ίδρωσα. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Έδωσα το «είναι» μου, το «έχειν» μου, αλλά και το «δεν έχειν» μου. Μόνο κυριολεκτικά. Γέλασα και έκλαψα, σάστισα, απόρησα, πίστεψα, ξεγελάστηκα, με κορόιδεψαν, κορόιδεψα, εμένα, τους άλλους, κανέναν (?). Δεν έχει σημασία. Τέλος.
Τελικά -σκέφτομαι- πάλι μόνη μου τα κατάφερα. Χωρίς μεσολαβητές και δήθεν βοήθειες. Στη ζωή θέλει θάρρος, ενίοτε θράσος και πολύ χιούμορ για να καταφέρεις όσα ονειρεύτηκες. Κανείς δε σε βοηθάει, εάν εσύ ο ίδιος δεν πιστέψεις στον εαυτό σου. Μπορείς να πετύχεις τα ακατόρθωτα για όνειρα που μοιάζουν άπιαστα. Μπορείς να κατορθώσεις όσα κάποτε απλά φαντάστηκες κι ας τα κόλλησες σε πρώτη φάση στο ψυγείο, ανάμεσα σε έναν μαγνήτη από την Τζαμάικα και τρία αβγά από την πίσω μεριά της πόρτας ενός ψυχρού ψυγείου.

(Να του τηλεφωνήσω?)

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

Ένα Υποκειμενικό Αντι-κείμενο

Τα Υπο-κείμενα είναι:
Λέξεις, έξεις, σκέψεις
που
ξεστομίζονται, χαράσσονται, τυπώνονται.
Από
το στόμα μου, το μυαλό μου, την ορμή μου
στην
ψυχή μου, την καρδιά μου, στο χαρτί μου.
Κάθε
μέρα, κάθε στιγμή, κάθε ώρα.
Στη
δουλειά, στο σπίτι, στην ενδιάμεση διαδρομή.
Μόνη, με άλλον, με άλλους.
Φίλους, γνωστούς και αγνώστους.
Για να
εκφράσω, να πληροφορήσω, να επικοινωνήσω.
Ακόμη και
κουρασμένη, ζαλισμένη, αφηρημένη.
Επειδή
ελευθερώνομαι, εκστασιάζομαι, ενθουσιάζομαι.
Με
ανθρώπους, καταστάσεις, γεγονότα.
Που
γίνανε, γίνονται, μπορεί να γίνουν.
------------------------------
Άλλα Υπο-κείμενα είναι:
Υποψήφιες καταστάσεις,
 δυνάμει συμβάντα,
προσχεδιασμένα μελλούμενα,
που
κατέκτησαν κάποιες γραμμές στην ιστορία,
βρίσκονται σε τροχιά μονόδρομης πορείας,
εγκλωβίζονται σε κασσάνδρειες  προβλέψεις.
Και
γεννάνε
σκέψεις,
γίνανε
θέσεις,
γνωρίσανε
κρίσεις,
κριτικές, αντιθέσεις.
Λέξεις! Σκέψεις! Γνώσεις!
...και Άγνοιες!
Αγνές και επικίνδυνες!
----------------------

Υπο-κείμενο το Εγώ:
Τρυπώνω σε ματωμένες καρδιές που ζητάν στοργή.
Υποκλέπτω ψιθυριστές ματιές που πετάν οργή.
Καταλαβαίνω σπασμωδικές κινήσεις χωρίς επιλογή.
Γελάω, κλαίω, θυμώνω, ηρεμώ και πάλι από την αρχή.

Περιστρέφονται σαν αέναοι δορυφόροι γύρω απ’ τη φαιά μου ουσία
ιδέες,
μου πήραν την ενέργεια
οι ιδέες
και γίναν Υπο-κείμενο..
και...
----------------------------
σαν σίφουνες στροβιλίζουν,
αεικίνητες πιρουέτες μπαλαρίνας,
χορεύουν; σαρώνουν; εκπέμπουν;
Τα πάντα!
Οι ιδέες δεν είναι πάντα φωτεινές.
Κάνουν τις σκέψεις σκοτεινές.
Καταστρέφουν ζωές, οικογένειες, γενιές.
Ζαλίζουν ηρεμίες,
 ταράσσουν γαλήνια νερά,
σείουν επαναπαυμένα βολέματα.
Οι ιδέες γυρίζουν σαν να ‘ναι πάνω σε φτερό ανεμόμυλου,
μπερδεύονται με τις σκέψεις, τις κρίσεις και τις λέξεις.
Ξεστομίζονται, πέφτουν πάνω σε τοίχο!
Άλλοτε τον τρυπούν και βγαίνουν απ’ απέναντι
κι άλλοτε πέφτουν κάτω.

Ποιος να μαζέψει τις σκέψεις μου απ’ το πάτωμα;
Και να τις κάνει τι;
Δεν πουλάνε πια οι σκέψεις ούτε οι ιδέες, ούτε οι λέξεις!
Απλά κουράζουν.
Έχουν δυαδική φύση,
δημιουργούν προβλήματα αλλά δίνουν και λύσεις
σε ταξιδεύουν μακριά αλλά και προσγειώνουν συνειδήσεις,
χτίζουν ελπίδες  αλλά γκρεμίζουν και όνειρα,
νοσταλγούν πατρίδες αλλά και ξενιτεύονται,
εμπνέονται οδύσσειες και πολεμούν για πουκάμισα αδειανά,
έχουν αίσθηση, κάποτε συναίσθηση,
αλλά έχουν και αισθήσεις, και ψευδαισθήσεις, και παραισθήσεις.
Ανεβάζουν τον πήχη στις βλέψεις μου,
γκρεμοτσακίζουν τους στόχους μου απ’ τα βράχια,
αγκαλιάζουν τη μοναξιά μου
παρηγορούν τις απογοητεύσεις μου.


Οφού!!!!
 «Σταμάτα πια να σκέφτεσαι!» φωνάζουν όλοι!!!
Μα γιατί; Είναι κακούργημα;
«Είναι!
Όταν οι σκέψεις εποφθαλμιούν την ηρεμία στο στομάχι σου...
Όταν διεκδικούν την ηρεμία από τα νεύρα σου...
Όταν αποσπούν τον ύπνο από τα βράδια σου.»

Σταματώ να σκέφτομαι.
Πότε?
Όταν πέφτω για ύπνο και ονειρεύομαι.

Τελευταία όμως κοιμάμαι όρθια!

-Είναι που βιάζομαι να κάνω όνειρα που μου επιτρέπουν μονάχα τα σεντόνια.
-Είναι η κούραση, ηλίθια, και η πραγματικότητα που σου
 απαγορεύουν (κι όχι υπαγορεύουν)
 να ζήσεις ωραία χρόνια.

Πάνε αυτά. Περάσανε.


Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

Πριν αλέκτωρ λαλήσει...

«Μη με ξυπνάς απ’ τις έξι....πριν ακόμα ο ήλιος να φέξει, ξυπνητήρι τρελό σε μισώ σε μισώ σε μισώώώ!! Σήκω! Ξύπνα! Σήκω! Ξύπνα! Σήκω! Ξύπνα!....». Αναβολή! Σε δέκα λεπτά επανάληψις: «...Σήκω! Ξύπνα! Σήκω! Ξύπνα!....» Και ο μικρός μαθητάκος, κάτι μεταξύ Σκουντούφλη και Χουζούρη, αφού πατήσει τελικά «απενεργοποίηση» στο ξυπνητήρι του κινητού του, σέρνοντας τα βαριά από το πρωινό ξύπνημα πόδια του, κατευθύνεται προς το μπάνιο να ρίξει νερό στο πρησμένο από τον ύπνο πρόσωπό του. Στη διπλανή κρεβατοκάμαρα, ένα άλλο άσμα, παρεμφερές ως προς το περιεχόμενο της επωδού (συγχωρέστε με για την υβριστική σύγκριση!), σε λαϊκή αυτή τη φορά πενιά προσπαθεί να σηκώσει το μπαμπά από το κρεβάτι με τη φωνή του μεγάλου τροβαδούρου Στέλιου: «Γιατί με ξύπνησες πρωίίίίίίί, μέσα στον ύπνο τον βαθύύύύ..., γιατί την πόρτα μου ξυπνάς, τι θέλεις τώρα τι ζητάς, ω ω ωωω...κλπ κλπ κλπ». Με ακόμη πιο βαριά βήματα ο μπαμπάς, μετά από τρεις περιοδικές αναβολές, κατευθύνεται στο μπάνιο επίσης.
Πάντως, εδώ που τα λέμε, γίνεται με στρουμφάκια, γίνεται με Καζαντζίδη, μια φορά το πρωινό ξύπνημα με τυμπανοκρουσίες ή άνευ είναι λίγο μισητό.
        Όταν η τελευταία σου αίσθηση πριν πέσεις για ύπνο είναι η λαχτάρα του μαλακού σου κρεβατιού και του πουπουλένιου σου μαξιλαριού, η απόλαυση της καθαρότητας του προσώπου σου μετά την κρέμα ματιών, χεριών και νυκτός, η φρεσκάδα που αναδύει  η μαλακιά σου φρεσκοσιδερωμένη πυτζάμα ή νυχτικιά και κυρίως το εξάωρο- οχτάωρο που απλόχερα προσφέρεται ολοδικό σου στο εγγύς μέλλον μετά τα τρεχάματα της αδηφάγας μέρας, το πρωινό ξύπνημα γίνεται πρωινός εφιάλτης. Τα όνειρα άλλωστε δεν είναι μόνο βραδινά.  
Και όλα λειτουργούν με σύμμαχο τη βαρύτητα: το πάπλωμα, ακόμα και στην καλοκαιρινή του έκδοση, τουτέστιν σεντόνι, βαραίνει περισσότερο. Το μαξιλάρι, όσο πουπουλένιο και να ‘ναι, δεν υπακούει στην άνωση αλλά σε έλκει σαν μαγνήτης προς το κρεβάτι. Το σώμα σου ζηλεύει τον Τιτανικό και θέλει να βουλιάάάζει, να χουχουλιάάάζει, όλο και πιο βαθιά στα μαλακά σου σκεπάσματα. Τα μάτια σου αρνούνται να αναλάβουν τα καθήκοντά τους και να ενεργοποιήσουν την αίσθηση της όρασης.
Και σφίγγεις το μαξιλάρι, στριφογυρίζεις σαν τη γη γύρω από τον εαυτό σου και θες με αγωνία να συνεχίσεις το έργο που έβλεπες στα βραδινά σου όνειρα κάτω από το πάπλωμα ή κουκουλώνεσαι με το σεντόνι δημιουργώντας ψευδαισθήσεις περί του αδίστακτου χρόνου. Ρίχνεις μια αναβολή και γυρίζεις από την άλλη. Όμως η αναβολή στο ξυπνητήρι δεν ακυρώνει το χρόνο, που εξακολουθεί αγχωμένα και αγχωτικά να τρέχει σαν τον Σπύρο Λούη!
Κι εσύ πρέπει να αρνηθείς τον πολυαγαπημένο σου φίλο, το κρεβάτι. Πώς? Οι τύψεις σε κατακλύζουν! Το συναίσθημα υπερισχύει. Προδίδεις τους φίλους σου? Στο κάτω-κάτω το κρεβάτι μπορεί και να είναι ο μόνος φίλος που δε πρόδωσε ποτέ. Εσύ γιατί να του το κάνεις αυτό? Είναι ο σύντροφος που σε περιμένει να πλαγιάσετε αγκαλιά, ακόμη κι αν είσαι σ’ αυτή τη ζωή μόνος. Είναι εκείνος που ακούει τις βραδινές σου σκέψεις και αντέχει τα οικογενειακά βάρη  που γεμίζουν το κεφάλι σου. Είναι πάντα εκεί, γιατρός, να διώξει τους πονοκεφάλους σου και δε σε παρεξηγεί ποτέ, ακόμη κι αν σε δει απεριποίητο, άβαφη ή ατημέλητο.
Ξεκούραση στην κούραση, γιατρός στον πυρετό σου, συμπαραστάτης, στυλοβάτης στις αϋπνίες σου. Βλέπει τα όνειρα σου, ακούει το παραμιλητό σου, σκουπίζει το βράδυ τον ιδρώτα σου, χαλαρώνει το πιασμένο σου κορμί. Σκούντα το. Κάθισέ το. Πάτα πάνω του για να κατεβάσεις από τη ντουλάπα το χειμερινό σου παλτό. Δε θα πει λέξη. Δε θα παραπονεθεί. Θα σε υπομείνει καρτερικά....
Ωστόσο το στρουμφάκι ή ο Καζαντζίδης θα τραγουδούν κάθε πρωί. Κι εσύ εν τέλει θα αναγκαστείς να σηκωθείς. Προδοσία! Τι να κάνουμε? Κι αυτή η ακούσια προδοσία μες στη ζωή μας είναι. Στη διαδρομή για το μπάνιο, φωνάζεις:
«Μαμάάάά!!! Γάλα!»
«Γυναίκαααα!!! Καφέ»
Γιατί η μάνα-γυναίκα, φύσει και θέσει, δεν περιμένει κανένα στρουμφάκι, κανέναν Καζαντζίδη και κανένα κοκοράκι να τη σηκώσει από το εξίσου γι’ αυτήν θελκτικό και υποτίθεται ακατανίκητο κρεβάτι.  Είναι η μόνη σ’ αυτή τη ζωή που στην πρωινή μάχη με το κρεβάτι, έχει την «υπέροχη υπεροχή» και «προνόμιο» να πρέπει να βγει πάντα νικητής...
Καλή σου μέρα αν ξυπνάς...