Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξάνθη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξάνθη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Bazaar ή Παζάρ’?

Εκεί που σμίγει η Ανατολή με τη  Δύση, εκεί που διασταυρώνονται δυο κόσμοι αλλιώτικοι, εκεί που ενώνονται οι πολιτισμοί, εκεί που συμπορεύονται οι γλώσσες και συνανήκουν οι θρησκείες, εκεί που αναμειγνύεται το θυμάρι κι ο καφές, τα μπαχάρια με τους γιάπηδες, το κυριλέ με το λαϊκό, το μπλαζέ με το απλοϊκό, η λακαρισμένη κουπ του κομμωτηρίου με τη μαντήλα, στην πόλη-ζεύξη της Μακεδονίας με τη Θράκη, την Ξάνθη, γεννιούνται  μοντέλα παγκοσμιοποιημένων κοινωνιών, δεκτικών (?) στη διαφορετικότητα του άλλου.   
Καφάσια με μήλα, τελάρα με φράουλες, σωροί από παπούτσια των τριών ευρώ, χέρια στιβαρά, πρόσωπα μελαμψά νεαρών που μεγαλοδείχνουν ή γέρων που μικροδείχνουν- δεν ξέρω τι απ’ τα δυο, ντελάληδες, μοιράζονται όλοι και όλα τον ίδιο ίσκιο του αντίσκηνου. Τα ξεφωνητά σού παίρνουν τ’ αφτιά. Στο παζάρι αισθάνεσαι πάντα Κυρία. Έτσι σε φωνάζουν: «Διάλεξε καλέ Κυρία!!!!» Τι κι αν είσαι ανύπαντρη? Άλλωστε, όλες πια είναι κυρίες του εαυτού τους. Σε κοιτούν στα μάτια. Περιμένουν αδημονώντας να καρφώσεις κι εσύ το βλέμμα σου όχι πάνω τους αλλά στα εκθέματά τους. Κι εσύ δηλώνεις αφειδώς ενδιαφέρον για την ύπαρξή τους. Δεν είσαι τυχαία εκεί. Τα χέρια σου φλερτάρουν με τα εμπορεύματα. Ρωτάς την τιμή. Εκείνος σου απαντάει χωρίς να σε ικανοποιεί. Σου κάνει σκόντο. Δυσαρεστείς. Άλλο ήθελες να ακούσεις. Προτείνεις. Ανεβαίνεις εσύ, για να κατέβει εκείνος και «να τα βρείτε». Σε ικανοποιεί η τιμή. Το παίρνεις. Επαίρεσαι για το «σκότωμα» του κόστους. Αλλά κι εκείνος από μέσα του το ίδιο κάνει. Ποιος έπιασε ποιον κορόιδο? Δεν ξέρεις! Δε θα το μάθεις ποτέ. Εκείνος κάνει τη δουλειά του. Πουλάει. Κι εσύ τη δική σου. Αγοράζεις. Αλισβερίσι και δοσοληψίες, «δούναι και λαβείν»  με θύμα το κομπόδεμά σου και τρόπαιο για κείνον τους καρπούς των κόπων του για τους πάγκους που έστηνε άλλοτε στη βροχή και το χιονόνερο κι άλλοτε στην άπνοια και την κάψα την ώρα που εσύ ακόμα χουχούλιαζες στο ζεστό σου πάπλωμα ή τα δροσερά σου σεντόνια.  
Και πριν πας παρακάτω «πετάς» το καινούργιο σου μπλουζάκι ντυμένο με τη φθηνή νάιλον σακούλα, κι όχι τη χάρτινη της Τσιμισκή, στο συρόμενό σου καροτσάκι, ανάμεσα στο μαϊντανό, τα ξερά κρεμμύδια και τη μελιτζάνα. Ένα μπλουζάκι δυνάμει Ιμάμ-Μπαϊλντί εν ολίγοις.
Καροτσάκι! Βέβαια! Λαϊκή χωρίς καροτσάκι γίνεται? Σαν να λέμε μουσακάς χωρίς μελιτζάνες, ομελέτα δίχως αβγά. Το ποδήλατο και το πατίνι μαζί με το καρότσι είναι τα μόνα μέσα «ατομικής» μεταφοράς (Μ.Α.Μ. σε αντιδιαστολή προς τα Μ.Μ.Μ.) στις μέρες μας που δε χρειάζονται άδεια οδήγησης. Κάποιες κυρίες, γιαγιάδες κυρίως, το παν μια χαρά. Οι νεότερες ντρέπονται. Κουβαλούν με τα χέρια. Δεν πάσχουν ακόμα από οστεοπόρωση. Στις γιαγιάδες το καροτσάκι αποτελεί προέκταση του χεριού τους. Είναι το απαραίτητο αξεσουάρ για αυτή τους τη δουλειά. Τις βλέπεις να το σέρνουν και ξέρεις τον προορισμό τους. Μη γελάς. Δεν είναι αστείο. Γιατί βλέπεις κάποιες άλλες για τις οποίες, έτσι όπως είναι ντυμένες «βάζεις στοίχημα» πως πάνε στα μπουζούκια, κι ας είναι δέκα το πρωί Σαββάτου κι όμως, κι εκείνες στο παζάρι πάνε. Το καροτσάκι όμως είναι αλλιώς! Το φέρουν βόλτα απ’ εδώ, το πηγαίνουν από κει, το σκαλώνουν στα πόδια κανενός περαστικού. Το τραβάνε, το σπρώχνουν. Ζητάνε «Συγνώμη» κατά βούληση. Και εμμένουν να μπερδευτούν με τον κόσμο, να ανακατωθούν με τις ντομάτες, να μυρίσουν τα πορτοκάλια, να κάνουν τις παρατηρήσεις τους σαν άλλοι ιατροδικαστές και να «την πούνε» στον ψαρά ότι η νεκροψία δείχνει πως τα ψάρια του δεν είναι φρέσκα.
Σταματάω. Εκεί που συμπορεύομαι με το πλήθος και με παρασύρει το ρεύμα τραβάω χειρόφρενο. Κοντοστέκομαι. Δημιουργώ έμφραγμα στις κυκλοφορι(α)κές αρτηρίες του παζαριού. Με σπρώχνουν. Εμένα ή την τσάντα μου, που την κρατάω από φόβο σαν τη μάνα το μονάκριβο παιδί της. Στους συνωστισμούς κλέβουν, το ξέρω. Με σκουντάνε κάτι αδέξιες κινήσεις φουριασμένων γιαγιάδων. Ακούω ποδοβολητό. Και το νιώθω. Κάποιος μου πάτησε το πόδι. Δεν παρατηρώ τα εκθέματα αλλά τους εκθέτες. Δεν είμαι αλλά κοιτάω τους περιπατητές-αγοραστές. Δε ρωτάω τιμές αλλά ακούω να τις διαλαλούν ως την εσχάτη ευκαιρία. Δεν κοιτάζω αλλά βλέπω τα βλέμματα των άλλων: με πόση προσοχή και ευλάβεια δείχνουν το ενδιαφέρον τους για τα αγγουράκια, τα είδη προικός και τις ζακέτες συνάμα. Με πόση υπερηφάνεια λέει η μία φιλενάδα στην άλλη ότι πέτυχε το κολάν σε τιμή ευκαιρίας. Και με πόση ματαιόδοξη (?) ικανοποίηση γεμίζει το μάτι το αχόρταγο με την τιγκαρισμένη τσάντα και το άδειο πορτοφόλι.  
        Το παζάρι έγινε πια το σύμβολο όχι μοναχά της Ανατολής αλλά και της Δύσης. Η γιαγιά μου απ’ τα Γρεβενά το λέει «Παζάρ’». Μια κυρία στρατηγού στη Θεσσαλονίκη που ανήκε ως οργανώτρια  σε ένα ίδρυμα  κοινωφελές με είχε καλέσει κάποια Χριστούγεννα σε ένα «Bazaar»

       Κι αν του αλλάξεις το όνομα, πιστεύεις πως αλλάζει η αίγλη του?