Φέτος το καλοκαίρι δεν έμοιαζε με τ’ άλλα! Ήτανε ξεχωριστό.
Πολύ ξεχωριστό. Πρώτ’ απ’ όλα έβρεχε συνέχεια και παντού. Ήτανε ένα κακοκαίρι. Το
θερμόμετρο δεν έπιασε σχεδόν καμία μέρα καύσωνα και οι μπόρες εναλλάσσονταν
αρμονικά με τους κατακλυσμούς, τους καταποντισμούς και τα ψιλόβροχα. Οι
διακοπές από τη δουλειά δεν κράτησαν πολύ. Η δουλειά ήτανε πολλή, η εφορεία
όμως περισσότερη. Η ευφορία αντιστρόφως ανάλογη προς την εφορεία. Δουλεύαμε όλοι πολύ και σαν οικογένεια
βρισκόμασταν λίγο έως καθόλου, όπως κάνουν όλες οι οικογένειες που σέβονται τον
εαυτό τους στις εκπολιτισμένες δυτικές κοινωνίες, οι οποίες διασκεδάζουν μόνο κάθε
Σάββατο στο supermarket! Ωστόσο, ότε και αν βρισκόμασταν, τρωγόμασταν και μαλώναμε,
γιατί είχαμε όλοι νεύρα από τη δουλειά και από ανούσια πράγματα που αν είχαμε
σοβαρότερα, με αυτά δε θα ασχολιόταν κανείς και ποτέ. Μερικούς ανθρώπους όμως η
ζωή τούς χαρίζει τέτοια γκρίνια και τέτοια αχαριστία που τους στερεί παραπάνω
μυαλό ώστε να καταλάβουν πως υπάρχουν πολύ χειρότερα…
Επιπλέον, οι διακοπές έγιναν με φειδώ. Αλλά και με φίδια. Από
αυτά που τρέφεις στον κόρφο σου. Οι διακοπές πιο πολύ μοιάζανε με κοπές. Κάναμε
κάτι διαλείμματα από χαζοπαρεξηγήσεις, ζήλιες και μπερδέματα. Ξεκινήσαμε και το
ψάρεμα. Μάθαμε να ψαρεύουμε πληροφορίες από τους συνομιλητές μας, να βγάζουμε
λαβράκια από τις συζητήσεις και να ψήνουμε το ψάρι στα χείλη σε ανθρώπους που
ισχυριζόμαστε ότι αγαπάμε. Μετά ζητήσαμε συγνώμη και θέλαμε να έρθουν όλα στη
θέση τους!
Το καλοκαίρι όμως τελείωσε. Και τολμώ να πω πως έχω
παρατηρήσει το εξής: το φθινόπωρο δε δίνει περίοδο χάριτος σχεδόν ποτέ στο
καλοκαίρι. Δεν του δίνει ούτε τόσο από τον χρόνο του. Έγραψε το ημερολόγιο
«Σεπτέμβρης», το Καλοκαιράκι παίρνει τις ξαπλώστρες του, κλείνει τις ομπρέλες
του, διπλώνει τις πετσέτες του, ξεκρεμάει από τους πασσάλους τις αιώρες του,
μαζεύει τα κουβαδάκια του και «μπρος!» για άλλες παραλίες. Μετακομίζει στο
νότιο ημισφαίριο.
Απλά ευελπιστώ πως το κλίμα μας εδώ θα γίνει κάποια στιγμή
τροπικό σαν αυτό της Κούβας, όπου θα έρχονται όλοι οι τουρίστες από τις βόρειες
χώρες να κάνουν πάμφθηνες διακοπές. Οι θερμοκρασίες θα γίνουν σταθερά όλον τον
χρόνο 20-30 βαθμούς Κελσίου. Οι παραλίες μας και δη η Χαλκιδική δε θα ζηλεύει
τίποτε από την Καραϊβική. Τα αυτοκίνητά μας δεν θα τα αλλάζουμε, γιατί
προσεχώς, σε 30 χρόνια θα γίνουν αντίκες και δη ανεκτίμητης αξίας. Τα σπίτια
μας θα ανήκουν όλα στο Κράτος (εν Κράτει), δλδ στις Τράπεζες. Εκτός από τις
φοιτητικές λέσχες θα τρώμε, θα πίνουμε, αλλά και θα ψωνίζουμε και οι υπόλοιποι
–μη φοιτητές- με κουπόνια (Groupon, goldendealsκλπ), ωστόσο θα χορεύουμε και θα διασκεδάζουμε ξένοιαστοι στα
καφέ της Νέας Κούβας. Το μόνο που θα μας λείπει θα είναι ένας Τσε και ένας
Φιντέλ!
Το να ξεκινάς για Χίο και να καταλήγεις στην Κορσική είναι κάτι που γοητεύει.
Δε νομίζω όμως ότι ο ομηρικός Οδυσσέας θα υποστήριζε το ίδιο, εάν μπορούσε να
ξεγλιστρήσει από τις Σειρήνες και τους Λαιστρυγόνες, εάν είχε τη δυνατότητα να
εξαφανίσει την Κίρκη και να αποφύγει τους Κύκλωπες. Κι άσε τον Αλεξανδρινό
ποιητή να τραγουδάει και να εύχεται για πηγεμούς και μακρινές οδούς...Με όλο το
σεβασμό στο απρόοπτο, υποκλίνομαι στον προγραμματισμό, χαιρετίζω την οργάνωση,
επικροτώ την τάξη και προσυπογράφω το περιοδικό, το προβλέψιμο και το περιοδικά
γινόμενο κ.ο.κ.
Το πρόγραμμα φυσικά βγαίνει βάσει δεδομένων....Τι γίνεται
όμως όταν τα δεδομένα σου ανατρέπονται ξαφνικά και τρέπονται απλά σε ζητούμενα
και κυρίως όταν τα ζητούμενα σου δημιουργούν τραγικά ζητήματα? Τι κάνεις όταν
σχεδιάζεις διακοπές με απόλυτες προδιαγραφές και καταλήγεις απλά να
περνάς σε διαγραφές?...επιλογών, προτιμήσεων, θέλω...?
Το να προγραμματίζεις διακοπές για το τι να κάνεις όταν οι
πάντες σταματούν να δουλεύουνε, ακόμη και τα ρολόγια, είναι φρόνιμο. Το
καλοκαίρι άλλωστε είναι από μόνο του λίγο περίεργο ως εποχή. Είναι... πώς να το
πω? Κυκλοθυμικό. Ενώ διαστέλλονται τα πάντα -η μέρα, ο χρόνος, οι θερμοκρασίες-
για κάποιον λόγο συρρικνώνονται κάποια άλλα απότομα. Κι ενώ προσπαθείς να το
παρατείνεις, το τραβάς από δω, το τεντώνεις από την άλλη, το ξεχειλώνεις πιο
πέρα και στριμώχνεις μέσα του όλα όσα δεν πρόφτασες να κάνεις τους υπόλοιπους
εννέα μήνες: να δεις εκείνον, να επισκεφτείς τον άλλον, να πας εκεί, να
διαβάσεις κάποια SOS βιβλία, να ξεκινήσεις δραστηριότητες, να ανοίξεις
δουλειές, να κλείσεις άλλες, να τακτοποιήσεις εκκρεμότητες.
Κι ενώ όλον τον χρόνο
πας σαν τη σβούρα από κεκτημένη ταχύτητα, αυτήν την εποχή σου φαίνεται πολύ
περίεργο που κάθεσαι. Πρωτόγνωρες φαντάζουν οι εμπειρίες με τα μαζικά μέσα.
Αφήνεις το αμάξι σου και παίρνεις τρένα, βαπόρια, αεροπλάνα, τρόλεϊ, μετρό.
Μπαίνεις σε αυτοκίνητα που δεν οδηγείς εσύ. Σε πάνε κάπου, πας παντού, ανεβαίνεις
σε κορυφές για να αγναντέψεις τη ματαιότητα, πιάνεις βυθούς, ενίοτε
πάτους, για να παγιδέψεις τους φόβους σου.
Βαφτίζεσαι στις θάλασσες, ευλογείσαι στα επί αιθέρων κρεμάμενα μοναστήρια, λιώνεις
σανδάλια σε πλακόστρωτα και τρως τα λάστιχα του ποδηλάτου σου σε δρόμους
δασικούς. Αλλά και ξημερoβραδιάζεσαι σε τέσσερις τοίχους μαζί με τα βιβλία σου
που φτιάχνουνε βουνά πιο δίπλα απ' το κρεβάτι σου. Και πιάνεις τα αρχαία, τα
νέα και τα λατινικά. Κι αναλύεις Καβάφη, αμφισβητείς Ελύτη, τα τσουγκρίζεις με
τον Εγγονόπουλο και πάλι από την αρχή. Και περνάνε πίκρες ξυστά και από δίπλα,
και την πόρτα σου χτυπούν, αλλά παν και πιο πέρα. Και κυνηγάς τη δροσιά και τιμάς
τα ευλογημένα φρούτα: καρπούζι με τυρί ή άνευ, και φρέσκιες σπιτικές
μαρμελάδες, και κομπόστα γλυκό και γραφή και διάβασμα και ύπνο και ραχάτι και
προβληματισμός και οργάνωση και ανοργανωσιά.
Να! Εγώ κάπως έτσι τα ‘χα σχεδιάσει με τον λιγοστό νου μου,
αλλά δε ρώτησα τη ζωή, η οποία όμως είχε
άλλα σχέδια. Ούτε εκείνη μπήκε στη διαδικασία να με ρωτήσει. Άλλωστε αυτή δε
ρωτάει ποτέ και κανέναν! Απλά σου πετάει κάτι εμπόδια εκεί στη μέση του δρόμου
και συ ή διαλέγεις να τα προσπερνάς αδιάφορα, εάν και εφόσον είναι στο χέρι σου
ή απλά συμπορεύεσαι μαζί τους. Κι αν κάποιο από αυτά είναι τόσο μεγάλο που σου φράζει
το δρόμο, τότε αντί για την πεπατημένη θα πρέπει να ανακαλύψεις μόνο σου δικά
σου μονοπάτια. Με όλη τη γοητεία του καινούργιου, αλλά και με την ακόμη
μεγαλύτερη επικινδυνότητα του άγνωστου και ενδεχομένως απροσάρμοστου στις
συνήθειές σου.
Έτσι ήτανε οι φετινές διακοπές. Άλλα ονειρεύτηκα τον δριμύ
χειμώνα, άλλα σχεδίασα την ονειροπόλα άνοιξη και αλλού κατέληξα μεσούντος του
καλοκαιριού, για να πιάσω τελικά και οριστικά στα χέρια μου εισιτήρια άλλ' αντ'
άλλων διαδρομών. Και το πήρα απόφαση: τι σημασία έχει τι σχεδιάζεις? το θέμα
είναι πού, πώς και με ποιους καταλήγεις. Τι σημασία έχει εάν μένεις σε ένα
πύρινο καβούκι, σημασία έχει πώς θα το κάνεις να σε δροσίσει. Κοινώς: Carpe
diem!
Εγώ πήγα, είδα, νίκησα και έχασα αυτά εδώ τα μέρη και
συγχρωτίστηκα με ανθρώπους και λαούς όπως αυτούς στο παρακάτω βίντεο:
Για κάποιον λόγο τα περασμένα καλοκαίρια ξεθωριάζουνε στο
χρόνο. Είναι λίγο σαν τα καραβάνια που χάνονται στον ορίζοντα της ερήμου που
ενώνεται με τον ουρανό. Είναι σαν τα τεράστια αεροπλάνα που γίνονται σαν την
πινέζα που καρφώνεται ανάμεσα στα σύννεφα και τον ήλιο. Για κάποιον λόγο η
μνήμη είναι ολοζώντανη μέχρι που το καινούργιο γεγονός να επισκιάσει την
ανάμνηση. Για κάποιον λόγο ο χρόνος, οι μήνες, οι μνήμες, οι μέρες πέρασαν πάλι
γρήγορα. Για κάποιον λόγο πάλι λέμε «σαν να ΄ταν χθες!»...Για κάποιον λόγο...
Για πολλούς λόγους... Για άπειρους λόγους, μετρήσιμους ή αμέτρητους...
Πάλι ο ήλιος θα στέκεται κρεμασμένος για πολλές ώρες. Πάλι θα
κοιτάει περίεργος και θα παρακολουθεί τις καλοκαιρινές μας περιπέτειες,
δουλειές, αγωνίες. Θα είναι μάρτυρας των αποδράσεών μας. Θα ζηλεύει τις
δροσερές μας βουτιές κα θα μας χαϊδεύει μαζί με τα κύματα και την αλμύρα. Δε θα
‘χει δόντια το καλοκαίρι, δεν θα δαγκώνει, μα θα καίει. Θα τσουρουφλάει. Θα
ψήνει. Θα παίζει κρυφτό με κανά σύννεφο, θα χώνεται ντροπαλός από πίσω του και
θα το αφήνει να βάλει τα κλάματα στη θέα της αθλιότητας αυτού του μάταιου
κόσμου. Θα το επιτρέπει να ξεπλένει πού και πού τα κουρασμένα του μάτια! Τα
μάτια μάρτυρες! Τα μάτια θεατές! Όπως τα δικά μας μάτια. Που είδανε πολλά εδώ
και έναν χρόνο.
Είδανε καινούργια μέρη και γνώρισαν καινούργιους ανθρώπους.
Διάβασαν νέες οπτικές και διασταυρώθηκαν με άγνωστα βλέμματα. Πάνω σε ένα
πλοίο, σε μια στάση λεωφορείου, δίπλα σε μια ομπρέλα παραλίας. Συγχρωτίστηκαν ανάμεσα
στα βράχια ή πάνω από τα βότσαλα. Γνώρισαν περιπάτους σε αρχαία μέρη, εκεί που
άνοιγαν το βήμα τους χιλιάδες χρόνια πριν δούλοι και σοφιστές. Βράχηκαν σε νερά
όπου βουτήξαν ψάρια, δελφίνια, ίσως γοργόνες και σίγουρα δίχτυα.
Χα! Δίχτυα!
Και πιάστηκα στα δίχτυα τους και μπλέχτηκα μαζί τους.
Παγίδες είν’ τα κρόσσια τους. Και τα ‘σκισα και βγήκα.
Και κέρδισα. Και έχασα. Και γνώρισα ή διέγραψα.
Κι έζησα τη στιγμή, έψαξα
τη γιορτή,
ένιωσα την
αβεβαιότητα,
αναζήτησα τη
σταθερότητα.
Μα κάτι εγκέλαδοι σείσανε τον ρου μου,
έχασα την ισορροπία μου και βούτηξα στο κύμα.
Έπιασα πάτο, σκιάχτηκα
κι αντίκρισα τα ψάρια
σ’ έναν βυθό ανήσυχα να τρων τα λυσσακά τους!
Σαρκοφάγα! Σαρκοβόρα! Εν γένει πεινασμένα
Πάλεψα, κόντεψα να πνιγώ, μα βρήκα σωτηρία.
Σε μια σανίδα που ‘λαχε να κολυμπάει από δίπλα.
Μα σάπισε κι εκείνη αλίκτυπη σαν ήτανε
και επέτρεψε στα κύματα να με ξεβράσουν πάλι
Έρημες παραλίες με μάζεψαν στην άκρη.
Κοιτούσα τον ορίζοντα, δεν έβλεπα κανέναν.
Κάτι σκιές-φαντάσματα με κυνηγούσαν κι είπαν:
«Η ζωή σου στέρησε και φέτος ανθρώπους που αγαπούσες και αγάπησες πολύ!
Γιατί η Ζωή δεν κάνει διακρίσεις.
Στερεί από όλους κι έτσι έκανε και μαζί μου.
Κι ο αδερφός της, ο Χρόνος μου άνοιξε τα χέρια του και μου
‘πε
πως είναι ο μόνος που θα μου δίνει μιαν αγκαλιά μεγάλη.
Με έσφιξε και άλλοτε μ’ έπνιξε από πολλή αγάπη!
Γιατί η αγάπη η πολλή μπορεί να πνίξει αντάμα,
αν έρχεται από άνθρωπο χωρίς τον νου περίσσιο...
Αν έρχεται από άνθρωπο που «θέλει το καλό σου»
Μα ποιος είναι αυτός που θα ορίσει το καλό μου?
Και ποιος ορίζει το καλό καλύτερα από μένα?
Και απέλυσα τους μέντορες που ορίζουν στη ζωή μου
γιατί το εγώ μου κέντρισε τα ενδιαφέροντά μου.
Τέτοια δίχτυα με μπλέξανε σε παραλογισμούς των άλλων
δίχως να σκέφτεται κανείς αν η ψυχή μου θέλει.
Τι είναι το «πρέπον»? Τι είναι το «σωστό»? Ποιο είναι το
«σύνηθες»? Αυτό που κάνει ή θέλει ο κόσμος... Κι αν αναγνώστη θαρρείς πως σε
αυτά τα δίχτυα βρέθηκα μπλεγμένη μονάχα εγώ, σε γελάσανε...
Δεν θα σου πω να τα σκίσεις μήτε να ανεχτείς να αγκαλιάζουν
τις επιλογές σου. Θα σου πω απλά να μάθεις να παλεύεις! Με τα κύματα και με τα
κρίματα. Που παίρνεις στο λαιμό σου ή που σου κρεμούν οι άλλοι σαν να ‘ναι
κολιέ από μαργαριτάρι. Και η πιο μεγάλη παγίδα αυτή είναι: Να νομίζεις πως κάτι
είναι κάτι άλλο από αυτό που είναι στην πραγματικότητα. Όταν βρεθεί άνθρωπος να
ερμηνεύει αντικειμενικά και όχι κατά το δοκούν, τότε ή θα γίνει θεός ή θηρίο,
γιατί το τίμημα θα είναι να ζει μόνος του, παραφράζοντας τον Σταγειρίτη. Τα
δίχτυα δεν βουτούν μόνο σε θάλασσες. Μπορείς να τα βρεις και στο πεζοδρόμιο. Η
ζωή μας είναι γεμάτη παγίδες. Του μυαλού, των άλλων, του κατεστημένου, της
τρέλας που κουβαλάει ο διπλανός, του καλουπιού όπου θέλει να σε βάλει ακόμη κι
εκείνος που σε αγαπάει. Ισορροπίες λεπτές από όπου πέφτεις πολλές φορές. Σήκω!
Ζήτα και βοήθεια. Δεν είναι κακό. Αλλά μην εκπλαγείς, εάν κάποια στιγμή αυτός
που σε έσωσε, σου ζητήσει τα ρέστα!
Καλό καλοκαίρι.
Μαζέψτε εμπειρίες έστω και στην αυλή του σπιτιού σας,
βρέχοντας τα πόδια σας με το λάστιχο και όχι με το κύμα. Θα σας προτείνω τρία
πράγματα:
1. ένα αγαπημένο καλοκαιρινό βιβλίο που και στη θάλασσα να
μην πάτε θα νιώσετε διαβάζοντάς το την αλμύρα του παντού. Παλιό, αλλά αθάνατο:
«Το γυμνό κορίτσι» του Νίκου Αθανασιάδη από τις εκδόσεις Δωρικός
2. ένα αγαπημένο τραγούδι από τη φίλη μου Ύρια Μίχου με στίχους
γεμάτους έξυπνους συνειρμούς που παντρεύει πρόσωπα, τόπους, έργα τέχνης με έναν
κοινό τόπο μεταξύ τους
3. διακοπές (ει ποτέ!) σε ένα από τα ομορφότερα νησιά
της Ελλάδας που συγκεντρώνει τους πιο ετερόκλιτους σε αρχιτεκτονική οικισμούς
μεταξύ τους, κι όμως, πατούνε στο ίδιο χώμα
Δεν πληρώθηκα για καμία διαφήμιση. Απλά στον χρόνο που πέρασε
για διαφορετικούς λόγους αγάπησα ξεχωριστά το καθένα από τα τρία, μέχρι που η
σύμπτωση τα ήθελε όλα να έχουν έναν κοινό παρονομαστή που κατάλαβα εκ των
υστέρων ποιος ήταν: η Μυτιλήνη!
Καλές βουτιές και προσοχή στα Δίκτυα. Θυμηθείτε πως η θάλασσα
κρύβει στα σπλάγχνα της πολλά! Εσείς θα διαλέξετε αν θέλετε να βλέπετε μόνο
ναυάγια ή κοράλλια...
Το καλοκαίρι –θεωρητικά- είναι η ευκαιρία που σου δίνεται να παράγεις το απόλυτο μηδέν. Εκείνα τα διλήμματα της ξαπλώστρας κάτω από την ομπρέλα να διαλέξεις ανάμεσα στις ρακέτες, στο τάβλι, το βιβλίο ή τη θαλασσοσκόπηση και το απέραντο γαλάζιο με τη φραπεδιά στο χέρι, σε παρασύρουν και κοιτάς να αποφύγεις οτιδήποτε σε παραπέμπει στο καθημερινό. Όλη τη χρονιά πασχίζεις για μία βδομάδα άπλας, ξάπλας και ξεκούρασης. Ξεχνάς δουλειές, μαγειρέματα, υποχρεώσεις. Θαρρείς πως έχεις μονάχα δικαιώματα και λόγο στην ξεκούραση. Ζέστη, ήλιος, άμμος, μπάνιο, σαγιονάρα, συναυλίες, παραστάσεις σε ανοιχτά θέατρα και βόλτες.
Κάπως έτσι τσουλάει το καλοκαίρι για πολλούς. Για πάρα πολλούς πλέον όχι! Έτσι ή αλλιώς όμως μετά από μια αγρανάπαυση, το μυαλό ετοιμάζεται να αρχίσει να κάνει σχέδια για το χειμώνα. Πολλά σχέδια. Κι ας είναι τα περισσότερα από αυτά πάνω στην άμμο. Κι ας έχτισες πύργους πανύψηλους και κάστρα στον αιγιαλό. Κι ας έρχεται ένα κυματάκι να σου τα ισοπεδώσει όλα!!!
Για μένα πάντως η αγρανάπαυση ήταν μακράάάά...πολύ μακράάά....καταχρηστικά ή από επιλογή, δεν έχει και πολλή σημασία. Σημασία έχει πως άμα τη λήξει της ακαδημαϊκής χρονιάς και των πανελληνίων εξετάσεων (φέτος ήτανε η 16η χρονιά που έδινα Παντρελλαδικές! Μάλλον πρέπει να το πάρω απόφαση ότι δε θα περάσω ποτέ!!!) και άμα τη ενάρξει του φετινού καλοκαιριού, καθισμένη σε μια στάση και περιμένοντας ένα λεωφορείο ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΟ έδινα στον εαυτό μου υποσχέσεις που τις κράτησα...ΟΛΕΣ! Ιδού...
Σάββατο, Θεσσαλονίκη 2 Ιουνίου 2012
Μονολογώντας...
«...το βασίλειό μου για ένα μπαράκι με ωραία μουσική δίπλα στην άμμο. Με την άμμο να καίει. Με την άμμο ανάμεσα στα δάχτυλα των ηλιοκαμένων μου ποδιών, μπερδεμένη με τη στεγνή αλμύρα και το υγρό μου μαγιό. Με το φεγγάρι να ανατέλλει, και με τον ήλιο να δύει και με τη θάλασσα να ξεχύνεται από τον ορίζοντα προς τα μένα σαν το λάδι. Δίχως κυματισμούς, χωρίς αντάρες. Και με ένα ποτήρι γεμάτο παγάκια και με τη ζέστη να απειλεί πως θα τα εξαφανίσει. Και λίγο ρούμι που φέρνει ζάλη. Και με όνειρα από αυτά που κάνεις ξύπνιος. Και με μια χαλάρωση που διαπερνά τη ραχοκοκαλιά μου και με λίγους, πολύ λίγους ανθρώπους τριγύρω. Σε ένα νησί. Σε δυο νησιά, σε τρία, δεκατρία, σε κάποια τους παραλία απόμακρη. Σε κάποιο μπαράκι λιτό. Αυτό το καλοκαίρι -το υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι- θα πάρω σβάρνα ό,τι πιο απομονωμένο υπάρχει. Ό,τι έχει σβηστεί από το χάρτη...»
Όπερ και εγένετο...
Ιούνιος 2012
Νις-Σερβία
Ακόμη και η πιο αδιάφορη «θεωρητικά» διαδρομή θέλει να την απολαμβάνεις. Ακόμη και την πιο δύσκολη με ένα λεωφορείο που αγκομαχώντας διαγράφει πολύ αργά τα χιλιόμετρα. Με ένα τρένο που τρεκλίζει στις ράγες σαν να θέλει να εκτροχιαστεί. Μ’ ένα πλοίο που θαρρείς πως από τα πολλά κύματα κάποια στιγμή θα εξοκείλει. Λατρεμένα τα ταξίδια εκείνα που θα σου δώσουν την ευκαιρία να δεις, να παρατηρήσεις, να αφεθείς, να σκεφτείς και να σε δεις μέσα από τον τρόπο που σε κοιτούν οι άλλοι, που δε σε ξέρουν, ως επιβάτη στην ίδια διαδρομή με εκείνους.
Ως και η καθυστέρηση γίνεται απολαυστική. Γι’ αυτό δεν γκρινιάζω! Γιατί ξέρω ότι κανείς δε με περιμένει. Αυτός που περιμένει είμαι μόνο εγώ. Και περιμένω τι? Περιμένω να φτάσω...μα κατά βάθος εύχομαι μέσα μου να είναι μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτειες και γνωριμίες με ανθρώπους συνοδοιπόρους στο ταξίδι της ζωής και στα τολμήματα, στα εγχειρήματα, στις προσδοκίες, στις ευτυχίες και στις δυστυχίες. Και εύχομαι να είναι μακρύς ο δρόμος, γιατί σημαίνει ότι δεν πέθανα ακόμα! Ζω!
Και συναντάω έναν ουρανό εξίσου απολαυστικό με τον δικό μας! Καταγάλανο, ζεστό να σκεπάζει μια χώρα πονεμένη, αλλά επιζώσα. Δεν ξέρω τι περίεργο έχει αυτή η χώρα που πρέπει να μυρίζει Βαλκάνια, αλλά τελικά μυρίζει ακόμη μπαρούτι και μοιάζει κυνηγημένη από την εισβολή. Άφιξη μεταμεσονύκτια: Ψάχνω για αλφάβητο γλαγολιτικό στους τοίχους και δεν το βλέπω πουθενά...το μόνο που βλέπω είναι ταμπέλες των ιμπεριαλιστικών Mac Donald’s! Μα κάτι πανέμορφες Σέρβες ευτυχώς περνούν δίπλα μου. Για κάποια στιγμή νόμισα πως σχόλασαν τα καλλιστεία. Μου θύμισαν όμως πως εδώ ΕΙΝΑΙ Βαλκάνια!
Diabolo Varos-Σερβία
Πιο Βαλκάνια. Πιο σκοτεινός ουρανός. Γκριζάρει όσο πλησιάζεις στα σύνορα για Κόσσοβο. Αλλά το πράσινο μέσα στο πράσινο, οι σαύρες, τα κελαρυστά νερά, οι πέτρες που ψηλώνουν για να φτάσουν τον ουρανό και η εκκωφαντική ησυχία σου τρυπάει τη σκέψη και σου τρυπώνει στο μυαλό μια επιταγή: «Απαγορεύεται να άγχεσαι! Ζήσε σαν άνθρωπος, ειδάλλως...θα σε πάρει ο Διάολος!»
Βασιλεία
Υγρή, μουντή και σχεδόν μουχλιασμένη. Φτιαγμένη από ηρεμία τόση που απορροφά τη βροχή σιωπηλά και ξεχνάω τις στάλες σε ελεύθερη πτώση. Θαρρώ πως τις ρουφάει το χώμα μαζί με την υπερένταση, αφού η αυθυποβολή των διακοπών με κάνει να τα βλέπω όλα ροζ!
Ζυρίχη
Όλη η φινέτσα συγκεντρωμένη παρέα με όλο το χρήμα του κόσμου. Πόλη φτιαγμένη από χωριάτικα σπίτια, γήπεδα πολλά και πράσινο. Πολύ πράσινο όμως! Πόλη φτιαγμένη για μένα. Δέλεαρ! Ερώτηξις εστί: Γιατί οι δικές μας πόλεις να μην παρέχουν ό,τι ένα χωριό, όπως αυτή εδώ?
Ρίγγι
Τη θέα αυτή θα τη ζήλευε και ο πιο μικρός θεός που βλέπει από ψηλά την ανθρώπινη ματαιότητα. Με μια ανάσα πριν τις Άλπεις και δυο βήματα πάνω από τη Λουκέρνη, με 13 λίμνες στα πόδια σου και φτερωτούς αετούς στο κεφάλι σου, καρδιά καλοκαιριού, και το μπουφανάκι είναι must κατά την κατάβαση του βουνού απαντώντας αγρότες και αγροτόσπιτα των Άλπεων γραφικά σαν να ξεπήδησαν από πίνακα του Van Gogh. Respect!
Σάνη
Ένας κόσμος ιδωμένος ανάποδα. Από μέσα από το νερό προς τα έξω. Από τον βυθό της θάλασσας προς τον ουρανό. Αλλά και προς τα κάτω. Ένας κόσμος από κάτω προς τα πάνω. Δίπλα στα ψάρια και τα κοράλλια, τα ναυάγια και τα φύκια. Χωρίς ήχο, αλλά με πολύ χρώμα!
Θεσσαλονίκη
Μία πόλη που δε σε προδίδει ποτέ. Που σου επιτρέπει να πας οπουδήποτε στον κόσμο αγαπάς, αλλά που σου θυμίζει πως χωρίς αυτήν δε θα μπορέσεις να ζήσεις πολύ. Μια πόλη από όπου πάντα θα επιστρέφεις...
Ιούλιος 2012
Πάτρα
Με το ένα πόδι να αποδράσει πέρα από την Αδριατική. Σου δίνει την εντύπωση πως αυτή η πόλη πάντα θέλει να φύγει και να φτάσει απέναντι...Σικελία σου ‘ρχομαι...
Αθήνα
Όσο άσχημη και αφιλόξενη κι αν τη θεωρείς, δεν ξεχνάς πως αποτέλεσε τη μήτρα του παγκόσμιου πολιτισμού. Συνείσφερε πολλά και –πίστεψέ με- ακόμη και σήμερα έχει να σου δώσει πάμπολλα. Σε μένα τουλάχιστον ήτανε γενναιόδωρη πολύ, ακόμα και υπό 40ο C!! Για να μην πω ότι όντας άδεια, είχε μόνο όσους θα έπρεπε και θα ήθελα να έχει!
ΥΓ: έκανες άνετα πικ-νικ στη Σταδίου μέρα μεσημέρι!
Νικήτη
Οι θάλασσες της Χαλκιδικής δε θέλουνε ποτέ συστάσεις, γιατί ποτέ δεν υπόσχονται. Μόνο δίνουν. Εξαρχής! Νερά καθρέφτες, άμμος χρυσός και οπτική στον ορίζοντα χωρίς γωνίες!
Άφυτος (της Αθύτου)
Θα μπορούσα να γράφω ώρες έχοντας τα τροπικά γαλαζοπράσινα νερά στο ύψος των ματιών μου κάτω ακριβώς από τα μαυρισμένα και ξεφλουδισμένα μου πόδια. Θα μπορούσα να κάθομαι απλώς ώρες και να κοιτώ αυτήν τη θελκτική θάλασσα χωρίς να κάνω τίποτε άλλο. Να κλείνω τα μάτια και να βλέπω πάλι θάλασσα.
Αύγουστος 2012
Αυτές οι τάσεις φυγής πάλι που σε πιάνουν καμιά φορά, ενώ οι άλλοι σε θεωρούν άνθρωπο αντοχής, σε κάνουνε να τρέχεις, να είσαι πάντα έτοιμος για να μεταναστεύεις. Να τρυπώνεις μέσα σε καράβια, ακόμη και βουλιαγμένα. Και έχεις την ψευδαίσθηση ότι τα κουφάρια αυτά θα σε ταξιδέψουνε μακριά, αλλά αυτά μόνο στον πάτο μπορούν να σε πάνε. Ταξιδιώτης Γ’ κατηγορίας, λαθρεπιβάτης στην καλύτερη περίπτωση στο ναυάγιο του εφιάλτη σου ή του ονείρου που έγινε εφιάλτης. Δύσκολα μπήκε ο μήνας. Ή, σωστότερα, δύσκολα βγήκε ο προηγούμενος...
Σου μιλούν όμως άλλα πράγματα. Διαλογίζεσαι με τις ομορφιές της φύσης. Σου μιλά η ξέρα, η χώρα με το πολύ καυτερό της φως που κάνει τον κάμπο να φαίνεται όχι ξερός αλλά χρυσός. Σε φωνάζει η θάλασσα η κρυψίνους να ακούσεις τα μυστικά της. Σου μαθαίνει πώς να φεύγεις ακόμα πιο πέρα. Σε διδάσκει να μην είσαι στατικός, αλλά η κίνησή της σε κάνει εκστατικό.
Σου γελούν τα νησιά απέναντι και τα βράχια που διακόπτουν την ορμή της θάλασσας, ακόμη κι αν βάλουν πλάτη. Θαλασσοδέρνονται και το αντέχουν. Στέκουν υπερήφανα προβάλλοντας στην κορφή εκκλησάκια λευκά. Δέχονται σαν γυναικεία μήτρα τον ήλιο και τον αέρα. Είναι γενναιόδωρα. Εγκλωβισμένα, μα γενναιόδωρα. Αυτά πάλι, σε αντίθεση με τη θάλασσα, δε λεν να φύγουν. Κάθονται! Δέχονται ευλαβικά τη θεόσταλτη μοίρα που τα «καταδικάζει» να είναι απλά νησιά. Νησιά και τίποτε άλλο. Απλά, ξερά, ταπεινά κορφοβούνια, βράχοι ψηλοί που δε νίκησε η πνίχτρα η θάλασσα. Νικητές ή ηττημένοι?
Και τα δύο. Ηττημένα, γιατί είναι εγκλωβισμένα. Θύματα και ανεμο- και θαλασσο-δαρμένα. Νικητές γιατί κατάφεραν έστω και για λίγα μέτρα να σηκώσουνε κεφάλι πάνω από τη επιφάνεια της θάλασσας. Έτσι ισορροπεί η φύση.
Κάπως έτσι παίρνεις κι εσύ αποφάσεις σε καταστάσεις. Κι ας βγήκε ο προηγούμενος μήνας άσχημα. Δέχεσαι τη στατικότητά σου, αλλά διεκδικείς την υπερηφάνεια σου. Έστω και δαρμένος από τα κύματα της ζωής που σού ‘ρχονται ξανάστροφα το ένα πίσω από το άλλο.
Τζια
Δεν έχω παρά να καθήσω ήσυχα σε μία γωνία με το κεφάλι άδειο από σκέψεις και τον εαυτό μου γεμάτο προσλαμβάνουσες. Να μην χορταίνει το μάτι, να λυσσά το αφτί να ακούει τα πάντα, από τον πιο ταπεινό ψίθυρο ή τσάκισμα φρυγάνου μέχρι τον φλοίσβο της θάλασσας. Να σιγοτρέμει το κορμί σε κάθε επαφή με το υγρό ή το αέρινο στοιχείο της φύσης, με το άγγιγμα της άμμου και του βότσαλου. Να διψά η γλώσσα μου για αλμύρα και το ιώδιο να γλείφει πικάντικα το κορμί αλλά να γλύφει και το βότσαλο. Να σπάει η μύτη από πρωτόγνωρες μυρωδιές, να γεμίζουν τα πνευμόνια μου από φρέσκο αυγουστιάτικο αέρα, να ψήνεται το δέρμα μου να ηλιοκαίγεται από τη φωτοδότρα πηγή του τόπου τούτου.
Και διαπιστώνω ότι είναι απίστευτο με πόσο «λίγα» υπάρχοντα μπορείς να περάσεις ωραίες διακοπές! Μια παρέα φίλους, καφέ που μετά το μεσημέρι γίνεται τσίπουρο και άπειρο κουτσομπολιό, άφθονο γέλιο και καλομαγειρεμένο φαγητό, χωρίς να μπεις στην κουζίνα. Από του αυτομάτου! Ζωή χωρίς φιλίες, φαγητό δίχως αλάτι! Τρώγεται? Τρώγεται! Αλλά θα είναι άνοστο!
Υποκλίνομαι ομορφιά του Αιγαίου πελάγους στον κόρφο της μοναχικής και θαλασσοδαρμένης αλμύρας, της σκαρφαλωμένης στα κυματόζωστά σου βράχια. Εκεί που έχει πρόσβαση μοναχά το βλέμμα. Το βλέμμα ενός κουρασμένου και προβληματισμένου ταξιδιώτη που είδανε και έζησαν περισσότερα τα άδεια του βλέμματα. Εκείνα που κοιτάνε μα δε βλέπουνε ώρες-ώρες παρά ένα κενό μέσα στην απόλυτη βαβούρα μιας ζωής απαιτητικής. Βουλιμικής και αδηφάγας. Και επί μονίμου βάσεως βασανιστικής....
Κύθνος
Αν δεν έχεις πει όντας ευτυχής το «Αν είναι να πεθάνω, θέλω να πεθάνω τώρα!» θα το πεις στα Λουτρά της Κύθνου κάποιο βραδάκι δροσερό του Αυγούστου, όταν τα σπίτια που δείχνουν έτοιμα να γκρεμοτσακιστούν στο λιμάνι καθρεφτίζονται στα μπλάβα νερά του και από το μικρό μικρούτσικο μπαράκι ακούγονται θαλασσινές μελωδίες!
Έρημο μικρό λατρεμένο νησί. Σπιτάκια λευκά σπαρμένα στις πλαγιές και μια φυσική ομορφιά που δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από τις μεγαλουπόλεις της χερσαίας Ελλάδας. Πού θα τη βρεις την ομορφιά την εσπερινή που κάνουν οι γειτόνισσες οι καθισμένες στο πεζούλι της πόρτας τους σιγομουρμουρίζοντας?
Ακράγαντας
Καλή η αύρα που σου δίνει η Μεγάλη Ελλάδα, το μεγαλείου του ηφαιστείου της Αίτνας που σιγοβράζει σαν πελώριο καζάνι έτοιμο να εκραγεί, αλλά η απομυθοποίηση του μακρινού αυτού προορισμού έρχεται με τη διαπίστωση ότι οι Σισιλιάνοι είναι una faca una raca με τους Έλληνες!
(επιφυλάσσομαι για λεπτομέρειες)
Άγ. Κων/νος – Θερμοπύλες
Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες•
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία•
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε•
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.
Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.
Γιατί και αυτές τιμημένες γινήκαν...Γιατί θα ήτανε πολύ δύσκολο η Ελλάδα να μην είχε τέτοια παραγωγή σε ποιητές και λογοτέχνες. Γιατί ακόμη κι αν δεν υπήρχε ο Ελύτης ή ο Σεφέρης ή ο Καβάφης θα έπρεπε να έχουμε εφεύρει έναν (το ελάχιστον), παραφράζοντας τον Βολταίρο, για να κάνει αυτή τη «δουλειά». Να καλύψει δλδ αυτήν την «υποχρέωση». Γιατί περί υποχρέωσης πρόκειται να εξυμνείς έναν τόπο που σου χαρίζει τόσο απλόχερα ό,τι έχει ή δεν έχει. Που σου δωρίζει γενναία πολύ από το «είναι» και το «έχειν» του. Τρομάζεις!
Καμιά φορά δεν μπορείς να πιστέψεις πόσο απλά είναι τα πράγματα. Βλέπεις την απλότητα της φύσης να ξεχύνεται στα πόδια σου και παραδέχεσαι ότι ο άνθρωπος κάνει τα πράγματα δύσκολα, όχι εκείνη. Είναι απλό να είσαι ωραίος. Η ωραιότητα είναι απλότητα. Κι όμως, την κάνουμε δύσκολη αυτήν την ομορφιά. Και αισθάνομαι μια δέση στη γλώσσα. Είναι περιττό να πεις οτιδήποτε για αυτό που βλέπεις. Νιώθεις ότι το βεβηλώνεις όταν μιλάς. Το καταστρέφεις. Το φορτώνεις. Ή μερικές φορές το αδικείς! Ό,τι κι αν πεις είναι λίγο. Είναι λιγότερο. Είναι κατώτερο. Ε ναι! Γιατί είναι άνισος ο αγώνας ανάμεσα στη γλώσσα που πασχίζει να εκφράσει από μόνη της ό,τι ταυτόχρονα οι πέντε σου αισθήσεις μαζί αντιλαμβάνονται με τις συνειρμικές σου σκέψεις.
Όλα τα ωραία πράγματα λένε ότι έχουνε ένα τέλος! Ψέματα! Εκεί που οι διακοπές τελειώνουνε, εγώ νομίζω πως αρχίζουνε όλα. Γιατί τώρα αρχίζει η εκτίμηση των όσων έχουμε. Έχουμε. Εκτός από δέντρα και δάση έχουμε και φρύγανα, αμπέλια και γέρικες χρυσές ελιές. Όχι πλατανοσκέπαστες αλλά εκτιθεμένες στον ήλιο, στην κάψα και στην ελπίδα. Έχουμε φρύγανα, σαμιαμίδια και πέτρες απρόσιτες, λιθάρια λαξευμένα και άσπρα σπιτάκια ασήμαντα στου κύμα του Αιγαίου. Ασήμαντα σπιτάκια, αλλά σημαντικά σπιτικά, κόποι ετών κουρασμένων ανθρώπων, που δούλεψαν μια ζωή για ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους. Και έχουμε και ρίγανη και βασιλικούς, σπασμένες στάμνες στις αυλές και χορταριασμένες σε ασβεστωμένα σοκάκια του πελάγου. Και βοκαμβίλιες και χώμα διψασμένο για νερό και δάκρυα. Για νερό. Ας είναι και γλυφό. Και έχουμε βράχια απρόσιτα, κοφτερά που μαλακώνουν σαν θαλασσοδέρνονται στο θυμωμένο κύμα. Και βότσαλα. Άλλοτε κοφτερά που γλύκαναν στο λάξεμα του ανέμου. Και έχουμε εκκλησιές πολλές με ανάταση προς του θεού το στέμμα, άσπρες αγνές, παρθένες από ανθρώπου βλέμμα. Τζιτζίκια, κοχύλια, αρμυρίκια, ακτές που σφύζουν από κίνηση με σκορπίνες, χταπόδια και ροφούς, κάτω από το μάτι της ακτής. Κοράλλια και κανάτια βυζαντινά απ’ όνα ναυάγιο γεροντικό στα σπλάχνα μιας θάλασσας που συνεχώς γεννοβολάει ζωή υδρούσα, ζωή υδρόβια.
Κοίτα! Είναι ένας άλλος κόσμος πέρα από τη σκληρή πραγματικότητα. Σε εκείνη την πραγματικότητα όπου παλεύεις να βγάλεις το ψωμί σου...ή μήπως το παντεσπάνι? Υπάρχει μια ζωή απλή, απλούστατη, απλοϊκή, ερημική και ορμητική που σου ξυπνάει τα αρχέγονά σου ένστικτα. Μην την υποτιμάς! Εκείνη σου χαρίζεται, παρθένα να τη δαμάσεις κι εσύ τρέχεις σε πολυτελείς αμερικανιές του τύπου all inclusive resorts....Εγώ μια φορά την υπόσχεσή μου την κράτησα. Εσύ?
Ένα τραγούδι ξεχώρισα αυτό το καλοκαίρι. Σας το αφιερώνω...
Αυτός ο φίλος που ευφραίνει καρδίας
και βολτάρει στο λαρύγγι του καθενός με διάφορες παραλλαγές ως οίνος
(εκκλησιαστικά), ως κρασάκι (παρεΐστικα), ως ποτάκι (διασκεδαστικά), ως ρετσίνα
(πανηγυρικά), ως ρακή (κρητικά), ως ουζάκι (ορεκτικά), ως τσιπουράκι
(ανδροκρατουμενικά-μακριαποτηγυναικομουρμουρά) συμβάλλει κατά πολύ τις Άγιες ή
διαβολικές ημέρες των εορτών, των επίσημων τριημέρων, διημέρων, εβδομάδων
(Μεγάλων και μικρών) και όχι μόνο, ώστε να
ξεφύγεις από την ρουτίνα της καθημερινότητας.
Βγαίνει ο χρόνος, μπαίνει ο επόμενος,
βγαίνει ο χειμώνας, μπαίνει η άνοιξη, πατάς τα τριάντα, γεννάς τον γόνο σου,
τον κλώνο σου, γιορτάζεις το όνομά σου, συναντάς τους φίλους σου, θέλεις να τα
τσούξεις μόνος σου, δε μαγείρεψες απόψε και «πάμε έξω να τα πούμε και να τα πιούμε»,
να πάνε τα φαρμάκια κάτω, να ανέβει η διάθεση επάνω, να ευχηθείς στην υγειά
μας, να τσουγκρίσεις το ποτήρι, να βάψεις τον πάτο άσπρο, να ξεχάσεις τον έρωτα
που σε πλήγωσε, να θυμηθείς τα παλιά που περάσανε, ώσπου να αρχίσουν τα
παρατράγουδα...
...και να μιλάει το κρασί από μόνο
του, να σε στολίσει η γυναίκα σου που γύρισες στο σπίτι μόλις εκείνη ξύπνησε
και να καταλάβεις ότι δεν είχε και πολύ νόημα που έπινες τσίπουρα με τους
φίλους μόνος σου χωρίς εκείνη, γιατί τα ακούς τώρα μαζεμένα.
Και τι έγινε? Το κρασί είναι η
αφορμή. Είναι γιορτή. Οι γιορτές μισούν τη μοναξιά. Μαλώσανε εδώ και χρόνια.
Αποζητούν τις συντροφιές, γυρεύουν αγκαλιές. Μπροστά σε αναμμένα τζάκια με ένα
κρυστάλλινο Βοημίας, γύρω από υπαίθριες μακεδονικές φωτιές με ένα πλαστικό μιας
χρήσεως, στο λίγων τετραγωνικών ταβερνείο μέσα σε ένα γυάλινο διαφημιστικό
ρετσίνας Μαλαματίνα, στην αμμουδιά που σκάει το κύμα και στο βότσαλο που
προσπαθείς να στηρίξεις την ψάθινη παρακμιακή καρέκλα με πάγο που λιώνει στο λεπτό
υπό 40οC... κρασί και άγιος ο Θεός!
Έτσι αποχαιρετάς ή υποδέχεσαι το
χρόνο, το χειμώνα, τη βροχή, τη μούχλα, τον ήλιο ή το φεγγάρι, το κρύο ή τη
ζέστη. Έτσι αγαπάς και δείχνεις ότι χαίρεσαι την παρέα, τους φίλους, τη γιαγιά
που σε μεγάλωσε, τον θείο που σε χαρτζιλίκωνε, όταν ήσουνα μικρός. Έτσι
αποδέχεσαι και τη νέα ρυτίδα που έκανε την εμφάνισή της άμα τη ενάρξει του
καινούργιου έτους στα γενέθλιά σου.
Κι ο γέρος χρόνος, με πλάτη
γυρισμένη, με διάθεση γερασμένη, με σκέψη κουρασμένη, διαλυμένη, άλλοτε δικαιωμένη
και άλλοτε συνυφασμένη με ελπίδες σκοτωμένες, ματωμένες και χαμένες, φορτώνει
το δισάκι του στον καμπουριασμένο του ώμο και με αργόσυρτα βήματα σου κλείνει
το μάτι καθώς βγαίνει από την πόρτα. Και επαναλαμβάνεις την ίδια επωδό: «Μα
πέρσι τέτοιος καιρός δεν ήτανε που τα πίναμε? Που είχε πάει 9.00 μ.μ. και δεν
είχε ακόμη νυχτώσει? Πώς πέρασε έτσι ο καιρός? Η χρονιά φέτος έφυγε γρήγορα».
Στο μεταξύ στην καλαθούνα γκρινιάζει
το μούλικο. Έχει απαιτήσεις, λες και το ξέραμε από χθες! Ποια είναι η μάνα του?
Ποιος το παράτησε στην πόρτα? Τι θέλει τώρα? Γιατί κλαίει? Γιατί δε λέει?
ΑΓΝΩΣΤΟΝ! Τα ερωτηματικά πολλά, τα ερωτήματα περισσότερα, τα ζητήματα που
προκαλεί πάμπολλα! Ποιος θα το θρέψει ελπίδα, ποιος θα το ταΐσει κουράγιο,
ποιος θα το ποτίσει πίστη, αγάπη, ευτυχία, ευλογία, χαρά, γέλιο, αντοχές,
ανοχές, ενοχές!
Έχει ένα σημείωμα καρφιτσωμένο στο
μαξιλαράκι του:
Ο ΦΕΤΙΝΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΠΕΡΑΣΕ ΑΝΕΠΙΣΤΡΕΠΤΙ.
ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΙΠΟΤΕ ΠΙΑ. Ο ΓΕΓΟΝΕ, ΓΕΓΟΝΕ.
ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΠΛΕΟΝ!
Καλοκαιράκι μικρό και γλυκό μου γεια
σου! Γνωρίζουμε όλοι πως η ανατροφή ενός παιδιού είναι η δυσκολότερη υπόθεση.
Και η ανατροφή απαιτεί καλή διάθεση, ευγενείς συμπεριφορές, ευσταθές και όχι
κλονισμένο νευρικό σύστημα, γερό στομάχι, άρρηκτες σχέσεις με τη λογική,
χαλκέντερες προσπάθειες, αγχίστροφες προσωπικότητες...
Ω με συγχωρείτε! Από το ένα θέμα στο
άλλο! Ήπια λίγο παραπάνω και μιλάει το κρασί... Χικ!
- έχει γεύση από λαδερά φαγιά, φρεσκοκομμένη από τον κήπο μας ντομάτα και η γειτονιά μυρίζει γεμιστά και τηγανητές πιπεριές που σου σπαν τη μύτη!
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-τα απογέματα στα χωριά γεμίζουν από ξεφωνητά παιδιών επαναπατρισθέντα εκ Γερμανίας «και βάλε» που παίζουν με τα αυτόχθονα ξαδέρφια τους. Μακάρια τα γέρικα πλατάνια που δεκάδες χρόνια χαρίζουν τη δροσιά τους σε ανταμώματα από εγγόνια και παππούδες στις πλατείες οδούς των χωριών!
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-σε αγκαλιάζουν, σε ιδρώνουν και σε κάνουν να στριφογυρίζεις σαν αρνί στη σούβλα νύχτες ζεστές και υγρές και σε εξωθούν να κοιμηθείς στο μπαλκόνι, στη βεράντα ή στον κήπο, στην ξαπλώστρα κάτω από το δέντρο της αυλής.
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-σου αρέσει να πλένεις αυλές και βεράντες με το λάστιχο, να βρέχεις τα πόδια σου με άφθονο νερό και να τσαλαβουτάς στη σαπουνάδα τρίβοντας τα πλακάκια της αυλής και τις ριγέ σου τέντες αφειδώς αποθέτοντας για λίγο την οικολογική σου φύση στην άκρη!
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-το άλλοθι που σε δροσίζει είναι ένα κομμένο ολόκληρο παγωμένο και γλυκό ζουμερό καρπούζι συνοδευόμενο ή όχι από τυρί (για τους φίλους Αθηναίους «φέτα») ή ένα εξ ίσου παγωμένο πεπόνι που το έχεις αγοράσει ολόκληρο, ανακατατάσσοντας μετά δυσκολίας τα λοιπά εδέσματα στο ψυγείο σου κι αρνούμενος να μιμηθείς τον αλλοδαπό που το ψωνίζει σε φέτες... και σου το φέρνει κι ο «καρπουζάς» μπροστά στο σπίτι σου ενίοτε, φωνασκώντας: «Καρπούζια καλάάάάά......» και τον πιστεύεις αμαχητί!
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-λατρεύεις τα ουζάκια στο κύμα με παστή σαρδέλα και σκουμπρί κι ας τρέχει ο ιδρώτας κρουνός στο μέτωπό σου!
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-κάθεσαι στην αυλή σου απολαμβάνοντας τα τριζόνια και τα τζιτζίκια αλλά και τις κουκουβάγιες να σου θυμίζουν ότι ζεις εν μέσω Μεσογείου λεκάνης!
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-λαμβάνουν χώρα άοκνες μάχες μεταξύ σου και σμήνους κουνουπιών ή μυγών που καταπολεμάς με κεριά από κίτρο και την ελληνοπρεπή μυγοσκοτώστρα!
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-η ξερή ελιά σε φόντο φρύγανου και αρχαιολογικού χώρου στην αλμυρή ατμόσφαιρα του Ιούλη είναι προνόμιο καθ’ όλα ελληνικό.
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-το ασβεστωμένο σπιτάκι πνιγμένο στη βουκαμβίλια και δεμένο με την καταπράσινη κληματαριά δεν είναι αξιοθέατο σε καμιά άλλη cart-postal στον κόσμο
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-και η μαυροφορεμένη φαφούτα με το τσεμπέρι γιαγιά καθισμένη κάτω από το μασίφ παραδοσιακό πατζούρι αποτελεί εξίσου θελκτικό «αξιοθέατο» όσο ο Παρθενώνας για τον τουρίστα.
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-το πανηγύρι (να μην ξεχνιόμαστε!) είναι κατ’ εξοχήν ελληνικότατη εφεύρεση και όλοι έχουμε πάει ηθελημένα ή όχι σε ένα τέτοιο αγοράζοντας σουβλάκι ή τρώγοντας γίδα βραστή
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-μόνο η γιαγιά σου θα σε κάνει να αισθάνεσαι τύψεις που τρως λάδι παραμονή της Παναγιάς «γιατί είναι αμαρτία!» κι εσύ θα χαίρεσαι ωσάν παιδίσκη που «ακόμα» υπάρχει κάποιος που σε μαλώνει για τη σκανταλιά σου. Πόσο πειθήνιες είναι οι γιαγιάδες σε θέματα θρησκείας! Λατρεύω αυτήν την αφοσίωση!
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-Δίνουμε το βασίλειο μας για έναν μεσημεριανό ύπνο και άλλο ένα (βασίλειο) για έναν ελληνικό καφέ (για να μην ξεχνιόμαστε δις!) μόλις ανοίξουμε το μάτι μας μετά τη μεσημεριανή μας σιέστα.
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-οι συναυλίες και η αρχαία τραγωδία στα ανοιχτά θέατρα απολαμβάνονται πάντα με την πιο πρωτόγνωρη αίσθηση κι ας ξέρεις το ρεπερτόριο και την υπόθεση απ’ έξω κι ανακατωτά!
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-μυρίζει βασιλικό η αυλή με το που θα τον θίξεις. Κι εκείνος, «μή μου άπτου» γαρ, ψοφάει από παρεξήγηση -που λέει κι η μαμά μου- να μοσχοβολήσει.
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-γίνεσαι άθελά σου ο πιο μεγάλος κουτσομπόλης ακούγοντας τα οικογενειακά του καθενός να συζητιούνται στα μπαλκόνια και τις αυλές των σπιτιών από τον θερμόαιμο βροντόφωνο μεσόγειο γείτονά σου
Γιατί αυτό το καλοκαίρι, Έλληνα, όπου κι αν δραπέτευσες, στην ημεδαπή ή αλλοδαπή γαία, για μια βδομάδα, δέκα μέρες, ένα Σαββατοκύριακο μόνο ή για καθόλου, κοινώνησες το ελληνικό καλοκαίρι μερικώς ή ολικώς ως άνω. Γιατί για όλα αυτά και για άλλα τόσα είναι το καλοκαίρι στην Ελλάδα αλλιώς. Γι’ αυτό κι εσύ λέγεσαι Έλληνας: γιατί ο τόπος ετούτος είναι ευλογημένος να σου γεμίζει τις μπαταρίες ακόμη κι αν δε «διέκοψες» την εργασία σου με επίσημες «άδειες» από τη δουλειά σου.
Αφιερωμένο σε όσους δεν είχαν την ευκαιρία να πάνε διακοπές φέτος για διάφορους λόγους...και ειδικά στην Κική (ξέρει αυτή το γιατί!)
Σας καλωσορίζω και σας εύχομαι καλό χειμώνα, ήπιο ή βαρύ, όπως τον θέλει ο Θεός....