Όταν ήμουνα μικρή ο μπαμπάς μου μου
τραγουδούσε ένα τραγούδι που έλεγε «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία, σ’ αγαπώ γιατί
είσαι συ...τραλα λα ...κι αγαπώ όλον τον κόσμο, γιατί ζεις κι εσύ μαζί»! Τότε
ήμουνα τριών. Όταν έγινα δεκατριών, αλλά και είκοσι τριών εξακολουθούσε και μου
το έλεγε με το ίδιο πάθος...Τώρα που είμαι κάτι παραπάνω από τριάντα τριών
εξακολουθεί και μου το τραγουδάει σαν να είμαι όχι είκοσι τριών, ούτε
δεκατριών, αλλά τριών! «Ευχαριστώ πολύ μπαμπά» θα ήθελα να του πω, αλλά μεγάλωσα!
Δε νομίζω βέβαια ότι ως γνήσιος
μπαμπάς ποτέ θα το καταλάβει αυτό! Διότι όσο μεγαλώνω εγώ, μεγαλώνει σαφώς κι
εκείνος και έτσι η ηλικιακή απόσταση μεταξύ μας ποτέ δε μειώνεται, αλλά
διατηρείται σταθερή. Πάντα όμως προσπαθούσα να καταλάβω αυτό το «Αγαπώ όλον τον
κόσμο, γιατί ζεις κι εσύ μαζί». Και αναρωτιόμουνα τι αποθέματα ψυχής πρέπει να
έχει κάποιος προκειμένου να φτάσει να αγαπάει όλον τον κόσμο.
Μέχρι που...άρχισα να καταλαβαίνω ότι υπάρχει
μια ομορφιά γύρω μου. Έστω και μέσα στην ασχήμια και τη βουβαμάρα, μέσα στην
ανυπόφορη, όπως μας την κάνανε και κάναμε ζωή μας, ανακαλύπτεις μια
καθημερινότητα που αξίζει μια ματιά, έστω θολή, έστω μισή, με την άκρη του
ματιού σου. Ανακαλύπτεις πως υπάρχει μία επαρχία που βρίσκεται στην εποχή της
καρποφορίας, υπάρχουν αγρότες που τρέχουν πανικόβλητοι από χωράφι σε εργοστάσιο
και από εργοστάσιο σε συνεταιρισμό. Υπάρχει ένας κόσμος που χαιρετίζει το
γεγονός ότι δουλεύει και που ευγνωμονεί το ότι έχει ψωμί. Υπάρχει ένας κόσμος
που κάποτε γκρίνιαζε για την πολλή
δουλειά και τώρα απλά ευχαριστεί. Υπάρχει ένας κόσμος που σηκώνει το κεφάλι να
πει μια καλημέρα στο γείτονα, γιατί πλέον δε βιάζεται σαν παλαβός και δεν
τρέχει ασκόπως μην παρατηρώντας ποιος περνάει από δίπλα του.
Μου αρέσει που αυτός ο κόσμος δίνει
σημασία στην καθημερινότητα. «Καθημερινότητα» παρακαλώ. Επαναλαμβάνω! Όχι
ρουτίνα! Γιατί μπορεί «ο βίος ο ανεόρταστος» να είναι «μακρά ζωή απανδόκευτος»,
αλλά αν βρεις το νόημα στο κάθε μέρα, κάνεις τη ζωή σου πιο ανεκτική και τη
δύναμή σου πιο ανθεκτική. Στο κάτω-κάτω αυτό που μετράει πιο πολύ δεν είναι η
ανατολή του ηλίου? Δεν είναι η καλημέρα
στον αγουροξυπνημένο-έστω και κουτσομπόλη γείτονα? Και δεν είναι το ότι ξυπνάς
με στόχο? Να πας στην προγραμματισμένη σου δουλειά? Να δουλέψεις, να
κουραστείς, να αναζητάς το κρεβάτι σου στην μεσημεριανή σου σιέστα? Να
αποκτήσει νόημα ο απογεματινός σου ο καφές, και το ποτό το βράδυ...?
Βαρέθηκα τη γκρίνια του κόσμου! Μαζί
και τη δική μου! Το μόνο πράγμα που στη ζωή βαρέθηκα είναι η γκρίνια. Να
φοβόμαστε τη δουλειά, να επιδιώκουμε την τεμπελιά, αλλά ταυτόχρονα να
επιζητούμε τα πολλά λεφτά. Να βουλιάζουμε στον καναπέ καίγοντας τον εγκέφαλο
και να εξακολουθούμε να πιστεύουμε στο θεό της ενημέρωσης, μια πανηλίθια
εφεύρεση που καίει και εξηλιθιώνει τα εγκεφαλικά μας κύτταρα.
Η ζωή όμως, φίλε μου, περνάει έξω από
το παράθυρο: είναι στο γήπεδο παρέα με μια μπάλα ή στους δρόμους πάνω στις
ρόδες ενός ποδήλατου, είναι στο βουνό με ένα σακίδιο στην πλάτη, είναι στις
αλμυρές μας θάλασσες με φύκια και κοράλλια μπλεγμένα στα μαλλιά, είναι στο
χωριό παρέα με τη γιαγιά που φτιάχνει
πίτα ή με τον παππού που σου λέει ιστορίες πολέμου τσούζοντας ένα
τσιπουράκι στον καφενέ, είναι παρέα με το μπαμπά που κάθεστε μαζί κάτω από το κιόσκι ζωγραφίζοντας πίνακες,
είναι με το φίλο που του λες τον πόνο σου γερμένος στον ανακουφιστικό του ώμο και
κείνος σου χαρίζει χαρτομάντιλα...
Είναι πιο πέρα, στα παιδιά της γειτονιάς σου που
τρέχουνε πίσω από μια μπάλα ξένοιαστα πια από τους χειμερινούς σχολικούς
εφιάλτες. Και είναι σε κάτι παππούδες που ‘ναι καθισμένοι στα παγκάκια και στηρίζονται
σε μπαστούνια συζητώντας με περισσό πάθος τον Προκρούστη που τους πετσόκοψε τη
σύνταξη....
Αυτήν την καθημερινότητα δεν έχουμε
παρά να τη λατρέψουμε σαν θεό μας. Και προσωπικά δεν μ’ έκανε να βαρεθώ. Δεν
είμαι ικανή να κάνω τη ζωή μου ρουτίνα. Περιμένω να ξημερώσει εναγωνίως η
επόμενη μέρα και γυρεύω λίγες ώρες από εκείνη παραπάνω για να ξεπεράσω το 24ωρο
που μου είναι λίγο!
Και κάπου εκεί ήταν που κατάλαβα
–θαρρώ- τον μπαμπά γιατί αγαπά όλον τον κόσμο! Γιατί είναι ένας πολύ δραστήριος
συνταξιούχος που ασχολείται με σαράντα δώδεκα πράγματα ταυτόχρονα και δεν παύει
ποτέ να είναι φιλομαθής και φιλοπρόοδος. Γιατί είναι καλά μέσα του. Άρα είναι
καλά και με τους γύρω του! Και αγαπά κι όλον τον κόσμο γιατί ζω κι εγώ μαζί!
Καλημέρα. Σήμερα είναι μια καινούργια
μέρα!
Τα ξαναλέμε μετά τις διακοπές...
Μπορεί να μουχλιάσαμε και να μουλιάσαμε από τη βροχή, αλλά ό,τι
και να γίνει το καλοκαίρι είναι μπροστά. Εγώ φεύγω. Πάω να «βαρεθώ» δουλεύοντας
πολύ φέτος και διακοπεύοντας λίγο! Αλλά έχω μια λαχτάρα! Χρόόόόόόόνια τώρα μια ζουζουνιά
θέλω να κάτω σ’ αυτήν τη θάλασσα (πειραματικά):
Να την αδειάσω! Να
κάνω κάτι για να στερέψει. Θα ήθελα να έχει σαν την μπανιέρα μου μια τάπα και
να την τραβήξω. Να δω το νερό της να στροβιλίζει, να γυρίζει, να στροφάρει
γρήγορα πολύ και να τραβήξει στο σιφόνι της όλο το νερό και να απομείνουν «έξω
απ’ τα νερά τους» τα πάντα: φύκια, κοράλλια, καράβια, κολυμβητές, φάροι,
λιμάνια, ψάρια, δίχτυα, μπετονιές, βότσαλα, αρμυρίκια, βράχια.... Θέλω να δω τη
γύμνια της. Να δω τον κόσμο χωρίς εκείνη. Να δω πώς θα ‘ναι ο κόσμος χωρίς τα
ηλιοβασιλέματά της. Να αδειάσουν οι ωκεανοί, να χαμηλώσουν τα βουνά, τα
σιωπήσουν τα γλαροπουλιά, να μη γυαλίζεται σ’ αυτήν το ασημένιο μας φεγγάρι,
μήτε τα άστρα, κι ουρανός να μη γίνει ποτέ ξανά γαλάζιος.... Δεν μπορείτε καν
το φανταστείτε ε? Είδατε λοιπόν που η ομορφιά της ζωής βρίσκεται στα μικρά μα τόσο
μεγάλα καθημερινά και δεδομένα?
Καλό καλοκαίρι παίδες! Τα λέμε πιο μαυρισμένοι... (όχι απ’ το
κακό μας, μα απ’ τον ήλιο)
...αν ήμουνα ένα άλογο πραγματάκι, ένα αντικείμενο δίχως
λόγο, χωρίς λογική…. αν ήμουνα ένα μπαρμπαδελάκι τόσο δα μικρό, φαινομενικά
ασήμαντο, αλλά στην πράξη σημαντικό, κι αν μπορούσα να μιλήσω...
... τι ιστορίες θα είχα να διηγηθώ?
Φαντάζομαι πως αν
ήμουνα ένα πιρουνάκι... από εκείνα στα μεγάλα και περίλαμπρα εστιατόρια, κάθε
τόσο θα μπαινοέβγαινα σε διάφορα ίσως και αδιάφορα στόματα, θα προσέκρουα σε
δόντια κοφτερά και γυαλιστερά ή σάπια. Νεογιλά ή φρονιμίτες. Θα εισχωρούσα σε στόματα
απύλωτα ή ραμμένα, με κραγιόν ή χωρίς, σε χείλη σαρκώδη και θα έθιγα γλώσσες
ολιγομίλητες. Θα αντίκριζα σιελογόνους αδένες που θα εξέρεαν με εντολές του
εγκεφάλου. Θα στόλιζα τραπέζια με λευκά τραπεζομάντιλα κάτι μέρες λαμπερές,
όπως σε συνεστιάσεις σοβαρές κι ύστερα θα στριμωχνόμουνα σε ένα πλυντήριο
πιάτων μαζί με άλλα πιρούνια, κουζινομάχαιρα και πιατικά. Θα λερωνόμουνα, θα
ξαναπλυνόμουνα. Μετά θα έμπαινα σε συρτάρια μεγάλα και αδιάφορα, παγερά, ώσπου
να με ξαναστολίσουν επάνω σε λευκές υφασμάτινες πετσέτες την επόμενη φορά, για
να διεισδύσω στο επόμενο στόμα, να τρυπήσω την επόμενη ζουμερή ντομάτα, να
ισορροπήσω επάνω μου το επόμενο ψημένο κοτοπουλάκι...
Κι αν ήμουνα ένας γάτος φοβερός από αυτούς που
μπαινοβγαίνουνε στους κάδους, θα έψαχνα στα σκουπίδια να βρω μια ελπίδα
επιβίωσης, θα ξέσκιζα σακούλες με αποφάγια και θα γράπωνα ποντικούς που θα τρέχανε
να κρυφτούν στους υπονόμους... ίσως να κυνηγούσα και κουβάρια με μαλλιά
μπλεγμένα ή άνευ, θα φορούσα πέταλα ή όχι και θα ήμουνα πάντα πονηρός... για να μη
με πιάνει κανένας...
Αλλά θα μπορούσα να είμαι και χαλί...να με πατήσεις και να
σου δίνω τον κόσμο όλο. Να κάνω ομορφότερο το περπάτημά σου, πιο ζεστά τα πόδια
σου και φιλόξενο το περιβάλλον σου. Κι ας με ποδοπατούσες. Εγώ μια φορά θα σε
έβλεπα πάντα από κάτω προς τα επάνω και θα μου φαινόσουνα πανύψηλος και
ευθυτενής. Θα δεχόμουνα τη βρομιά, τη λάσπη, τη σκόνη και τη δυσωδία. Θα άντεχα
όλα τα βάρη του σπιτιού, ακόμη και τα πιο μεγάλα. Ίσως ως χαλί να είχα το μαύρο
μου το χάλι, αλλά c’ estlavie...
Αν πάλι ήμουνα ένα δέντρο...από εκείνα τα πολυετή, τα μεγάλα,
τα τεράστια στις πλατείες των ελληνικών χωριών, θα είχα να σου διηγηθώ περισσότερα...
Θα έβλεπαν πολλά τα μάτια μου, θα άκουγαν πολλές ιστορίες τα αφτιά μου από
παππούδες με πλατιά στριφογυριστά μουστάκια καθώς θα θυμούνταν και θα
σιγομουρμούριζαν κάτω από την παχιά σκιά μου τις ιστορίες πολέμου βλέποντας τους
πάτους των ποτηριών με το ουζάκι τους να ασπρίζουν. Και ίσως, δυστυχώς, να είχα
πληγές στον κορμό μου, από σφαίρες κάποιου μακρινού ή κοντινού πολέμου, και
ίσως να είχαν κρεμάσει κάποιοι κεφάλια στα κλαδιά μου σε κάποια αιματηρή από
τον εμφύλιο πλατεία. Αλλά θα είχα κρύψει και παιδάκια στην κουφάλα μου, καθώς θα
παίζανε κρυφτό τα δροσερά αυγουστιάτικα βραδάκια. Και θα είχα βγάλει ρίζες και
δε θα με κουνούσε κανείς. Γι’ αυτό θα ήμουνα πάντα εκεί, για σένα. Και θα
‘ξερες πάντα πού θα με βρεις...
Κι αν ήμουνα βουνό... θα παράβγαινα δυσκολίες που θα ήτανε εξ
ίσου βουνό και θα ήμουν μαθημένο απ’ τα χιόνια. Θα χαιρετούσα τα πουλιά, θα
φιλούσα τον ουρανό και θα φλέρταρα με τα σύννεφα, θα σήκωνα στις πλάτες μου
ορειβάτες και όποιον παίρνει τα βουνά. Θα χαμογελούσα στα αεροπλάνα και θα ανέτειλα
ή θα έδυα τον ήλιο για να χαρίζω στον κόσμο ανατολές και ηλιοβασιλέματα. Θα
στεκόμουνα ψηλό και αγέρωχο, περήφανο και ιστορικό να σας πω για μάχες,
αντάρτες και κλεφτοπολέμους, αλλά και για λατρεμένους σκιέρ που
ανεβοκατεβαίνουν πάνω μου χαϊδεύοντας τις ράχες μου απαλά...
Αν ήμουν θάλασσα... θα ήμουνα μυστήρια, μυστηριώδης και θα
είχα μυστικά στα βαθιά μου υγρά σπλάχνα. Θα θύμωνα και θα γαλήνευα. Θα με
πετροβολούσανε οι μάνες και οι γυναίκες των σφουγγαράδων, όταν δε θα τους
γύριζα στα σπίτια τους και θα τους κρατούσα εκεί στα βάθη, παρέα με τα ψάρια
και τα κοράλλια. Θα φιλοξενούσα γοργόνες και θα αγκάλιαζα τις βάρκες. Θα
μπλεκόμουνα στα δίχτυα και θα ‘κανα παρέα τους θαλασσόλυκους ψαράδες. Θα είχα το
προνόμιο να μπαίνω στην αγκαλιά της Σαλονίκης...
Μα δεν είμαι: ούτε πιρουνάκι, ούτε γάτος, ούτε χαλί, ούτε δέντρο,
ούτε βουνό, ούτε θάλασσα... είμαι ένα απλό μικρό μικρούτσικο ανθρωπάκι. Από
αυτά που κάνουν υποθέσεις, έχουν σκέψεις και καταγράφουν εικόνες μιας
καθημερινότητας τόσο ασήμαντης φαινομενικά, που όμως αν το σκεφτείς κρύβει μέσα
της ιστορίες ζωής. Γιατί μπορεί να μας μάθανε στο σχολείο πως η γη γυρίζει γύρω
από τον εαυτό της, αλλά κι εμείς ξεχνάμε πως η καθημερινότητα γυρίζει γύρω από
τη γη διαγράφοντας την τροχιά της ιστορίας, είτε της επίσημης, είτε της
ανεπίσημης αλλά τόσο σημαντικής.
Το καλοκαίρι –θεωρητικά- είναι η ευκαιρία που σου δίνεται να παράγεις το απόλυτο μηδέν. Εκείνα τα διλήμματα της ξαπλώστρας κάτω από την ομπρέλα να διαλέξεις ανάμεσα στις ρακέτες, στο τάβλι, το βιβλίο ή τη θαλασσοσκόπηση και το απέραντο γαλάζιο με τη φραπεδιά στο χέρι, σε παρασύρουν και κοιτάς να αποφύγεις οτιδήποτε σε παραπέμπει στο καθημερινό. Όλη τη χρονιά πασχίζεις για μία βδομάδα άπλας, ξάπλας και ξεκούρασης. Ξεχνάς δουλειές, μαγειρέματα, υποχρεώσεις. Θαρρείς πως έχεις μονάχα δικαιώματα και λόγο στην ξεκούραση. Ζέστη, ήλιος, άμμος, μπάνιο, σαγιονάρα, συναυλίες, παραστάσεις σε ανοιχτά θέατρα και βόλτες.
Κάπως έτσι τσουλάει το καλοκαίρι για πολλούς. Για πάρα πολλούς πλέον όχι! Έτσι ή αλλιώς όμως μετά από μια αγρανάπαυση, το μυαλό ετοιμάζεται να αρχίσει να κάνει σχέδια για το χειμώνα. Πολλά σχέδια. Κι ας είναι τα περισσότερα από αυτά πάνω στην άμμο. Κι ας έχτισες πύργους πανύψηλους και κάστρα στον αιγιαλό. Κι ας έρχεται ένα κυματάκι να σου τα ισοπεδώσει όλα!!!
Για μένα πάντως η αγρανάπαυση ήταν μακράάάά...πολύ μακράάά....καταχρηστικά ή από επιλογή, δεν έχει και πολλή σημασία. Σημασία έχει πως άμα τη λήξει της ακαδημαϊκής χρονιάς και των πανελληνίων εξετάσεων (φέτος ήτανε η 16η χρονιά που έδινα Παντρελλαδικές! Μάλλον πρέπει να το πάρω απόφαση ότι δε θα περάσω ποτέ!!!) και άμα τη ενάρξει του φετινού καλοκαιριού, καθισμένη σε μια στάση και περιμένοντας ένα λεωφορείο ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΟ έδινα στον εαυτό μου υποσχέσεις που τις κράτησα...ΟΛΕΣ! Ιδού...
Σάββατο, Θεσσαλονίκη 2 Ιουνίου 2012
Μονολογώντας...
«...το βασίλειό μου για ένα μπαράκι με ωραία μουσική δίπλα στην άμμο. Με την άμμο να καίει. Με την άμμο ανάμεσα στα δάχτυλα των ηλιοκαμένων μου ποδιών, μπερδεμένη με τη στεγνή αλμύρα και το υγρό μου μαγιό. Με το φεγγάρι να ανατέλλει, και με τον ήλιο να δύει και με τη θάλασσα να ξεχύνεται από τον ορίζοντα προς τα μένα σαν το λάδι. Δίχως κυματισμούς, χωρίς αντάρες. Και με ένα ποτήρι γεμάτο παγάκια και με τη ζέστη να απειλεί πως θα τα εξαφανίσει. Και λίγο ρούμι που φέρνει ζάλη. Και με όνειρα από αυτά που κάνεις ξύπνιος. Και με μια χαλάρωση που διαπερνά τη ραχοκοκαλιά μου και με λίγους, πολύ λίγους ανθρώπους τριγύρω. Σε ένα νησί. Σε δυο νησιά, σε τρία, δεκατρία, σε κάποια τους παραλία απόμακρη. Σε κάποιο μπαράκι λιτό. Αυτό το καλοκαίρι -το υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι- θα πάρω σβάρνα ό,τι πιο απομονωμένο υπάρχει. Ό,τι έχει σβηστεί από το χάρτη...»
Όπερ και εγένετο...
Ιούνιος 2012
Νις-Σερβία
Ακόμη και η πιο αδιάφορη «θεωρητικά» διαδρομή θέλει να την απολαμβάνεις. Ακόμη και την πιο δύσκολη με ένα λεωφορείο που αγκομαχώντας διαγράφει πολύ αργά τα χιλιόμετρα. Με ένα τρένο που τρεκλίζει στις ράγες σαν να θέλει να εκτροχιαστεί. Μ’ ένα πλοίο που θαρρείς πως από τα πολλά κύματα κάποια στιγμή θα εξοκείλει. Λατρεμένα τα ταξίδια εκείνα που θα σου δώσουν την ευκαιρία να δεις, να παρατηρήσεις, να αφεθείς, να σκεφτείς και να σε δεις μέσα από τον τρόπο που σε κοιτούν οι άλλοι, που δε σε ξέρουν, ως επιβάτη στην ίδια διαδρομή με εκείνους.
Ως και η καθυστέρηση γίνεται απολαυστική. Γι’ αυτό δεν γκρινιάζω! Γιατί ξέρω ότι κανείς δε με περιμένει. Αυτός που περιμένει είμαι μόνο εγώ. Και περιμένω τι? Περιμένω να φτάσω...μα κατά βάθος εύχομαι μέσα μου να είναι μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτειες και γνωριμίες με ανθρώπους συνοδοιπόρους στο ταξίδι της ζωής και στα τολμήματα, στα εγχειρήματα, στις προσδοκίες, στις ευτυχίες και στις δυστυχίες. Και εύχομαι να είναι μακρύς ο δρόμος, γιατί σημαίνει ότι δεν πέθανα ακόμα! Ζω!
Και συναντάω έναν ουρανό εξίσου απολαυστικό με τον δικό μας! Καταγάλανο, ζεστό να σκεπάζει μια χώρα πονεμένη, αλλά επιζώσα. Δεν ξέρω τι περίεργο έχει αυτή η χώρα που πρέπει να μυρίζει Βαλκάνια, αλλά τελικά μυρίζει ακόμη μπαρούτι και μοιάζει κυνηγημένη από την εισβολή. Άφιξη μεταμεσονύκτια: Ψάχνω για αλφάβητο γλαγολιτικό στους τοίχους και δεν το βλέπω πουθενά...το μόνο που βλέπω είναι ταμπέλες των ιμπεριαλιστικών Mac Donald’s! Μα κάτι πανέμορφες Σέρβες ευτυχώς περνούν δίπλα μου. Για κάποια στιγμή νόμισα πως σχόλασαν τα καλλιστεία. Μου θύμισαν όμως πως εδώ ΕΙΝΑΙ Βαλκάνια!
Diabolo Varos-Σερβία
Πιο Βαλκάνια. Πιο σκοτεινός ουρανός. Γκριζάρει όσο πλησιάζεις στα σύνορα για Κόσσοβο. Αλλά το πράσινο μέσα στο πράσινο, οι σαύρες, τα κελαρυστά νερά, οι πέτρες που ψηλώνουν για να φτάσουν τον ουρανό και η εκκωφαντική ησυχία σου τρυπάει τη σκέψη και σου τρυπώνει στο μυαλό μια επιταγή: «Απαγορεύεται να άγχεσαι! Ζήσε σαν άνθρωπος, ειδάλλως...θα σε πάρει ο Διάολος!»
Βασιλεία
Υγρή, μουντή και σχεδόν μουχλιασμένη. Φτιαγμένη από ηρεμία τόση που απορροφά τη βροχή σιωπηλά και ξεχνάω τις στάλες σε ελεύθερη πτώση. Θαρρώ πως τις ρουφάει το χώμα μαζί με την υπερένταση, αφού η αυθυποβολή των διακοπών με κάνει να τα βλέπω όλα ροζ!
Ζυρίχη
Όλη η φινέτσα συγκεντρωμένη παρέα με όλο το χρήμα του κόσμου. Πόλη φτιαγμένη από χωριάτικα σπίτια, γήπεδα πολλά και πράσινο. Πολύ πράσινο όμως! Πόλη φτιαγμένη για μένα. Δέλεαρ! Ερώτηξις εστί: Γιατί οι δικές μας πόλεις να μην παρέχουν ό,τι ένα χωριό, όπως αυτή εδώ?
Ρίγγι
Τη θέα αυτή θα τη ζήλευε και ο πιο μικρός θεός που βλέπει από ψηλά την ανθρώπινη ματαιότητα. Με μια ανάσα πριν τις Άλπεις και δυο βήματα πάνω από τη Λουκέρνη, με 13 λίμνες στα πόδια σου και φτερωτούς αετούς στο κεφάλι σου, καρδιά καλοκαιριού, και το μπουφανάκι είναι must κατά την κατάβαση του βουνού απαντώντας αγρότες και αγροτόσπιτα των Άλπεων γραφικά σαν να ξεπήδησαν από πίνακα του Van Gogh. Respect!
Σάνη
Ένας κόσμος ιδωμένος ανάποδα. Από μέσα από το νερό προς τα έξω. Από τον βυθό της θάλασσας προς τον ουρανό. Αλλά και προς τα κάτω. Ένας κόσμος από κάτω προς τα πάνω. Δίπλα στα ψάρια και τα κοράλλια, τα ναυάγια και τα φύκια. Χωρίς ήχο, αλλά με πολύ χρώμα!
Θεσσαλονίκη
Μία πόλη που δε σε προδίδει ποτέ. Που σου επιτρέπει να πας οπουδήποτε στον κόσμο αγαπάς, αλλά που σου θυμίζει πως χωρίς αυτήν δε θα μπορέσεις να ζήσεις πολύ. Μια πόλη από όπου πάντα θα επιστρέφεις...
Ιούλιος 2012
Πάτρα
Με το ένα πόδι να αποδράσει πέρα από την Αδριατική. Σου δίνει την εντύπωση πως αυτή η πόλη πάντα θέλει να φύγει και να φτάσει απέναντι...Σικελία σου ‘ρχομαι...
Αθήνα
Όσο άσχημη και αφιλόξενη κι αν τη θεωρείς, δεν ξεχνάς πως αποτέλεσε τη μήτρα του παγκόσμιου πολιτισμού. Συνείσφερε πολλά και –πίστεψέ με- ακόμη και σήμερα έχει να σου δώσει πάμπολλα. Σε μένα τουλάχιστον ήτανε γενναιόδωρη πολύ, ακόμα και υπό 40ο C!! Για να μην πω ότι όντας άδεια, είχε μόνο όσους θα έπρεπε και θα ήθελα να έχει!
ΥΓ: έκανες άνετα πικ-νικ στη Σταδίου μέρα μεσημέρι!
Νικήτη
Οι θάλασσες της Χαλκιδικής δε θέλουνε ποτέ συστάσεις, γιατί ποτέ δεν υπόσχονται. Μόνο δίνουν. Εξαρχής! Νερά καθρέφτες, άμμος χρυσός και οπτική στον ορίζοντα χωρίς γωνίες!
Άφυτος (της Αθύτου)
Θα μπορούσα να γράφω ώρες έχοντας τα τροπικά γαλαζοπράσινα νερά στο ύψος των ματιών μου κάτω ακριβώς από τα μαυρισμένα και ξεφλουδισμένα μου πόδια. Θα μπορούσα να κάθομαι απλώς ώρες και να κοιτώ αυτήν τη θελκτική θάλασσα χωρίς να κάνω τίποτε άλλο. Να κλείνω τα μάτια και να βλέπω πάλι θάλασσα.
Αύγουστος 2012
Αυτές οι τάσεις φυγής πάλι που σε πιάνουν καμιά φορά, ενώ οι άλλοι σε θεωρούν άνθρωπο αντοχής, σε κάνουνε να τρέχεις, να είσαι πάντα έτοιμος για να μεταναστεύεις. Να τρυπώνεις μέσα σε καράβια, ακόμη και βουλιαγμένα. Και έχεις την ψευδαίσθηση ότι τα κουφάρια αυτά θα σε ταξιδέψουνε μακριά, αλλά αυτά μόνο στον πάτο μπορούν να σε πάνε. Ταξιδιώτης Γ’ κατηγορίας, λαθρεπιβάτης στην καλύτερη περίπτωση στο ναυάγιο του εφιάλτη σου ή του ονείρου που έγινε εφιάλτης. Δύσκολα μπήκε ο μήνας. Ή, σωστότερα, δύσκολα βγήκε ο προηγούμενος...
Σου μιλούν όμως άλλα πράγματα. Διαλογίζεσαι με τις ομορφιές της φύσης. Σου μιλά η ξέρα, η χώρα με το πολύ καυτερό της φως που κάνει τον κάμπο να φαίνεται όχι ξερός αλλά χρυσός. Σε φωνάζει η θάλασσα η κρυψίνους να ακούσεις τα μυστικά της. Σου μαθαίνει πώς να φεύγεις ακόμα πιο πέρα. Σε διδάσκει να μην είσαι στατικός, αλλά η κίνησή της σε κάνει εκστατικό.
Σου γελούν τα νησιά απέναντι και τα βράχια που διακόπτουν την ορμή της θάλασσας, ακόμη κι αν βάλουν πλάτη. Θαλασσοδέρνονται και το αντέχουν. Στέκουν υπερήφανα προβάλλοντας στην κορφή εκκλησάκια λευκά. Δέχονται σαν γυναικεία μήτρα τον ήλιο και τον αέρα. Είναι γενναιόδωρα. Εγκλωβισμένα, μα γενναιόδωρα. Αυτά πάλι, σε αντίθεση με τη θάλασσα, δε λεν να φύγουν. Κάθονται! Δέχονται ευλαβικά τη θεόσταλτη μοίρα που τα «καταδικάζει» να είναι απλά νησιά. Νησιά και τίποτε άλλο. Απλά, ξερά, ταπεινά κορφοβούνια, βράχοι ψηλοί που δε νίκησε η πνίχτρα η θάλασσα. Νικητές ή ηττημένοι?
Και τα δύο. Ηττημένα, γιατί είναι εγκλωβισμένα. Θύματα και ανεμο- και θαλασσο-δαρμένα. Νικητές γιατί κατάφεραν έστω και για λίγα μέτρα να σηκώσουνε κεφάλι πάνω από τη επιφάνεια της θάλασσας. Έτσι ισορροπεί η φύση.
Κάπως έτσι παίρνεις κι εσύ αποφάσεις σε καταστάσεις. Κι ας βγήκε ο προηγούμενος μήνας άσχημα. Δέχεσαι τη στατικότητά σου, αλλά διεκδικείς την υπερηφάνεια σου. Έστω και δαρμένος από τα κύματα της ζωής που σού ‘ρχονται ξανάστροφα το ένα πίσω από το άλλο.
Τζια
Δεν έχω παρά να καθήσω ήσυχα σε μία γωνία με το κεφάλι άδειο από σκέψεις και τον εαυτό μου γεμάτο προσλαμβάνουσες. Να μην χορταίνει το μάτι, να λυσσά το αφτί να ακούει τα πάντα, από τον πιο ταπεινό ψίθυρο ή τσάκισμα φρυγάνου μέχρι τον φλοίσβο της θάλασσας. Να σιγοτρέμει το κορμί σε κάθε επαφή με το υγρό ή το αέρινο στοιχείο της φύσης, με το άγγιγμα της άμμου και του βότσαλου. Να διψά η γλώσσα μου για αλμύρα και το ιώδιο να γλείφει πικάντικα το κορμί αλλά να γλύφει και το βότσαλο. Να σπάει η μύτη από πρωτόγνωρες μυρωδιές, να γεμίζουν τα πνευμόνια μου από φρέσκο αυγουστιάτικο αέρα, να ψήνεται το δέρμα μου να ηλιοκαίγεται από τη φωτοδότρα πηγή του τόπου τούτου.
Και διαπιστώνω ότι είναι απίστευτο με πόσο «λίγα» υπάρχοντα μπορείς να περάσεις ωραίες διακοπές! Μια παρέα φίλους, καφέ που μετά το μεσημέρι γίνεται τσίπουρο και άπειρο κουτσομπολιό, άφθονο γέλιο και καλομαγειρεμένο φαγητό, χωρίς να μπεις στην κουζίνα. Από του αυτομάτου! Ζωή χωρίς φιλίες, φαγητό δίχως αλάτι! Τρώγεται? Τρώγεται! Αλλά θα είναι άνοστο!
Υποκλίνομαι ομορφιά του Αιγαίου πελάγους στον κόρφο της μοναχικής και θαλασσοδαρμένης αλμύρας, της σκαρφαλωμένης στα κυματόζωστά σου βράχια. Εκεί που έχει πρόσβαση μοναχά το βλέμμα. Το βλέμμα ενός κουρασμένου και προβληματισμένου ταξιδιώτη που είδανε και έζησαν περισσότερα τα άδεια του βλέμματα. Εκείνα που κοιτάνε μα δε βλέπουνε ώρες-ώρες παρά ένα κενό μέσα στην απόλυτη βαβούρα μιας ζωής απαιτητικής. Βουλιμικής και αδηφάγας. Και επί μονίμου βάσεως βασανιστικής....
Κύθνος
Αν δεν έχεις πει όντας ευτυχής το «Αν είναι να πεθάνω, θέλω να πεθάνω τώρα!» θα το πεις στα Λουτρά της Κύθνου κάποιο βραδάκι δροσερό του Αυγούστου, όταν τα σπίτια που δείχνουν έτοιμα να γκρεμοτσακιστούν στο λιμάνι καθρεφτίζονται στα μπλάβα νερά του και από το μικρό μικρούτσικο μπαράκι ακούγονται θαλασσινές μελωδίες!
Έρημο μικρό λατρεμένο νησί. Σπιτάκια λευκά σπαρμένα στις πλαγιές και μια φυσική ομορφιά που δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από τις μεγαλουπόλεις της χερσαίας Ελλάδας. Πού θα τη βρεις την ομορφιά την εσπερινή που κάνουν οι γειτόνισσες οι καθισμένες στο πεζούλι της πόρτας τους σιγομουρμουρίζοντας?
Ακράγαντας
Καλή η αύρα που σου δίνει η Μεγάλη Ελλάδα, το μεγαλείου του ηφαιστείου της Αίτνας που σιγοβράζει σαν πελώριο καζάνι έτοιμο να εκραγεί, αλλά η απομυθοποίηση του μακρινού αυτού προορισμού έρχεται με τη διαπίστωση ότι οι Σισιλιάνοι είναι una faca una raca με τους Έλληνες!
(επιφυλάσσομαι για λεπτομέρειες)
Άγ. Κων/νος – Θερμοπύλες
Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες•
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία•
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε•
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.
Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.
Γιατί και αυτές τιμημένες γινήκαν...Γιατί θα ήτανε πολύ δύσκολο η Ελλάδα να μην είχε τέτοια παραγωγή σε ποιητές και λογοτέχνες. Γιατί ακόμη κι αν δεν υπήρχε ο Ελύτης ή ο Σεφέρης ή ο Καβάφης θα έπρεπε να έχουμε εφεύρει έναν (το ελάχιστον), παραφράζοντας τον Βολταίρο, για να κάνει αυτή τη «δουλειά». Να καλύψει δλδ αυτήν την «υποχρέωση». Γιατί περί υποχρέωσης πρόκειται να εξυμνείς έναν τόπο που σου χαρίζει τόσο απλόχερα ό,τι έχει ή δεν έχει. Που σου δωρίζει γενναία πολύ από το «είναι» και το «έχειν» του. Τρομάζεις!
Καμιά φορά δεν μπορείς να πιστέψεις πόσο απλά είναι τα πράγματα. Βλέπεις την απλότητα της φύσης να ξεχύνεται στα πόδια σου και παραδέχεσαι ότι ο άνθρωπος κάνει τα πράγματα δύσκολα, όχι εκείνη. Είναι απλό να είσαι ωραίος. Η ωραιότητα είναι απλότητα. Κι όμως, την κάνουμε δύσκολη αυτήν την ομορφιά. Και αισθάνομαι μια δέση στη γλώσσα. Είναι περιττό να πεις οτιδήποτε για αυτό που βλέπεις. Νιώθεις ότι το βεβηλώνεις όταν μιλάς. Το καταστρέφεις. Το φορτώνεις. Ή μερικές φορές το αδικείς! Ό,τι κι αν πεις είναι λίγο. Είναι λιγότερο. Είναι κατώτερο. Ε ναι! Γιατί είναι άνισος ο αγώνας ανάμεσα στη γλώσσα που πασχίζει να εκφράσει από μόνη της ό,τι ταυτόχρονα οι πέντε σου αισθήσεις μαζί αντιλαμβάνονται με τις συνειρμικές σου σκέψεις.
Όλα τα ωραία πράγματα λένε ότι έχουνε ένα τέλος! Ψέματα! Εκεί που οι διακοπές τελειώνουνε, εγώ νομίζω πως αρχίζουνε όλα. Γιατί τώρα αρχίζει η εκτίμηση των όσων έχουμε. Έχουμε. Εκτός από δέντρα και δάση έχουμε και φρύγανα, αμπέλια και γέρικες χρυσές ελιές. Όχι πλατανοσκέπαστες αλλά εκτιθεμένες στον ήλιο, στην κάψα και στην ελπίδα. Έχουμε φρύγανα, σαμιαμίδια και πέτρες απρόσιτες, λιθάρια λαξευμένα και άσπρα σπιτάκια ασήμαντα στου κύμα του Αιγαίου. Ασήμαντα σπιτάκια, αλλά σημαντικά σπιτικά, κόποι ετών κουρασμένων ανθρώπων, που δούλεψαν μια ζωή για ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους. Και έχουμε και ρίγανη και βασιλικούς, σπασμένες στάμνες στις αυλές και χορταριασμένες σε ασβεστωμένα σοκάκια του πελάγου. Και βοκαμβίλιες και χώμα διψασμένο για νερό και δάκρυα. Για νερό. Ας είναι και γλυφό. Και έχουμε βράχια απρόσιτα, κοφτερά που μαλακώνουν σαν θαλασσοδέρνονται στο θυμωμένο κύμα. Και βότσαλα. Άλλοτε κοφτερά που γλύκαναν στο λάξεμα του ανέμου. Και έχουμε εκκλησιές πολλές με ανάταση προς του θεού το στέμμα, άσπρες αγνές, παρθένες από ανθρώπου βλέμμα. Τζιτζίκια, κοχύλια, αρμυρίκια, ακτές που σφύζουν από κίνηση με σκορπίνες, χταπόδια και ροφούς, κάτω από το μάτι της ακτής. Κοράλλια και κανάτια βυζαντινά απ’ όνα ναυάγιο γεροντικό στα σπλάχνα μιας θάλασσας που συνεχώς γεννοβολάει ζωή υδρούσα, ζωή υδρόβια.
Κοίτα! Είναι ένας άλλος κόσμος πέρα από τη σκληρή πραγματικότητα. Σε εκείνη την πραγματικότητα όπου παλεύεις να βγάλεις το ψωμί σου...ή μήπως το παντεσπάνι? Υπάρχει μια ζωή απλή, απλούστατη, απλοϊκή, ερημική και ορμητική που σου ξυπνάει τα αρχέγονά σου ένστικτα. Μην την υποτιμάς! Εκείνη σου χαρίζεται, παρθένα να τη δαμάσεις κι εσύ τρέχεις σε πολυτελείς αμερικανιές του τύπου all inclusive resorts....Εγώ μια φορά την υπόσχεσή μου την κράτησα. Εσύ?
Ένα τραγούδι ξεχώρισα αυτό το καλοκαίρι. Σας το αφιερώνω...
- έχει γεύση από λαδερά φαγιά, φρεσκοκομμένη από τον κήπο μας ντομάτα και η γειτονιά μυρίζει γεμιστά και τηγανητές πιπεριές που σου σπαν τη μύτη!
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-τα απογέματα στα χωριά γεμίζουν από ξεφωνητά παιδιών επαναπατρισθέντα εκ Γερμανίας «και βάλε» που παίζουν με τα αυτόχθονα ξαδέρφια τους. Μακάρια τα γέρικα πλατάνια που δεκάδες χρόνια χαρίζουν τη δροσιά τους σε ανταμώματα από εγγόνια και παππούδες στις πλατείες οδούς των χωριών!
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-σε αγκαλιάζουν, σε ιδρώνουν και σε κάνουν να στριφογυρίζεις σαν αρνί στη σούβλα νύχτες ζεστές και υγρές και σε εξωθούν να κοιμηθείς στο μπαλκόνι, στη βεράντα ή στον κήπο, στην ξαπλώστρα κάτω από το δέντρο της αυλής.
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-σου αρέσει να πλένεις αυλές και βεράντες με το λάστιχο, να βρέχεις τα πόδια σου με άφθονο νερό και να τσαλαβουτάς στη σαπουνάδα τρίβοντας τα πλακάκια της αυλής και τις ριγέ σου τέντες αφειδώς αποθέτοντας για λίγο την οικολογική σου φύση στην άκρη!
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-το άλλοθι που σε δροσίζει είναι ένα κομμένο ολόκληρο παγωμένο και γλυκό ζουμερό καρπούζι συνοδευόμενο ή όχι από τυρί (για τους φίλους Αθηναίους «φέτα») ή ένα εξ ίσου παγωμένο πεπόνι που το έχεις αγοράσει ολόκληρο, ανακατατάσσοντας μετά δυσκολίας τα λοιπά εδέσματα στο ψυγείο σου κι αρνούμενος να μιμηθείς τον αλλοδαπό που το ψωνίζει σε φέτες... και σου το φέρνει κι ο «καρπουζάς» μπροστά στο σπίτι σου ενίοτε, φωνασκώντας: «Καρπούζια καλάάάάά......» και τον πιστεύεις αμαχητί!
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-λατρεύεις τα ουζάκια στο κύμα με παστή σαρδέλα και σκουμπρί κι ας τρέχει ο ιδρώτας κρουνός στο μέτωπό σου!
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-κάθεσαι στην αυλή σου απολαμβάνοντας τα τριζόνια και τα τζιτζίκια αλλά και τις κουκουβάγιες να σου θυμίζουν ότι ζεις εν μέσω Μεσογείου λεκάνης!
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-λαμβάνουν χώρα άοκνες μάχες μεταξύ σου και σμήνους κουνουπιών ή μυγών που καταπολεμάς με κεριά από κίτρο και την ελληνοπρεπή μυγοσκοτώστρα!
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-η ξερή ελιά σε φόντο φρύγανου και αρχαιολογικού χώρου στην αλμυρή ατμόσφαιρα του Ιούλη είναι προνόμιο καθ’ όλα ελληνικό.
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-το ασβεστωμένο σπιτάκι πνιγμένο στη βουκαμβίλια και δεμένο με την καταπράσινη κληματαριά δεν είναι αξιοθέατο σε καμιά άλλη cart-postal στον κόσμο
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-και η μαυροφορεμένη φαφούτα με το τσεμπέρι γιαγιά καθισμένη κάτω από το μασίφ παραδοσιακό πατζούρι αποτελεί εξίσου θελκτικό «αξιοθέατο» όσο ο Παρθενώνας για τον τουρίστα.
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-το πανηγύρι (να μην ξεχνιόμαστε!) είναι κατ’ εξοχήν ελληνικότατη εφεύρεση και όλοι έχουμε πάει ηθελημένα ή όχι σε ένα τέτοιο αγοράζοντας σουβλάκι ή τρώγοντας γίδα βραστή
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-μόνο η γιαγιά σου θα σε κάνει να αισθάνεσαι τύψεις που τρως λάδι παραμονή της Παναγιάς «γιατί είναι αμαρτία!» κι εσύ θα χαίρεσαι ωσάν παιδίσκη που «ακόμα» υπάρχει κάποιος που σε μαλώνει για τη σκανταλιά σου. Πόσο πειθήνιες είναι οι γιαγιάδες σε θέματα θρησκείας! Λατρεύω αυτήν την αφοσίωση!
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-Δίνουμε το βασίλειο μας για έναν μεσημεριανό ύπνο και άλλο ένα (βασίλειο) για έναν ελληνικό καφέ (για να μην ξεχνιόμαστε δις!) μόλις ανοίξουμε το μάτι μας μετά τη μεσημεριανή μας σιέστα.
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-οι συναυλίες και η αρχαία τραγωδία στα ανοιχτά θέατρα απολαμβάνονται πάντα με την πιο πρωτόγνωρη αίσθηση κι ας ξέρεις το ρεπερτόριο και την υπόθεση απ’ έξω κι ανακατωτά!
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-μυρίζει βασιλικό η αυλή με το που θα τον θίξεις. Κι εκείνος, «μή μου άπτου» γαρ, ψοφάει από παρεξήγηση -που λέει κι η μαμά μου- να μοσχοβολήσει.
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-γίνεσαι άθελά σου ο πιο μεγάλος κουτσομπόλης ακούγοντας τα οικογενειακά του καθενός να συζητιούνται στα μπαλκόνια και τις αυλές των σπιτιών από τον θερμόαιμο βροντόφωνο μεσόγειο γείτονά σου
Γιατί αυτό το καλοκαίρι, Έλληνα, όπου κι αν δραπέτευσες, στην ημεδαπή ή αλλοδαπή γαία, για μια βδομάδα, δέκα μέρες, ένα Σαββατοκύριακο μόνο ή για καθόλου, κοινώνησες το ελληνικό καλοκαίρι μερικώς ή ολικώς ως άνω. Γιατί για όλα αυτά και για άλλα τόσα είναι το καλοκαίρι στην Ελλάδα αλλιώς. Γι’ αυτό κι εσύ λέγεσαι Έλληνας: γιατί ο τόπος ετούτος είναι ευλογημένος να σου γεμίζει τις μπαταρίες ακόμη κι αν δε «διέκοψες» την εργασία σου με επίσημες «άδειες» από τη δουλειά σου.
Αφιερωμένο σε όσους δεν είχαν την ευκαιρία να πάνε διακοπές φέτος για διάφορους λόγους...και ειδικά στην Κική (ξέρει αυτή το γιατί!)
Σας καλωσορίζω και σας εύχομαι καλό χειμώνα, ήπιο ή βαρύ, όπως τον θέλει ο Θεός....