Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μίτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μίτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Κατά φαντασίαν ιατροί

Το να προλαβαίνεις μία ασθένεια πριν σε προλάβει εκείνη είναι μία ευχή όλων μας από κτίσεως κόσμου. Δεν πρόκειται για καινούργια τακτική μήτε για νέα ανακάλυψη ή εφεύρεση, αλλά και ως τέτοια να χαρακτηριζόταν, χρονικά θα προηγούνταν τόσο της ανακάλυψης της Αμερικής όσο και της εφεύρεσης του τροχού, ασχέτως εάν ο Ιπποκράτης το διατύπωσε ρητά στην κλασική αρχαιότητα.  Ωστόσο, ακόμη κι αν απαξάπαντες οι ιατροί αυτού του κόσμου παίρνουν όρκο στο όνομα του Πατέρα της σύγχρονης ιατρικής επιστήμης, κάποιοι μόνο, ίσως λίγοι ή δυστυχώς ελάχιστοι, είναι εκείνοι που λαμβάνουν σοβαρά τον ρόλο τους και φέρουν εις πέρας επαγγελματικές υποχρεώσεις που πλαισιώνονται -υποτίθεται!- από χαρακτηριστικά λειτουργήματος! Το επάγγελμα του ιατρού φέρει στη χώρα μας ένα κύρος μιας ξεφτισμένης αριστοκρατίας που συνδέεται με το κατοχικό και μετακατοχικό οικογενειακό σύνδρομο που ήθελε να «βγάλει» η οικογένεια έναν γιατρό ή έναν δικηγόρο δακτυλοδεικτούμενο. Άλλωστε, αυτές οι σχολές εξακολουθούν και είναι υψηλόβαθμες τη σήμερον όχι βάσει του γνωστού νόμου της οικονομίας «προσφοράς και ζήτησης» στην αγορά εργασίας, αλλά μάλλον του γνωστού prestige που δημιουργείται από του αυτομάτου στο άκουσμα του τίτλου. Έτσι, η ζωή συνεχίζεται, με μυαλά που θα μπορούσαν να ανθίσουν αλλού, σε άλλες πρόσφορες επιστήμες και τέχνες, αλλά επέλεξαν είτε ως αυτόνομες προσωπικότητες είτε ως ετερόφωτα και τηλεκατευθυνόμενα υποκείμενα να σπουδάσουν κάτι που δεν τους ταιριάζει και στο οποίο ενδεχομένως δεν είναι καλοί πιθανώς για να καρπώνονται μόνο οφέλη «άλλου είδους».
Η επιστήμη της ιατρικής όμως δεν είναι σαν την δικηγορία. Στη δίκη εάν χάσεις μία μάχη, δύο, τρεις, πολλές, το πιθανότερο είναι να κερδίσεις τον τίτλο του «χασοδίκη». Δικαίως ή αδίκως! Στην ιατρική όμως εάν χάσεις έστω και μία μάχη δεν κερδίζεις «τίτλους» παρά τύψεις. Διότι όταν ο κόσμος θεωρεί το επάγγελμα αυτό λειτούργημα, έχει προσδοκίες όχι απλά ο γιατρός του να διαθέτει τις ακαδημαϊκές γνώσεις ο οποίος οφείλει αβλεπί να είναι ενημερωμένος για όσο μεγαλύτερη βιβλιογραφία και σωρεία περιστατικών -χωρίς να παραβλέπουμε το γεγονός ότι είναι φύσει αδύνατον να γνωρίζει τα πάντα- αλλά τουλάχιστον να είναι πάνω απ’ όλα ΑΝΘΡΩΠΟΣ!
Εάν, λοιπόν, υπάρχουνε γιατροί που καυχώνται για τις εμπεριστατωμένες γνώσεις τους επάνω στο αντικείμενό τους και εάν υπάρχουνε γιατροί που έχουνε καταθέσει τη ζωή τους πολύ συνειδητά σε αυτό που ο απλός κόσμος ονομάζει «λειτούργημα», τότε σίγουρα η διαπίστωση αυτή δεν αφορά τον ιατρικό σύλλογο στο σύνολό του, αλλά σίγουρα ένα μόνο μέρος του, κι ας μου επιτραπεί να πω διαπιστωμένα μάλλον μικρό. Διότι η προσωπική εμπειρία των περισσοτέρων  θέλει καθημερινά να έρχεται ο καθένας σε επαφή με ανθρώπους που ασκούν το λειτούργημα του γιατρού ως ένα οποιοδήποτε απλό επάγγελμα χωρίς πλήρη συνείδηση, χωρίς πόνο για τον πόνο του άλλου, χωρίς ενσυναίσθηση, δίχως συμπόνια, αλλά απεναντίας με πολλή στυγνότητα, ψυχρή λογική και αποστασιοποίηση από συναισθηματικές εμπλοκές. Βέβαια, το εάν η ιατρική στην Ελλάδα ή απανταχού της γης ασκείται σε αυτό το κομμάτι σύμφωνα με τα αμερικανικά πρότυπα που θέλουν την άμεση έστω και με ψυχρότητα πληροφόρηση του ασθενή για όσα τον ταλανίζουν είναι ένα θέμα συζητήσιμο. Διότι το αμερικανικό μοντέλο σε πολλές, μην πω πάμπολλες των περιπτώσεων εφαρμόζεται μονομερώς και επιλεκτικά και όχι σφαιρικά, όπως για παράδειγμα σε θέματα επικοινωνίας (και όχι επικοινωνιακής πολιτικής!), επαγγελματισμού (και όχι ερασιτεχνισμού!), αντιμετώπισης του άλλου ως ανθρώπου (και όχι ως πελάτη!), ενημέρωσης (και όχι άγνοιας!), καθαριότητας (και όχι δυσωδίας!), σεβασμού του χώρου και του χρόνου του ασθενή, και όχι με συναλλαγές «πίσω από την πλάτη του» ή «κάτω από το τραπέζι»!!!
Ωστόσο, η Ελλάδα έχει καταφέρει όχι απλά να κατασκευάσει ένα σύστημα δαιδαλώδες από το οποίο δεν καταφέρνεις να βγεις ούτε με τον περίφημο μίτο της Αριάδνης, αλλά τον έχει κιόλας περιχαρακώσει. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, το κράτος, το σύστημα, η γραφειοκρατία, ο πολίτης, ο ασθενής, ο γιατρός, η νοσοκόμα, εγώ, εσύ, αυτός, εμείς, εσείς, αυτοί, θρέψαμε, θρέφουμε και κατά πως φαίνεται εξακολουθούμε να θρέφουμε ένα δύσοσμο και σηψαιμικό ιατρικό σύστημα το οποίο τις περισσότερες φορές υπολειτουργεί και στις σοβαρότερες των περιπτώσεων έχει θύματα με απώλειες μερικές ή ολικές και μάλιστα ανεκπλήρωτες. Φυσικά, το σύστημα αυτό αδυνατεί να αυτοϊαθεί! (Τι ειρωνεία!)
Ευτυχώς όμως η ιστορία έχει εξαιρέσεις και μέσα σε τέτοιες καταστάσεις παλεύουν Άνθρωποι Γιατροί, Νοσηλευτές και Υπάλληλοι να πάρουν σοβαρά τον ρόλο τους και να υπηρετήσουν τον Άλλον από τη θέση τους, όπως ορκίστηκαν κάποτε σε θεούς και δαίμονες. Κι ας υπήρξαν κι αυτοί «θύματα» της κρίσης, της πολιτικής ή της οικονομικής,  κι ας έφαγαν τα χρόνια τους στα βιβλία, στα συνέδρια, στις βιβλιοθήκες και στα χειρουργεία, προσφέροντας αποθέματα ψυχής. Οι άνθρωποι αυτοί όμως δεν επικαλούνται άλλοθι και δεν δουλεύουν με καχυποψία για τον διπλανό τους, δεν βγάζουν απωθημένα σε ασθενείς, δεν περιφρονούν τον συνάδερφο, «δεν μαγειρεύουν» σενάρια. Απεναντίας, κοιτούν τη δουλειά τους και στέκονται στο ύψος των περιστάσεων ακόμη κι αν αυτές πέσουν κάποια στιγμή χαμηλά.
 Εάν οι εξαιρέσεις είναι λίγες ή πολλές δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι τέτοιοι άνθρωποι πρέπει να μνημονεύονται και να τιμώνται, ακόμη κι αν η συγκαλυμμένη απρεπή συμπεριφορά «συναδέλφων» προσπάθησε να τους ρίξει στο περιθώριο είτε με ακήρυκτο πόλεμο, είτε με αμέλεια και παραμέληση των επαγγελματικών τους καθηκόντων, αφού οι κλινικοί ιατροί τείνουν να εκλείψουν και πολλοί από δαύτους έχουν το «Αξίωμα» του ιατρού κατ’ ευφημισμόν, γιατί η ρετσινιά του προσδιορισμού «κατά φαντασίαν» κολλάει παραδοσιακά μόνο στον ασθενή! Ας τους πει επιτέλους κάποιος πως η γλώσσα αλλάζει με τον καιρό και πως  με τις ανοησίες τους μπορεί ο Μολιέρος, εάν ζούσε, ή να άλλαζε τον προσδιοριζόμενο όρο ή να έγραφε το έργο του αντιστρόφως!


Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Συνισταμένη Αδυναμιών!!!


ΕΚΕΙΝΗ: Πάλι δεν ξέπλυνες το νεροχύτη?
ΕΚΕΙΝΟΣ: Δεν είχα χρόνο. Βιαζόμουνα!
ΕΚΕΙΝΗ: Εγώ δε βιάζομαι?
ΕΚΕΙΝΟΣ: Τότε γιατί δεν έβαλες άλλη πετσέτα στο μπάνιο, αφού αυτή που είχε την πήρες για τα μαλλιά σου?
ΕΚΕΙΝΗ: Γιατί το ξέχασα!
ΕΚΕΙΝΟΣ: Μετά εμένα λες!!
ΕΚΕΙΝΗ: Εσένα λέω, γιατί εσύ δεν κάνεις τίποτε σε αυτό το σπίτι εκτός από το να το λερώνεις!
ΕΚΕΙΝΟΣ: Κι εσύ τίποτε άλλο εκτός από το να γκρινιάζεις!
ΕΚΕΙΝΗ: Γκρινιάζω γιατί με αναγκάζεις! Αν ήσουνα εντάξει…
ΕΚΕΙΝΟΣ: Γιατί, εσύ είσαι? Επειδή δε σου τα λέω, νομίζεις ότι δεν τα κάνεις?
ΕΚΕΙΝΗ: Ε προφανώς δεν είναι και τόσο ενοχλητικά!
ΕΚΕΙΝΟΣ: Νομίζεις. Απλά είναι ασήμαντα για μένα, ώστε να φτάσω στο σημείο να μαλώσω!
ΕΚΕΙΝΗ: Και γιατί είναι ασήμαντα? Επειδή είναι καθημερινά? Είναι η καθημερινότητα ασήμαντη?
ΕΚΕΙΝΟΣ: Γιατί η γκρίνια σου έγινε συνώνυμο της «Καλημέρας» μέσα σ’ αυτό το σπίτι!
ΕΚΕΙΝΗ: Να φροντίσεις τότε να γίνει αντώνυμο της «Καλής μας μέρας» που έχει γίνει κακή, ψυχρή κι ανάποδη και που θα εξαρτάται από εσένα και από τα νεύρα που δε θα μου σπας!
ΕΚΕΙΝΟΣ-ΕΚΕΙΝΗ (ή ΕΚΕΙΝΗ-ΕΚΕΙΝΟΣ) : Διότι ξεκινήσαμε από το «εγώ», οραματιστήκαμε και επιδιώξαμε το «εμείς», αλλά καταλήξαμε ξανά εκεί από όπου ξεκινήσαμε: σε ένα «πληγωμένο» αυτή τη φορά «εγώ», εξ αιτίας ενός αλαζονικού «σου».
        Γιατί «εγώ» δεν ανέχομαι πολλά. Κι όταν με γνώριζες, σου το έδειχνα. Όταν με διάλεγες, σου το έλεγα κι όταν με παντρεύτηκες σου το απέδειξα! Κι εσύ πόνταρες στο ότι θα άλλαζα! Ότι θα συμβιβαζόμουνα, ότι θα ΜΕ απαρνιόμουνα και θα υποχωρούσα. Να υποχωρήσω? Σε τι? Γιατί? Πού? Πότε? Πόσο? Για πόσο?
        Τσαλαπατάς τη νοημοσύνη και την καλοσύνη μου! Μου βάζεις όρους απεχθείς! Αμφισβητείς! Τη στάση μου, τα «θέλω» μου, τα «έχω» και τα «δίνω» μου. Ποιος? Εσύ! Εσύ που μέσα στο «εμείς», είσαι ένα ολομόναχο «εγώ». Που δεν υποχωρείς, που αδιαφορείς. Εσύ που αλληθωρείς! Που περιμένεις κι απαιτείς, κι αλληγορείς! Που λες πως νοιάζεσαι, μα βιάζεσαι να αλλάξω, να βουλιάξω και να αράξω σε μια κατάσταση νωθρή, σε μια διάσταση σαθρή, χωρίς αντίσταση, σε κάθε περίσταση, δίχως «γιατί», δίχως «όχι», χωρίς άρνηση. Σε κάθε σου στάση, στέμμα η δική μου κατάφαση και η έγκρισή μου, συντροφιά. Και η υποχώρηση… μόνο απ’ τη μία πλευρά! Δε γίνεται αγάπη μου γλυκιά!! Οι σχέσεις φτιάχνονται από δυο! Όχι από εγωισμό! Γι’ αυτό καταντάνε ρημαδιό.
        Μεγάλωσα! Και δεν μπορώ άλλο πια να ανεχτώ, κανέναν πάνω από το δικό μου το «εγώ». Πόνεσα. Πάλεψα. Έχτισα. Νίκησα. Κι ήρθες εσύ: Με Πόνεσες. Με Τσάκισες. Τα γκρέμισες. Με Νίκησες! Κι αναζητώ τις ματωμένες μου ισορροπίες μέσα σε θλιμμένες αισιοδοξίες με ξεφτισμένες ανταρσίες γύρω από ένα σπιτικό, φτιαγμένο από μπετό και σκέτο εγωισμό!
        Κουράσανε τα άπλυτα τα πιάτα, τα ασιδέρωτα πουκάμισα, οι τσαλακωμένες αντοχές, τα ασκούπιστα δάκρυα, τα ξέστρωτα-ξενέρωτα κρεβάτια, τα κολλαριστά και  άπραγα κορμιά, οι μουχλιασμένες ιδέες, οι ανήλιαγες διαθέσεις, το γλυκό που δεν έψησες ποτέ σ’ αυτό το σπίτι, τα άνοστα φιλιά σου, η σκονισμένη πια ομορφιά σου και η ακατάστατη καρδιά σου…
        Όταν σε γνώρισα έδειχνες διάθεση να βοηθήσεις: και τα πιάτα έπλενες, και τα πουκάμισά σου μόνος σου σιδέρωνες, και το κρεβάτι το «στρώναμε» και το «αναστατώναμε» και το κορμί σου λύγιζες, το λίκνιζες, το γύμναζες! Τις ιδέες σου τις αέριζες, τις σκονισμένες και αραχνιασμένες απόψεις σου τις τίναζες και τις ξαράχνιαζες, και η διάθεσή σου ήτανε ευήλια. Κι αν το φαγητό δεν τρώγονταν, χόρταινα με τα νόστιμα φιλιά σου, την ανείπωτη για τα μάτια μου ομορφιά σου και την ολάνθιστη καρδιά σου…
        Τώρα, σου φταίει η καθημερινότητα, η γκρίνια και η αβεβαιότητα. Τα μούτρα μου που σέρνονται στο πάτωμα. Κι εγώ χαμένη, κι εσύ θλιμμένος, κι εσύ θλιμμένη, κι εγώ  χαμένος, μέσα σ’ αυτόν τον κύκλο, που τον λένε Φαύλο, ψάχνουμε από κοινού για το μίτο. Πού είναι η αρχή του κουβαριού, που αβγάτισε και γίνανε πολλά, «κουβάρια και μαλλιά», να δίνουνε λαβή στις λαϊκές παροιμίες, και εμείς, με τις δικές μας ιστορίες, να επιβεβαιώνουμε το λαό! Έχω παγιδευτεί σε έναν λαβύρινθο. Που κάνω να βγω και πέφτω σε τοίχο! Που μιλάω και η φωνή μου τρέπεται σε ηχώ. Χτυπάει πάνω του με ορμή και με οργή. Γυρίζει πίσω και τρυπά τα δικά μου τ’ αφτιά. Γιατί εσύ δεν ακούς. Μόνο μιλάς! Μιλάς! Μιλάς! Μιλάς! Αλλά δε λες τίποτα κυρία Κοκοβίκου! Κούφια τα λόγια σου, αφυδατωμένα και στραγγισμένα από ουσία, Αντωνάκη! Ζητάς εξουσία! Μα λύση δεν δίνεις καμία!
Ξεκίνησα εγώ, ξεκίνησες εσύ. Ξεκίνησα εγώ, το συνέχισες εσύ. Ξεκίνησες εσύ, το συνέχισα εγώ! Τι ‘ν’ το «εγώ», τι είν’ το «εσύ»? Και τι τ’ ανάμεσό του? Μια σχέση κάναμε κι οδυνηρώς και δυστυχώς φαντάζουμε άνθρωποι «άσχετοι» μεταξύ μας! Άσχετοι, γιατί δεν έχουμε ιδέα τι πάει να πει «σχέση»!
        Βρες μου την άκρη απ’ τα μαλλιά-κουβάρια, γιατί αν συνεχίσουμε θα μοιάζουμε με μπαλάκια του πινγκ-πονγκ. Ένα feedback  είναι οι σχέσεις μωρό μου! Ό,τι δίνεις παίρνεις. Ό,τι σπέρνεις, θερίζεις! Κι αν σπείρεις άνεμο, θα θερίσεις θύελλες.
        Αφού όταν ξεκινήσαμε, είπαμε πως θέλαμε να «ενώσουμε τις δυνάμεις μας», να προσθέσουμε τις δυνατότητές μας, να γίνουμε ΕΝΑ. Και τελικά, το μόνο που κάναμε ήταν να διαιρούμε το «εμείς» σε δυο «εγώ» πολλαπλασιάζοντας τις πιθανότητες διάλυσης και αφαιρώντας από το παιδί μας και τους εαυτούς μας το δικαίωμα να ζήσουμε ΩΣ -και όχι ΣΑΝ- οικογένεια!
Πες μου σε παρακαλώ: είναι αυτό σπίτι?