Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εργοστάσιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εργοστάσιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Μαΐου 2012

Το χωριό μου το “Underground”!

Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα μεγάλο χωριό ή μία μικρή πόλη, από αυτές που δε σημειώνονται πάντοτε πάνω σε όλους τους χάρτες. Αισθανόμουνα προνομιούχα που είχα χωριό, έναντι άλλων που δεν είχαν. Συνάμα, μου κακοφαινόταν που το χωριό μου δεν είχε καμία ομορφιά να επιδείξει παρά μόνο φουγάρα εργοστασίων και μια τσιμεντένια ασχήμια κατά μήκος των δύο βασικών της μεγάλων οδών, που σταυρώνονταν  και «σταύρωναν» νεαρούς σε σμήνη καφωδείων στις κοίτες τους. Μια αερογέφυρα, ένας παραδοσιακός σταθμός με δυο μεγάλα πλατάνια και απέραντα χωράφια με ροδακινιές τριγύρω, αποτελούσανε  ανταύγειες ζωής και πνεύμονα στο τσιμεντένιο μου χωριό, όπου αντί με την πάροδο του χρόνου το πράσινο του κέντρου του να παραβγαίνει την πράσινη περιφέρεια, οι γεμάτες τσέπες έχτιζαν μεγαθήρια με πορτοπαράθυρα που κατ’ ευφημισμόν τα ονόμαζαν πολυκατοικίες.
 Από τον ηγεμονικό θώκο του χωριού μου πέρασαν πρόεδροι και δήμαρχοι, δημοτικές αρχές και εξουσίες, για να κάνουν κάθε χρόνο αυτό που έκαναν οι  αγρότες στα χωράφια τους: όργωναν και ξήλωναν ό,τι έσπερναν οι προηγούμενοι, έσπαγαν κράσπεδα και ξανάχτιζαν πεζοδρόμια από μπόλικο μπετόν, για να σουλατσάρει τα βράδια η πόρνη ανεμελιά της νεολαίας και να πουλήσει το κορμί της σε ξεφάντωμα φθηνό, παρά το ακριβό χρήμα που διέθεταν οι πατεράδες όλων. Καφενεία, καφετέριες, καφενέδες και καφέ αραδιάζονταν απειλητικά μέρα με τη μέρα το ένα δίπλα στο άλλο προκαλώντας σαν Σειρήνες τον Οδυσσέα-Δημότη με τους συντρόφους του, που ξέχασαν να κερώσουν τα αφτιά τους σε μια παθητική και επαναλαμβανόμενη διασκέδαση. Περπατώντας πάνω σε δρόμους πασαρέλας και άλλοτε δίπλα σ’ αυτούς, φοβούμενη τα αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού που μάρσαραν επιδεικτικά τη μηχανή τους για να βροντοφωνάξουν την αξία τους, έστριβα στη γωνιά του δρόμου λίγο πιο κάτω να πάω να βρω τους φίλους μου και τους συμμαθητές μου.
Και τι σαν ήτανε ένας τόπος ξιπασμένος και αλαζονικός?!! Ε? τι?!  Ήτανε ο ΤΟΠΟΣ ΜΟΥ και ήταν το ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ. Με όλες τις μικρότητες και τους μικροαστισμούς, με όλες τις μικροπρέπειες και τις κακίες που κλείνει κάθε μικρό χωριό που δεν το έχει ο χάρτης. Μεγάλωσα και εκκολάφθηκα μέσα του, γαλουχήθηκα και γρατσούνισα στις αλάνες του τα παιδικά μου γόνατα. Εκεί πήγα σχολείο κι εκεί συλλάβισα τις πρώτες μου λέξεις. Εκεί πρωτοερωτεύτηκα, και στις ανθισμένες γειτονιές του συναντούσα τα εφηβικά μου φλερτ.
Διδάχτηκα μέσα από το κακό το καλό, έμαθα για το όμορφο μέσα από το άσχημο, θαύμασα το ξεχωριστό μέσα από το μαζικό, ξεχώρισα την πρωτοτυπία μέσα από το σύνηθες. Εν ολίγοις, εκτίμησα το θετικό μέσα από το αρνητικό. Κι αν δεν ήτανε τυχαίο που οι άνθρωποι που με σημάδεψαν ήτανε κυρίως οι περαστικοί από εκείνον τόπο, αυτοί που ήλθαν, είδαν και απήλθαν, τότε θα έπρεπε να ευγνωμονώ πολλούς εντόπιους που με σμίλεψαν παιδιόθεν. Και οφείλω να παραδεχτώ πως ένας τέτοιος πλούσιος πολύ σε χρήμα, φτωχός όμως σε ασκήσεις πολιτισμού τόπος μού δώρισε την παιδική, την εφηβική και μετεφηβική μου ανεμελιά, να τρέχω στις αλάνες και να καβαλάω το ποδήλατο ακούραστη, να χαιρετώ γνωστούς και άγνωστους στις τριανταφυλλένιες αυλές και να χαζεύω τις βιτρίνες ξένοιαστα στα ξεχαρβαλωμένα κράσπεδα όλες τις ώρες της ημέρας, αλλά και της παγωμένης χειμωνιάτικης και άλλοτε δροσερής καλοκαιρινής νύχτας. Ναι, ξένοιαστα! Και ναι, άφοβα! Ένα χωριό, λοιπόν, διαστροφικά κατασκευασμένο εν τη γενέσει του με κυοφόρησε, ώσπου να αναγεννηθώ μέσα απ’ τις στάχτες του. Ένα χωριό που είχε τα πάντα και τίποτα. Ένα χωριό φάντασμα μα και «φανταστικό», συνάμα καταπληκτικό, αλλά και της φαντασίας. Ένα χωριό στο οποίο από ένα σημείο κι έπειτα, λιγοστεύουνε οι άρτοι και αυξάνονται τα θεάματα.
Κάποτε...σε αυτό το χωριό γλεντοκοπούσα μέχρι πρωίας, μέχρι οι πρώτες αχτίδες του ήλιου να χαιρετίσουν το ξενυχτισμένο λυκόφως του φεγγαριού, μέχρι οι πρώτες πρωινές τυρόπιτες απ’ τον φούρνο του «κυρ-Αριστείδη» να γεμίσουν τα ξεπλυμένα από το αλκοόλ στομάχια μας, μέχρι που το κρεβάτι μας θα αγκάλιαζε τα ξεπατωμένα από το χορό κορμιά μας. Κι όταν η μέρα ξεκινούσε, οι μάνες μας μας περίμεναν έχοντας το κλειδί έξω από την πόρτα...
 Όχι πολλά χρόνια μετά, τη γειτονιά δεν θα την ξεσήκωναν κάτι φοιτητόπαιδα που έκαναν στάση στη γωνιά του δρόμου για να χορέψουνε «μεθυσμένα» το χάλκινο  Kalashnikov του Goran Bregovic, αλλά θα την ξεσήκωναν οι ήχοι από τα πραγματικά αυτή τη φορά Kalashnikov με τα οποία κάποιοι κουκουλοφόροι πραγματοποιούσανε μία συνήθη πια ένοπλη ληστεία λίγα μέτρα πιο κάτω από τα σπίτια μας... που είχανε κάποτε τα κλειδιά κρεμασμένα έξω από την πόρτα!




Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

από το ΕργοΣτάσιο στη ΣτάσηΕργασίας

Πολλές φορές, πολλές στιγμές, ξαφνικές, στη μέση του ποτέ και στη μέση του πουθενά, σε στιγμές ηρεμίας, καθώς ποδηλατώ, προσπαθώντας να αποβάλω όλη την υπερένταση της δουλειάς,  πιάνω τον εαυτό μου υπό τη  μουσική υπόκρουση ενός ipod να θέλω να γράψω μια έκθεση σαν μαθητούδι του Δημοτικού!
        Να βάλω μέσα μια γιαγιά που συνομιλεί με τη γειτόνισσα για το πώς έφτιαξε τα φασο(υ)λάκια στη γάστρα, έναν παππού που κάνει βόλτα το εγγόνι του, έναν μπαμπά που περπατάει βιαστικά με το γιο του, ανθρώπους που πάνε κι έρχονται μέσα στο χρόνο, που περιστρέφονται γύρω από τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους, που γράφουν πολλά χιλιόμετρα στην προσωπική τους ζωή.
 Κι όχι μόνον ανθρώπους αλλά και κτίρια. Όπως το Εργοστάσιο της γειτονιάς μου! Το παλιό και κάποτε ένδοξο εργοστάσιο που κάποτε έσφυζε από ζωή! Κάποτε. Τώρα σκουριάζει μέσα στην καταθλιπτική ερημιά του και η μόνη ζωή που πλανάται στους χώρους του είναι οι σαύρες, οι κουκουβάγιες και τα φίδια που μπαινοβγαίνουν από τα σπασμένα πορτοπαράθυρα. Πού? Στο εργοστάσιο αυτό, όπου κάποτε μπαινοέβγαιναν  στους κόλπους του τρένα με βαγόνια που γεμίζανε και αδειάζανε φρούτα, παίρνοντας στη συνέχεια το δρόμο του εξωτερικού. Το τρένο δεν μπαίνει πια! Σηκώσανε απαγορευτικό οι αράχνες που σαν σύγχρονες Πηνελόπες υφαίνουν τον ιστό τους στις πόρτες περιμένοντας τι? Είκοσι χρόνια πέρασαν από κείνο το κάποτε. Ο Οδυσσέας είχε γυρίσει στην εικοσαετία, μα οι εργάτες του κάποτε δεν κάνουν να φανούν!
Οι Εργάτες!  Εκείνοι οι άνθρωποι του μεροκάματου με τα ροζιασμένα χέρια. Με τα χέρια τα σημαδεμένα από τα μικροατυχήματα της δουλειάς. Και η γιαγιά μου. Εργάτρια κι αυτή. «Πρωτεργάτρια» θα ‘λεγα! Κι αν δε δούλεψε όχι σ’ ένα, όχι σε δύο αλλά σε όλα τα εργοστάσια της περιοχής. Πήγαινε όπου είχε μεροκάματο. Αρκεί να έπαιρνε κάτι για τον κάματο της ημέρας. Κι εδώ μέσα? Εδώ κι αν δεν έριξε δουλειά, κι αυτή και όλοι  σ’ αυτό το εργοστάσιο που οι  πύλες  του είναι πια κλειστές και δε δέχονται κανέναν άλλον σήμερα παρά τους παράνομους επισκέπτες που έρπονται κάτω από αυτές ή που παραβιάζουν το FIR του εργοστασίου.
Πόσα άραγε μυστικά κρύβουν οι τοίχοι του? Πόσος ιδρώτας χύθηκε στα πατώματά του? Πόσα ταπεινωτικά λόγια των επιστατών αντήχησαν στις αίθουσές του? Πόση υποταγή στο δίκαιο του ισχυρότερου μαρτυρεί η ζωή του? Πόσα διπλά μεροκάματα μετρούν τα κρυφά βιβλία του? Όλα αυτά τα έκρυψε και τα ‘πνιξε ο χρόνος!  Τα πήρε μαζί της η σιωπή που σφράγισε το άδοξο τέλος του! Κι έμεινε απλώς στην ιστορία, να το μνημονεύουνε στα καφενεία οι παλιοί εργάτες, επιστάτες, εργοστασιάρχες.
        Σαν να μην μπορούνε να κάνουνε τίποτε πια για να το αναστήσουνε! Δεν έχει νόημα! Όσοι θεωρούσανε κάποτε τη δουλειά ευλογία, μέχρι πρό τινος κορόιδευαν λέγοντας πως δουλεύουν τα ρολόγια και οι βλάκες. Οι ίδιοι που έμαθαν να δουλεύουν από παιδιά ακόμα και με μισό μεροκάματο δίπλα στον εργάτη πατέρα τους, έφτιαξαν τα δικά τους παιδιά από «βούτυρο» και όλα τα κομφόρ. Εκείνοι που πάλευαν με τα διπλά μεροκάματα και έφτιαξαν κάποτε μία περιουσία, την έφαγαν με τον πιο ξιπασμένο τρόπο με αγορές-δείκτες μεγαλομανίας…
        Και καθώς σκέφτομαι έξω από το Εργοστάσιο, πάνω στο ποδήλατο, αφαιρέθηκα… Με κορνάρανε! Θα με πατούσανε! Και έκανα στην άκρη… και τότε συγκεντρώθηκα και άρχισα να «προσέχω» τα αυτοκίνητα που περνούσανε: ήταν μια BMW σειρά 5, ένα Porsche Cayenne, ένα άλλο BMW Z4, μια Mercedes CLC Sport Coupe, μια Maserati Quattroporte και άλλα παρόμοια. Είχανε κοινή κατεύθυνση. Πάρκαραν λίγο πιο πέρα: εκεί που είναι οι καφετέριες μαζεμένες κι όταν θες να πιεις καφέ δεν βρίσκεις κάθισμα!
Πέρασα κι εγώ με το ποδήλατο μετά από λίγο και ένιωσα μιαν ανακούφιση! Είπα κι εγώ! Επειδή κλείσανε τα εργοστάσια πάει να πει πως ερήμωσε και η πόλη μας? Όχι βέβαια! Η νέα γενιά είναι εδώ! Δουλειές μπορεί να μην έχει αλλά ξέρει καλά πώς να ζει σε βάρος της προηγούμενης, να τρώει από τα έτοιμα και να γεύεται τους καρπούς των κόπων όλων όσοι κάποτε έσταξαν ιδρώτα σε εκείνα τα εργοστάσια! Άλλωστε πού να τρέχουν τώρα? Αφού πια δουλειές δεν υπάρχουν!