Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φωλίτσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φωλίτσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

Μια νύχτα επισκέφθηκα το σπίτι MOY!

«Κάθε φορά μπαινοβγαίνεις σαν κλέφτης», «Εμείς δε σε βλέπουμε ποτέ», «Όλο οι άλλοι έχουνε προτεραιότητα» «θα μας χάσεις και τότε θα μας αναζητάς»… Αυτά είναι λίγα από τα παράπονα της δικής μου μάνας όλα αυτά τα χρόνια από τότε που «έφυγα» από το σπίτι. Πρόσθεσε κι άλλα αν θες, με βάση τα όσα λέει η δική σου! Κι αυτή της η επιμονή, να υπενθυμίζει μονίμως την επικείμενή της  απώλεια από τη ζωή (σου), που είναι τόσο φυσική αλλά τόσο απάνθρωπη,  σου την περνάει σαν εμμονή, χειριστή των κινήσεών σου, πυξίδα των αποφάσεών σου.
        Απογαλακτίζεσαι νωρίς (θες να πιστεύεις!), ανοίγεις τα φτερά σου, φεύγεις, μα δε βρίσκεις ποτέ τη δύναμη να πας μακριά. Δεν τολμάς να ξεμυτίσεις, ξαναγυρίζεις. Κι αν δεν γυρίσεις, το νου σου θα τον έχεις πάντα εκεί, κοντά σ’ αυτήν που σε γέννησε, σε ανάθρεψε, σε λάτρεψε όσο κανείς, κι ας διεκδικεί ο έρωτας της ζωής σου τα πρωτεία στη λατρεία!
Παίρνοντας το δισάκι μου στον ώμο, μαζί με την οδοντόβουρτσα, τις πυτζάμες και μια λαχτάρα να φωλιάσω στο παιδικό μου το κρεβάτι-σημειολογικό άλλοθι περί (δήθεν) αποκοπής του ομφάλιου λώρου απαρνήθηκα το δικό μου σπίτι, και «επισκέφθηκα  νυχτερινώς» το σπίτι των γονιών μου: λίγο από τάσεις αλλαγής, λίγο από τάσεις ενοχής, πολύ από νοσταλγία και επιδιωκόμενη ευτυχία, τρύπωσα στο πατρικό  μου και καταχώνιασα στο δωμάτιό μου που ήταν σε κατάσταση όπως την είχα απαιτήσει: εκεί καταλαβαίνεις ότι οι μάνες έχουν ένα τέτοιο και τόσο  διαστροφικό ίδιον: να υποτάσσονται εκουσίως και ασμένως σε όποια παράλογη και ατίθαση επιθυμία, εκπεφρασμένη ή μη, έχεις ως παιδί της! Θα λιώσουν, θα φέρουν τα πάνω κάτω, θα στερηθούν, θα παρακάμψουν το «εγώ» και το «υπερεγώ» τους προκειμένου να υπηρετήσουν τα «θέλω» και τα «απαιτώ» σου.
 Όπερ και εγένετο! Η σόμπα αναμμένη, το μονό κρεβάτι μου στρωμένο, σαν φωλίτσα, όπως μας έλεγε όταν ήμασταν μικρά, και φυσικά ο φυσικός χυμός στυμμένος, το έπαθλό σου, μια προσφορά της ικανοποίησης της, όταν σε βλέπει να διαβάζεις και να την υπακούς.
Μα η κούραση με πρόδωσε. Δε μ’ άφησε να «έχω τα μάτια μου ανοιχτά», να παρατηρώ καθετί που έκανε, που έλεγε, που τραγουδούσε και να το τυπώνω, να το αποτυπώνω, να το εξετάζω και να το υιοθετώ. Κοιμήθηκα! Από υπερφίαλη δόξα ότι ό,τι ήταν να μάθω το έμαθα? Από φυσιολογική της ηλικίας μου τάση να κρίνω και να απορρίπτω? Από πεποίθηση πως ξέρω πολλά, δε θέλω άλλα? Από απλή εξάντληση των δυνάμεων που με εγκατέλειπαν κατά την κατάκλιση? Δεν έχει και πολλή σημασία. Κοιμήθηκα!
Και η επόμενη μέρα με βρήκε σε στάση εμβρυακή, κουλουριασμένη σαν στον αμνιακό μου σάκο, πάνω σε ένα κρεβάτι και ένα δωμάτιο κρύο που δεν έμοιαζε σε τίποτε το δωμάτιο της περασμένης νύχτας! Ήταν γιατί η σόμπα είχε πια σβήσει, σκέφτηκα αρχικά! Αλλά έπεσα έξω: ήταν γιατί η μαμά είχε φύγει στη δουλειά, τελικά!
Και το σπίτι κρύωσε…
Καλημέρα Μαμά!