Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιαγιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιαγιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Κάνω μια (προς)ευχή!


Είναι ορισμένες στιγμές σκληρές και άτεγκτες, που ποντάρουν στο πόσο θα σε κάνουν να πονέσεις. Προσπαθεί η μία να παραβγεί της άλλης βάζοντας στοίχημα πώς μπορεί να σε σκοτώσει περισσότερο. Θέλει η καθεμιά να σε σφετεριστεί και καθόλου δεν της αρέσει η ιδέα ότι θα ξεφύγεις από τα στυγερά της δόντια. Σε θέλουν όλες εκεί, αντάμα, να πονάς κι εκείνες να καυχώνται επιδεικτικά: «Εγώ το ‘καμα! Καμαρώστε με». Θέλεις τότε να τις πιάσεις από το λαιμό, συγκεκριμένα από το λαρύγγι και να τις το στρίψεις μονομιάς. Χωρίς υπεκφυγές και όνειρα. Χωρίς παρηγοριές και δικαιολογίες: «Δεν το ‘θελε! Το ‘κανε κατά λάθος. Η Τύχη τις το όρισε!». Οι φόνοι της χαράς όμως γίνονται πάντα εκ προμελέτης, κατόπιν εσκεμμένης και συστημικής σχεδίασης. Και γίνονται ακαριαία. Δίχως προκαταρκτικές εναλλακτικές. Αρχίζεις και τρέμεις στην ιδέα ότι ορισμένες στιγμές εποφθαλμιούν την ησυχία και την παρηγοριά σου. Σου κλέβουν τους συμπαραστάτες και σου δολοφονούν την ηρεμία.
Και μια τέτοια ήρεμη μέρα, εκεί που λένε «στα καλά καθούμενα», κάποια κακιά στιγμή γύρισε την κατάσταση της γιαγιάς μου, της γιαγιάκας μου, της γιαγιούλας μου, της γιαγιακουλίτσας μου από τα πόδια της τα γερά και μου την έριξε στο κρεβάτι... μου την πήρε από το σπιτάκι της το ζεστό, από το δωματιάκι της το κουκλίστικο που καθότανε σαν μπιμπελό και με περίμενε κάθε βράδυ να πάω για να μου τρίψει την κουρασμένη μου πλάτη και την πιασμένη μου μέση. Αυτή η παλιοτύχη, μου την καθήλωσε σε ένα ξένο μέρος μακριά από μένα και μακριά από το σπίτι της, σε ένα lux  νοσοκομείο, αλλά ωστόσο νοσοκομείο, ακίνητη και ανήμπορη να ορίσει το χεράκι της και το ποδαράκι της... Αυτή η ζηλιάρα μοίρα, που ζήλευε τα πλεκτά της και τα υφαντά της της σταύρωσε τα χεράκια να μην μπορεί να πιάσει ούτε το ποτήρι της να πιει νερό από μόνη της.  
Και τώρα, κάθομαι μέσα σε ένα αδειανό δωματιάκι χωρίς ζέστη καμία, χωρίς παρηγοριά. Λείπει το μπιμπελό μου, η κουκλίτσα της κάμαρης, η ζωντάνια του σπιτιού και του μπαχτσέ. Λείπει το λουλούδι του κήπου. Και περιμένω να με ξαναπάρει στο τηλέφωνο να με ρωτήσει αν έφαγα. Ψάχνω να βρω τη σαλάτα στο τραπέζι έτοιμη κομμένη. Κοιτάζω τις βελόνες με το μισοπλεγμένο μαλλάκι πάνω στο τραπεζάκι άπραγες. Και μου χρωστάει τα άλλα μισά βήματα του tango που μου μάθαινε λίγο πριν φύγει στο νοσοκομείο. Γι’ αυτό κι εγώ θέλω και απαιτώ, εύχομαι και προσεύχομαι να επιστρέψει στο δωματιάκι της, έστω κι αν δεν ξαναπάει ποτέ στο σπιτάκι της στο χωριό. Και θέλω να μας κάνει πάλι τις πιο νόστιμες πιτούλες και να μας πλέξει τα πιο ζεστά πουλοβεράκια... Αυτό θέλω... γιατί η γιαγιά μου ακόμη και στο κρεβάτι μας κάνει όλους να γελάμε και συνέχεια αυτοσαρκάζεται. Συνέχεια κοροϊδεύει τον εαυτό της και γελάει. Συνέχεια κάνει πλάκα! Η γιαγιά μου είναι ΔΥΝΑΜΗ!
Και πιστεύω, ΠΙΣΤΕΥΩ, παρ'όλ'αυτά, πως υπάρχουν και στιγμές πιο δυνατές, πιο γενναιόδωρες, που σκοτώνονται μεταξύ τους ποια θα σε πρωτοφχαριστήσει. Ποια θα σε κάνει να αισθανθείς βασιλιάς και ρήγας. Νιώθεις κάτι να σε τρώει στην πλάτη και δεν είναι άλλο από τα φτερά που βγάζεις. Θες να πετάξεις, να δεις τον κόσμο αυτόν από ψηλά και να πιστέψεις σαν ένας θεός ότι ελπίδα υπάρχει. Γι’ αυτό η γιαγιάκα μου θα γίνει καλά, γιατί χωρίς αυτήν δεν έχουνε νόημα τα εγγόνια της! Γιατί χωρίς τη γιαγιά μου δεν υπάρχουν παραμύθια. Γιατί η γιαγιά μου είναι ο πιο φωτεινός δρόμος της ιστορίας που μου φωτίζει το μέλλον. Γιατί η γιαγιά μου είναι ροκ και προχθές που πήγα να τη δω μου φυλούσε έκπληξη: Άρχισε να κουνάει το «κουλό» της χεράκι και παίξαμε μπιλιάρδο!! Αλλά ήτανε και σκεφτική και ντρεπότανε που μας «ανάγκαζε» να «κουβαλιόμαστε» και να «την κουβαλάμε». Που την ταΐζουμε και την αλλάζουμε. Που την βάζουμε στο καροτσάκι και την πάμε βόλτα! Και ‘γω της είπα:

 «Γιαγιά, αυτό δεν είναι κακό. Η ζωή κάνει κάτι κύκλους σαν αυτόν που βλέπεις! Κι εσύ όταν γεννηθήκαμε μας τάιζες, μας άλλαζες και μας πήγαινες με το καροτσάκι βόλτες! Κουβαλιόσουνα από το χωριό που είναι στην άλλη άκρη του χάρτη και μας κουβαλούσες. Μόνο που είχαμε μία βασική, βασικότατη διαφορά: 

Εμείς τότε ως μωρά γκρινιάζαμε πολύ. Εσύ τώρα ΚΑΘΟΛΟΥ!


ΥΓ: Αν δε με πιστεύετε, ιδού:

 

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Αναζητώντας το απλό στο «φανταστικό» χωριό μου

Σαν το απλό δεν είναι τίποτα. Σαν το απλό, δεν έχει. Αλλά το απλό, λέει ο δάσκαλός μου στο χορό, είναι δύσκολο. Αναζητώντας την απλότητα, λοιπόν, στον τρόπο σκέψης καταρχήν, στη γλώσσα και στο λόγο κατ’ επέκταση, στο ντύσιμο, στον τρόπο ζωής, στην έκφραση, πέφτεις πάνω σε ανθρώπους του χωριού, παππούδες και γιαγιάδες γερασμένους, ζαρωμένους, ρικνούς από το χρόνο και τα προβλήματα, αλλά και τη ζωή εν γένει που τους έμαθε να μην εμπιστεύονται τις απολαύσεις της, γιατί κρύβουν εκπλήξεις, προδοσίες και πίκρες. Βιώσανε άλλωστε ανεβοκατεβάσματα και καταστάσεις του ύψους και του βάθους. Άλλοτε απλόχερα καθημερινές ευτυχίες και άλλοτε ακόμα πιο γενναιόδωρα χρόνιες δυστυχίες.
Κάτι τέτοια συζητάνε οι γιαγιάδες στο μικρό μικρούτσικο χωριό μου των Γρεβενών, με τα είκοσι ταπεινά σπιτάκια καρφιτσωμένα στην πλαγιά του άγριου βουνού, που καθώς τα βλέπεις έχεις την εντύπωση πως θα πέσουν και κρατιούνται με νύχια και με δόντια σαν τα κατσίκια πιο πέρα στα βράχια. Εκεί ο ήλιος είναι καυτερός ως και τον Σεπτέμβρη, αλλά μέχρι νωρίς το απόγευμα. Μετά, πέφτει δροσούλα. Και ψάχνεις μια ζακέτα να ρίξεις στους ηλιοκαμένους σου ώμους.
Τότε οι μαυροφορεμένες γιαγιάδες με το τσεμπέρι στο μαλλί που είναι ντυμένες με μακριά ρούχα ολημερίς, παίρνουνε το καρεκλάκι αγκαζέ και κάθε μέρα στήνονται σε διαφορετική γωνία του μικρού χωριού με μία και μόνο αγωνία: τα νέα της ημέρας: «Ποιος ήρθε στο χωριό σήμερα?», «Ποιανού είναι το κοριτσάκι το καινούργιο που δεν ήτανε χθες στην παρακάτω αλάνα?» και τι φαΐ να κάνουν για αύριο. Το μάτι τους είναι σαν το ραντάρ. Περιστρέφεται τριγύρω και πιάνει ό,τι πετάει. Και τις ακούς σε άπταιστη γρεβενιώτικη προφορά, και σε ρωτάνε με γνήσια αδιάκριτη περιέργεια, και τις αρέσει πολύ και χαίρονται, όταν τις απαντάς χαρτί και καλαμάρι, και γελάνε χωρίς να βάζουνε το χέρι τους στο φαφούτικό τους στόμα, και η ζωή τους είσαι εκείνη την ώρα ΕΣΥ που τις δίνεις σημασία.  Και σε στολίζουν και σε φλομώνουν σε ευχές και κατευόδια...
Στα χέρια έχουνε ακόμη το πλέξιμο, προίκα της Πηνελόπης. Φτιάχνουν σεμέδες που δεν στρώνονται στα λιτά και απέριττα έπιπλα της ΙΚΕΑ, και πετσετάκια που δεν βολεύονται στην plasma-τική τηλεόραση του σαλονιού πια. Αλλά φτιάχνουν. Γιατί η γενιά τους έμαθε μονάχα να δημιουργεί και τα χέρια εκείνα να δουλεύουν.
Και πιο κάτω, στον παλιό τον καφενέ, με την παλιά την πόρτα με λαδομπογιά βαμμένη και με μια κληματαριά σκαρφαλωμένη στην ετοιμόρροπη λαμαρίνα εν είδει σκεπής, στέκονται κάτι αιωνόβιοι με ροδαλά μάγουλα παππούδες που φοράνε στο κατακαλόκαιρο μακριά πουκάμισα με μάλλινη φανέλα από μέσα. Κρατούν την γκλίτσα στο ένα χέρι και με το άλλο σηκώνουν το ποτήρι που ξεχείλισε. Το ποτήρι που ξεχείλισε τσίπουρο και το ποτήρι της πολιτικής που ξεχείλισε σκέτο. Παραπονιούνται για τους πολιτικούς, αλλά και για την πολιτική. Για τους πολίτες και για την πολιτεία. Θυμούνται νοσταλγικά τα δύσκολα χρόνια, τα γεμάτα όμως δουλειά και όρεξη. Τα χρόνια της πείνας, αλλά και της δύναμης. Τα χρόνια των δυσκολιών, αλλά και της συνεργασίας. Τα χρόνια των βασικών ελλείψεων, αλλά και της έντονης και συνάμα ήρεμης ζωής.
Καταδικάζουν τα σημερινά χρόνια των πολυμέσων επικοινωνίας, αλλά απέραντης ασυνεννοησίας. Αποστρέφονται αυτά τα χρόνια της ακαδημαϊκής επιστημοσύνης και επιστημονικοφάνειας, αλλά κοινωνικής απαιδευσίας.  Περιγελούν το άγχος και μνημονεύουν την ανεμελιά.

--------

Δε ζηλεύω πολλά από παλαιότερες γενιές. Πάντα θα στηλιτεύουν το καινούργιο και θα το κοιτούν καχύποπτα. Άλλωστε, με κάποιον τρόπο συνέβαλαν κι εκείνες κάποτε σε μια καταστροφή. Ζηλεύω όμως την απλότητά τους.
 Καθισμένη δυο βήματα πιο κει, παρακολουθώ με τεντωμένα αφτιά τον υπερβάλλοντά τους ζήλο και πιο πολύ την τόσο απλή, αλλά τόσο περιεκτική τους γλώσσα. Χωρίς βερμπαλισμούς και στόμφους. Απογυμνωμένη από περί- και πολύ-πλοκα φθοροποιά στοιχεία της απλής ντοπιολαλιάς, που περιγράφει και αφηγείται παραστατικότατα τα πολιτικά τεκταινόμενα με τρόπο που δεν ξέρει να κάνει κανείς ρητορεύων πολιτικός!!....

...και σκέφτομαι, και βλέπω διακριτικά, και βάζω με τον νου μου...μέχρι που περνούνε από δίπλα μου δυο γιαγιάδες (δεν ξέρω ποια κρατούσε ποια για να μην πέσει) και, ενώ με σκουντάει, μου λέει η μία όσο πιο αδιάκριτα μπορούσε: «Τίνους είσι συ μανά μ’;;;;; Τς Λ’ιν’ίτσας;;;;;» 

Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

Δυο φορές μαμά μου...


Κάποιες αγάπες δεν πεθαίνουνε ποτέ. Ορισμένες αδυναμίες δε λογοδοτούν σε κανέναν. Μερικές αναμνήσεις δεν ξεριζώνονται με τίποτε, δεν μεταναστεύουν. Είναι εκεί πιστές στην τρυφερότητα των παιδικών σου χρόνων, στην αθωότητα μιας ξένοιαστης ηλικίας, όταν μια γυναίκα νοιαζότανε για σένα και σε φρόντιζε, όπως έκανε η μάνα σου, με μεγάλη δόση αυταπάρνησης και αλτρουισμού, τέτοιου που νομίζεις ότι ξεπετάχτηκε μέσα από τα παραμύθια.
Η γυναίκα αυτή είτε έχει αποτυπωθεί στις ελληνικές κάρτ ποστάλ ως γραφική φιγούρα μαυροφορεμένη με το τσεμπέρι στο μαλλί και το πλέξιμο υπό μάλης, είτε συνυφαίνεται με τα παραμύθια γύρω από ένα τζάκι, όπως ξεπηδάει από τις σελίδες ενός παλιού αναγνωστικού, είτε οδηγάει Chevrolet και καπνίζει slim και έχει μανικιούρ ακριβό, αποτελεί αξία ανυπέρβλητη και απαράμιλλη.
Είναι αξία και είναι άξια. Είναι η γιαγιά σου! Και είναι σούπερ να έχεις γιαγιά! Δεν υπάρχει πιο ωραίο πράμα από το να έχεις μια γιαγιά που σε μεγαλώνει. Είναι δυστυχία να μην έχεις γιαγιά.
Συνήθως, γιαγιά την έχουνε πολλά ξαδέρφια ή αδέρφια σου, που είναι επίσης εγγόνια της και τα αγαπάει όλα το ίδιο, αλλά εσύ νομίζεις πως αγαπάει μόνο εσένα.  Και δε σε μαλώνει ποτέ. Δεν είναι σαν τη μαμά που σε βάζει τιμωρία. Όμως, καμιά φορά σου βάζει και τις φωνές. Κι αν σου τις βάζει, αμέσως μετά το ξεχνάει. Αλλά αμέσως όμως. Και είναι και διακριτική. Και είναι...και είναι ...και είναι...
Η δικιά μου η γιαγιά όλο είναι. Δεν ισχύει επάνω της το «δεν είναι». Είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη να μου βάλει να φάω ό,τι θέλω. Είναι ορεξάτη να μου τρίψει την κουρασμένη μου μέση μετά τη δουλειά. Είναι περήφανη, όταν με βλέπει να χορεύω και είναι χαρούμενη, όταν της αγοράσω ένα κολιέ που είναι ψεύτικο αλλά γυαλίζει, γιατί της γιαγιάς μου της αρέσει οτιδήποτε γυαλίζει κι ας ξέρει πως ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός. Αλλά η γιαγιά μου είναι Χρυσή εξ ου και το όνομά της!  Είναι η χρυσή μου η γιαγιά.
Είναι χρυσή, γιατί είναι δουλευταρού και μ’ έμαθε να μη φοβάμαι τη δουλειά. Είναι χρυσή, γιατί είναι νοικοκυρά και πεντακάθαρη. Είναι χρυσή, γιατί κάνει ωραίες πίτες και πλέκει ωραία σεμεδάκια. Είναι χρυσή, γιατί έχει απίστευτη αντίληψη, αν και αυτοσαρκάζεται συνέχεια. Είναι χρυσή, γιατί έχει χιούμορ πολύ. Είναι χρυσή, γιατί η γιαγιά μου είναι ροκ!!!!!!
Και όλες οι γιαγιάδες είναι χρυσές για όλους. Όλοι κρύβουν στην καρδιά τους γλυκές παιδικές αναμνήσεις με τη γιαγιά να στέκεται στα πόδια της. Όλοι αγαπούν τη γιαγιά τους τώρα που μεγάλωσαν και τη βλέπουν ανήμπορη. Όλοι κρυφοκλαίνε, όταν θυμούνται τη γιαγιά τους που πέθανε.
Κι όποιος δε γνώρισε γιαγιά είναι δυο φορές ορφανός...

ΥΓ: μην την ξεχάστε την Κυριακή!

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

@ όπως λένε χ@-σμ@ (γενεών) και e- όπως λένε e-λιθιότης!


       Η μαμά μου φωνάζει επί μονίμου βάσεως τη γιαγιά μου, γιατί η τελευταία δεν ξέρει πώς να χρησιμοποιεί το τηλέφωνο. Λογικό! Η γιαγιά, όταν γεννήθηκε, δεν υπήρχε τηλέφωνο. Εγώ φωνάζω επί μονίμου βάσεως τη μαμά μου, γιατί δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει το διαδίκτυο. Λογικό! Η μαμά, όταν γεννήθηκε, δεν υπήρχε διαδίκτυο!  Εδώ δεν υπήρχε όταν γεννήθηκα εγώ! Και εν πάση περιπτώσει οποία απαίτησις από έναν άνθρωπο που λαχανιασμένος και ασθμαίνοντας τρέχει να προλάβει μία τεχνολογία-δρομέα με ταχύτητα sprinter! Μισή ώρα να υπαγορεύω στη μάνα μου τι? το e-mail μου και να της εξηγώ πως όταν λέμε @, κοινώς “παπάκι”, στην ηλεκτρονική διεύθυνση, δεν εννοούμε αυτό που πάει στην ποταμιά, ούτε εκείνο που βάζουμε στην μπανιέρα, όταν παίρνουμε το μπάνιο μας, αλλά το σύμβολο–δείκτη που υποδηλώνει όχι το ταχυδρομείο των ΕΛΤΑ αλλά του κυβερνοχώρου.
Θα μπορούσα να διηγούμαι ώρες και να καταγράφω εκατοντάδες δείκτες χάσματος γενεών σε θέματα τεχνολογίας, ωστόσο θαρρώ πως θα ήταν ανεξάντλητα, χωρίς σταματημό και ως εκ τούτου δίχως νόημα. Ωραία γελάω κι εσείς κι εγώ με τη μαμά να μην ξέρει το παπάκι, η μαμά με τη γιαγιά να μην ξέρει πώς να πάρει τηλέφωνο, η γιαγιά μου με την προγιαγιά μου να μην ξέρει πώς να ανοίξει την τηλεόραση αλλά αντιστρόφως με φαντάζομαι μπροστά σε ένα γιο χάκερ να σπάει κωδικούς υπολογιστών στο «πι και φι» και σε έναν εγγονό ακόμα πιο χάκερ να πραγματώνει μία πραγματικότητα που για μένα προς το παρόν φαντάζει απλά απραγματοποίητη! Ένα χ@σμ@ που χ@σκει χ@οτικά πάνω από γενεές δεκατέσσερις κι όλοι   Σ@ν χ@νοι να προσπαθούμε να το μειώσουμε. Πλάνη!  
Υπολογιστές, σκληροί, μαλακοί δίσκοι, usb, i-pad, i-pod, i-phone i- και άι και...-θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου- διότι όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν. Αλλάζουν τα επιτεύγματα της τεχνολογίας αλλά όχι η τεχνολογία ως οντότης. Αυτή μένει μεταλλάσσοντας απλά τις επαναστάσεις της. Από τον homo faber  στην βιομηχανική επανάσταση, για να ακολουθήσει η ηλεκτρονική επανάσταση με θύτες, θύματα, τροπές, ανατροπές και αναπόφευκτες ντροπές για όσους μένουν πίσω.
Και δεν μας έφταναν οι οργανικά ή οι λειτουργικά αναλφάβητοι προστέθηκαν και οι ηλεκτρονικά. Δε συνεννοείσαι με αυτόν που δεν ξέρει να γράφει το όνομά του, δε συνεννοείσαι με αυτόν που δεν μπορεί να παρακολουθήσει τις κάθε είδους εξελίξεις, δε συνεννοείσαι  ούτε με αυτόν που κουβαλάει μία e-λιθιότητα! Διότι πρόκειται περί e-λιθιότητος και μάλιστα μεγάλης. Να εξηγείς και να ξαναεξηγείς και ο άλλος να σε κοιτάει σαν χ@νος! Το λες όμως? Δεν το λες! Γιατί αν εγώ το πω στη γιαγιά μου, θα μου απαντήσει πως η γενιά της μπορεί να είναι @χρηστη η δική μου όμως είναι πιο άχρηστη που δεν ξέρει να φτιάχνει μια πίτα και μόνο ετοιματζίδικες  πίτσες ξέρει να αγοράζει από έξω. Και θα ‘χει  και δίκιο. Θα λέει πως η γενιά μου είναι αχαΐρευτη, γιατί δεν μπορεί να διαχειριστεί την κρίση, γιατί δεν μπορεί να ζήσει με τα λίγα, γιατί δεν έμαθε να σέβεται το χειροποίητο, γιατί δεν ξέρει να φτιάχνει κάτι μόνη με τα χέρια της, γιατί είναι σπάταλη και άτσαλη, γιατί μόνο ξοδεύει και δε συμμαζεύει, γιατί μόνο πετάει αλλά δε νογάει, γιατί δε σκέπτεται, δε νοιάζεται, δε σέβεται, γιατί ακυρώνει εύκολα, καταδικάζει ευκολότερα και μετανιώνει πολύ πολύ αργότερα. Και θα αρχίσει να αντιπαρατάσσει καταλόγους ηλιθιότητας έναντι στους δικούς μου καταλόγους e-λιθιότητας, γιατί εγώ περιστρέφω τον κόσμο γύρω από την τεχνολογία και εκείνη γύρω από τη ζωή που δεν έχει μόνο τεχνολογία αλλά και τέχνη: τέχνη είναι η πίτα της, τέχνη τα σεμεδάκια της, τέχνη οι μπλούζες που πλέκει, τέχνη ο λαχανόκηπος στην αυλή, τέχνη ο κήπος με τα λουλούδια της, τέχνη το πεντανόστιμο φαγητό της, τέχνη η γιαγιά με τη σοφία της και κάτσε εσύ κατέβαζε από βιβλιοθήκες τι είπε ο Πλάτων κι ο Επίκουρος φιλοσοφώντας!
Τώρα θυμήθηκα τι μας έλεγαν στο σχολείο στο μάθημα της έκθεσης: ένα κοσκινάκι είναι η παράδοση. Κοσκινίζεις τα γεγονότα, τις καταστάσεις, τα ήθη και τα έθιμα, τις συνήθειες, τον τρόπο ζωής. Ό,τι περάσει από μέσα του, διαιωνίζεται και μένει, ό,τι σκαλώσει στις τρυπίτσες του, πάει...προορίζεται για το μουσείο. Και οι σπιτικές οι πίτες της γιαγιάς δεν πήγαν ακόμη στο μουσείο, ούτε ο λαχανόκηπός της, ούτε τα μυστικά της, ούτε η σοφία της...αυτή δε θα πάει ποτέ. Θα υπάρχει και θα αιωρείται σαν τιμωρός στην ατμόσφαιρα για να σου θυμίζει πως το χάσμα μειώνεται με τη γενιά της καθώς μεγαλώνεις αλλά αυξάνει με την επόμενη γενιά που ξιπασμένη κι εκείνη θα σου κοτσάρει επιδεικτικά στη μούρη τις γνώσεις της για τα νέα επιτεύγματα της τεχνολογίας!!Α ρε πλάνη! Γνώσεις? Ποιες γνώσεις? Χειρισμούς ήθελα να πω. 
Διότι άλλο να χειρίζεσαι την τεχνολογία και άλλο να γνωρίζεις την τέχνη της πίτας!