Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ασβέστη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ασβέστη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Ημερολόγιο Αλήστου Μνήμης

 Ελλάδα, Μ.Εβδομάδα 2011

Αγαπητό μου Ημερολόγιο,
περπατάς στο χωριό και όλη η γειτονιά σε μιαν αυλή. Καλέ τι ωραία!!!  Οι νοικοκυρές να τσαλαβουτούν  με τα πόδια και τις λαστιχένιες παντόφλες μέσα στις σκάφες για την καθιερωμένη πασχαλιάτικη μπουγάδα. Κι ύστερα  χαλιά και κουβέρτες  και φλοκάτες να απλώνονται νωχελικά πάνω στα κάγκελα κάνοντας απριλιάτικη ηλιοθεραπεία χωρίς προστατευτικά αντηλιακά με αυστηρούς δείκτες προστασίας στις υπεριώδεις ακτίνες!  Γιαγιάδες να σέρνουν τα δυο φορές παιδιά τους πάνω σε καροτσάκια. Παππούδες να αναλώνονται σε αναλύσεις και αμπελοφιλοσοφίες  πολιτικές στο καφενείο της γειτονιάς βρέχοντας το λαρύγγι τους με   μεσημεριανά ουζάκια και κροταλίζοντας  στα χέρια ένα κεχριμπαρένιο κομπολόι. Γειτόνισσες να πιάνουν τις ίδιες και απαράλλαχτες κάθε χρόνο τέτοιες μέρες συζητήσεις περί βαφής αβγών (και όχι νυχιών που κάνουν οι μοντέρνες), να αναρωτιούνται ποια είναι η καλύτερη, ποια βάφει με λιγότερες συγκρουσιακές «ωαπώλειες» και πώς τα τσουρέκια φουσκώνουν χωρίς χημικά. Και άλλες να ασπρίζουν τις αυλές. Η ασβέστη σε πρώτο πλάνο. Λευκαίνει και απολυμαίνει.
Και  τα σπίτια πιο λευκά στου γλαυκού το γειτόνεμα!...
Η ατμόσφαιρα μυρίζει Πάσχα! Ελληνικό Πάσχα! Ίδιο, όπως το θυμάμαι από τότε που γεννήθηκα. Δεν έχω πάει και αλλού το Πάσχα, εδώ που τα λέμε, εκτός από το 2001! Κάθε χρόνο εδώ. Να ξεκινούμε τις διαδικασίες από την παραμονή του Λαζάρου. Να μαζεύουμε πασχαλιές και άλλα λούλουδα του κάμπου για να στολίσουμε το καλαθάκι του και να γυρίζουμε για να πούμε το «Μάθατε τι έχει γίνει κάτω εις την Παλαιστίνη...» και να μαζέψουμε... αβγά!!! (αν έμενε κανένα σώο). Και μετά κάθε μέρα στην εκκλησία. 

Μ. Δευτέρα- Μ. Τρίτη
Στο μεταξύ είχα μια συνήθεια να μην πολυπηγαίνω τη Μ. Δευτέρα και τη Μ. Τετάρτη στην εκκλησία. Λογικό! Γιατί «Το πολύ το Κύριε ελέησον...»! Καλός ο Νυμφίος και οι Παρθένες αλλά ...  Τη Μ. Τρίτη όμως πήγαινα πάντα, γιατί έπρεπε να ακούσω το τροπάριο της Κασσιανής που, όπως πολλοί, νόμιζα για χρόνια ότι ήταν η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή.  Ο παπάς της ενορίας μας βέβαια το πήρε είδηση και κάθε Μ. Τρίτη τα τελευταία χρόνια ακούμε το ίδιο «τροπάριο» (του παπά αυτή τη φορά) για τη Κασσιανή και την περιπεσούσα γυναίκα που είναι δύο εντελώς διαφορετικά πρόσωπα! Ελήφθη!

Μ. Τετάρτη
Τη Μ. Τετάρτη κάνανε όλες οι γιαγιάδες εκείνα τα πεντανόστιμα τσουρέκια και μοσχομύριζε όλη η γειτονιά αλλά ποτέ δεν μπορούσα να τα φάω ζεστά και φρέσκα, όταν βγαίνανε από το φούρνο, γιατί ήτανε Μεγάλη Βδομάδα και νήστευα και η γιαγιά μου μου έλεγε πως θα ήτανε μεγάλη αμαρτία και πως έπρεπε να κάνω υπομονή μέχρι τη Μ. Πέμπτη που θα κοινωνούσα. Και μια χρονιά που πήγα να φάω τη Μ. Πέμπτη μετά τη μετάληψη η γιαγιά μου πάλι φρόντισε να με γεμίσει με τύψεις γιατί, όπως έλεγε, ΗΤΑΝΕ Μ.ΠΕΜΠΤΗ και δεν είχε σημασία που είχα κοινωνήσει, γιατί είχα πια μεγαλώσει και έπρεπε, όπως οι μεγάλοι, να «κρατήσω» όλη την Εβδομάδα των Παθών. Α  μα τι Παθών! Και από εκείνη τη Μ. Πέμπτη που η γιαγιά μου με μάλωσε, εγώ νιώθω ότι «μεγάλωσα», γιατί κρατούσα την ίδια νηστεία με τους μεγάλους ΑΣΧΕΤΑ με το αν είχα κοινωνήσει. Και μετά όμως τι να το κάνεις το τσουρέκι, αφού δεν κρατιέται μέσα στο σελοφάν ούτε ζεστό ούτε φρέσκο, ούτε σου σπάει τη μύτη, όπως τη Μ. Τετάρτη που βγαίνει από το φούρνο?
Άι στο καλό! Οι μεγάλοι λέγανε πως αν το σκέφτεσαι τόσο τότε μην την κάνεις τη νηστεία, γιατί είναι σαν να την κάνεις με το ζόρι. Και η δικιά μου απορία και το ζόρι ήτανε πάντα γιατί να μην τα κάνουνε τα τσουρέκια το Μ. Σάββατο λίγο πριν την Ανάσταση για να τα τρώμε φρέσκα! Τέλος πάντων! Άλλο παιδικό τραύμα και τούτο.

Μ. Πέμπτη
Τη Μ. Πέμπτη είχαμε την πρωινή εκκλησία για να κοινωνήσουμε. Καλό μαρτύριο και τούτο: να περιμένεις ένα δίωρο στην ουρά να  μεταλάβεις!!!...και στην τελική να πάρεις τι? Κι άλλη απορία που είχα μικρή: «Για μία κουταλίτσα κρασάκι και ψωμάκι να κάνω τόση υπομονή!» Ο μπαμπάς μου, με καθόλα παιδαγωγικές μεθόδους, μόνο που δε μου άστραψε καμιά ανάποδη, όταν του είπα τις σκέψεις μου περί του θέματος. Δε μου εξήγησε «γιατί», αλλά από τον τρόπο που με κοίταξε (α), που ύψωσε τη φωνή του (β) και που σηκώθηκε από την καρέκλα (γ) κατάλαβα (έξυπνη γαρ!) πως πρόκειται μάλλον για κάτι πολύ σημαντικό και κάτι τρέχει με αυτό το κρασοψωμάκι της μικρής κουταλίτσας που δεν επιδέχεται αντιρρήσεις και αρνησικυρίες ή επαναστάσεις, οπότε δεν ξαναμίλησα ποτέ ξανά έκτοτε, ούτε έθιξα το θέμα της υπομονής στην ουρά επί τόσες ώρες για να κοινωνήσουν τόσοι άνθρωποι, γιατί άλλωστε, παιδαγωγικά αν το δεις,  μου χρειάστηκε η υπομονή αυτή στην μέχρι τώρα ζωή μου ως πολίτη στις –πού αλλού?- δημόσιες υπηρεσίες (και όχι μόνο)!!
Τα Ευαγγέλια πάλι της Μ. Πέμπτης ήτανε από τα αγαπημένα μου. Εκείνα τα κεριά που ανάβει ο παπάς ένα-ένα κάθε φορά που λέει κι από ένα ευαγγέλιο τα θεωρούσα  πολύ ενθαρρυντικό πράγμα γιατί ήξερες «πού παν τα τέσσερα» με τη λειτουργία και πότε τελειώνει. Αν και, μεταξύ μας, η λειτουργία της Μ. Πέμπτης το βράδυ μου άρεζε ίσως περισσότερο από όλες και δε βιαζόμουνα ούτε βαριόμουνα, γιατί μου θύμιζε την ταινία ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ σε πιο αληθοφανή εκδοχή! Δια ζώσης...

Μ.Παρασκευή
Πονεμένη ιστορία (ή Ο Χριστός ξανασταυρώνεται!). Καταρχήν τέτοια μέρα με θυμάμαι μια ζωή στους δρόμους. Πρωί-πρωί η αποκαθήλωση. Από μικρό εν τω μεταξύ η μάνα μου μου είχε κάνει πλύση εγκεφάλου με αυτήν την ετυμολογία. Τι σημαίνει η «αποκαθήλωση» και τι σημαίνει η «αποκαθήλωση»? Ε το ‘μαθα πια: ΑΠΟ-ΚΑΤΑ-ΗΛΟΣ. Ήλος = καρφί, λέξη με δασεία γι’ αυτό και το Τ τρέπεται σε Θ και τέτοια. Δηλαδή το «ξεκάρφωμα»! Αργότερα βέβαια εγώ την ξεπέρασα τη μαμά μου, γιατί κάθε φορά στην εκκλησία, όπου δεν πάω ποτέ χωρίς το γνωστό βιβλιαράκι, άρχισα να κάνω σύνταξη στα τροπάρια (υποκείμενο, ρήμα, αντικείμενο και τέτοια), να ψάχνω συντακτικές αποκλίσεις από την κλασική ελληνική, τυπογραφικά λάθη, στοιχεία εξέλιξης της αρχαίας ελληνικής προς την ελληνιστική περίοδο, αλλά ενίοτε έκανα και χρονικές αντικαταστάσεις στα ρήματα, ανώμαλα και μη. Δηλαδή η κατάσταση χειροτέρευσε!
Άμα δε τη λήξει της πρωινής λειτουργίας έπαιρνα τους δρόμους για τα μνήματα. Να ανάβω κεριά και καντηλάκια. Και μετά σβάρνα όλες τις γιαγιάδες του χωριού να κάνω τον ντιλιβερά και να μοιράζω όχι πίτσες αλλά καφέδες, κουλούρια και χυμούς «για να σχωρεθούν τα ποθαμένα τους-μας-του κόσμου ολάκερου»! Εμένα που με βλέπεις, αγαπημένο μου ημερολόγιο, ξέρεις τι καφέδες έχω μοιράσει? Υποβολέας? Ε ποιος άλλος? Η μάνα μου! Ο Άι Βασίλης σε έκδοση πασχαλινή. Μόνο που αντί για έλκηθρο σέρνει εμένα. Και για να μη  νομίζεις ότι είμαι και καμιά άσχετη από χορωδίες και τέτοια, όλη την υπόλοιπη μέρα στόλιζα και τον επιτάφιο και έψελνα. Όχι ακαπέλα, ούτε μόνη μου, γιατί λεφτά για την αποζημίωση των βιτρό της εκκλησίας δεν είχα! Αλλά με άλλα κορίτσια. Και φορούσα πάντα σκούρα ρούχα. Γιατί η μαμά μου είχε πάντα ένα θέμα με αυτές και αυτούς που φοράνε ανοιχτόχρωμα ρούχα τη μεγάλη εβδομάδα. Όχι γιατί είναι κουτσομπόλα, σου το διαβεβαιώνω, αλλά γιατί απλά έχει δίκιο. Κι εγώ από τότε είμαι πολύ προσεκτική και προσέχω να μη βάλω κόκκινα και παρδαλά ρούχα μεγαλοβδομαδιάτικα. Πάντως κάθε Μ. Παρασκευή εγώ με θυμάμαι να πονάνε τα πόδια μου και να είμαι πολύ κουρασμένη από τις διανομές και τα συναφή! (Σημειωτέον ότι εν έτει 2011 δεν έχει αλλάξει η κατάσταση. Απλά κάποιες γιαγιάδες μας αφήσανε χρόνους...)

Μ. Σάββατο.
Της τελευταίας στιγμής τα ψώνια και κείνη η μαγειρίτσα που δεν έτρωγα ποτέ. Γιατί έβλεπα πώς γυρίζανε τα έντερα πριν τη φτιάξουν και γύριζαν και τα δικά μου τ’ άντερα. Το Σάββατο βράδυ στην Ανάσταση δεν θέλω ούτε αυτό να το θυμάμαι. Είναι η ντροπή του χριστιανισμού. Παραπέντε με και πέντε ο εκκλησιασμός! Ούτε τρισάγιο δεν κρατάει τόσο λίγο. Κι αν εσύ κάνεις την επανάστασή σου να καθίσεις μοιάζεις με το μαύρο πρόβατο της οικογενείας. Ανασταίνουν το Χριστό και μετά πηγαίνουν όλοι στο σπίτι, ενώ εσύ κάθεσαι στην εκκλησία και έχεις το νου σου στην οικογενειακή ομήγυρη που χαζογελάει απόντος σου! Τραγικό! Είναι σαν να δεν έχεις κάνει Ανάσταση! 

Κυριακή του Πάσχα
βλ. προηγούμενο κείμενο [«Οικογενειακοί (επί)δεσμοί»]. Λίγο πρωθύστερο το σχήμα αλλά έχει και τούτα η λογοτεχνία
Καλή Ανάσταση