Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διαδρομή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διαδρομή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Τα λέμε...!!!

«Ναι ναι! Θα τηλεφωνηθούμε»...»Κάποια άλλη στιγμή, τώρα ξέρεις πώς είναι...Δουλειές, τρεχάματα, υποχρεώσεις» «Ναι ναι, θα σε πάρω μόλις ξελασκάρω», «Θα το κανονίσουμε»... «Από την άλλη βδομάδα πιστεύω να είναι καλύτερα τα πράγματα» ... «Ναι μωρέ κι εγώ τρέχω...τρέχω...τρέχω...»
Εγώ τρέχω, εσύ τρέχεις, αυτή τρέχει. Εμείς τρέχουμε ΚΑΙ εσείς τρέχετε, αυτοί τρέχουν επίσης! Προς τα πού πάτε βρε παιδιά? Δεν μπορεί! Όλο και κάποιοι μεταξύ μας -τόσοι είμαστε- όλο και κάποιοι θα τρέχουμε προς την ίδια φορά, μια φορά τουλάχιστον! Θα κάνουμε την ίδια διαδρομή. Να πάρουμε το ίδιο τρένο, το ίδιο αεροπλάνο, την ίδια άμαξα, έτσι, για παρέα. Συνοδοιπόροι στη διαδρομή της ζωής. Τόσα μέσα ΜΑΖΙΚΗΣ μεταφοράς κυκλοφορούν! Δεν είναι κρίμα να  είσαι μόνος σου σε αυτό το ταξίδι?
Ε? Απάντησέ μου! Τώρα! Εγώ τώρα σε θέλω. Σε πήρα τηλέφωνο τώρα. Σου έστειλα γράμμα, e-mail, μήνυμα, σου χτύπησα την πόρτα, σε φώναξα. Τώρα! Βέβαια από ό,τι βλέπω, δεν εδέησες καν να μου απαντήσεις! Θα έχεις δουλειές ε? Θα τρέχεις! Ενώ εγώ η αργόσχολη, μονίμως στέλνω μηνύματα, διότι δεν ξέρω πώς να σκοτώσω το χρόνο μου! Ή είσαι από αυτούς που δεν απαντούν σε μηνύματα γιατί τα βαριούνται? Ναι μωρέ, ξέρω! Προτιμάς τα τηλεφωνήματα. Αλλά όχι τώρα, γιατί είπαμε, έχεις τρεχάματα!
Η ζωή όμως, λένε οι κακές γλώσσες, έχει μόνο παρόν. Πώς θα αφηγείσαι το παρελθόν σου, αν δε ζήσεις ΤΩΡΑ? Οι αναμνήσεις σου στο μέλλον θα είναι στραγγισμένες από παρόν αλλά γεμάτες από απωθημένα. Από δήθεν απωθημένα! Γιατί αν ήθελες.... αν ήθελες, θα ήσουνα ΤΩΡΑ εδώ, μαζί μου... Εν τω μεταξύ δεν ξέρω αν σου το ‘πα: δεν τα πάω καλά και με τις αναβολές πια. Χωρίσαμε. Πήραμε διαζύγιο. Εσείς ακόμα μαζί ε? Μπανάλ!
Μάλλον είναι η πραγματική σου επιθυμία! Οι πράξεις μετράνε. Τα λόγια πετάνε. Το είπανε και οι Λατίνοι πρώτοι! Κι αφού δε θες να τα πούμε καλέ... τι με πιλατεύεις? Δε θες να με δεις. Δε σου λείπω. Δε μ’ έχεις ανάγκη. Μπορείς και μόνος σου. Ναι. Μπορείς! Και κρατάς δίπλα σου μοναχά αυτούς που σε κάνουν να νιώθεις ασφαλής. Αυτοί είναι οι άνθρωποί σου. Εγώ όχι. Εγώ είμαι, ότε, αν, άμα, όταν, εφόσον ΤΥΧΕΙ και βολέψει μία ευχάριστη σύμπτωση στη ζωή σου, που μ’ έφερε στο διάβα σου κάποια τυχαία συγκυρία. Γι’ αυτό δε με αποζητάς, γι’ αυτό δε με επιθυμείς, δε μου τηλεφωνείς, δεν απαντάς στα μηνύματά μου, γι’ αυτό δε επιδιώκεις να πιούμε έναν καφέ, να με αγγίξεις, να με ακούσεις. Μπορείς και μόνος σου.
Κι εγώ  μπορώ! Μόνος μου. Μόνη. Άσ’ το. Μιαν άλλη φορά. Αλλά δεν ξέρω αν στο ‘πα: από το λίγο, το κάπου, κάπως, κάποτε, το όταν βολέψει, προτιμώ το καθόλου, το μπορώ και μόνος μου, το με αυτούς που πραγματικά με θέλουν, με ψάχνουν και τους ψάχνω, με αυτούς που θέλω. Δε θέλω τον πολλά υποσχόμενα λόγο σου, την ακριβοθώρητη παρουσία σου στη ζωή μου. Θα ήθελα τη ματιά σου, τη ζεστασιά και την αγκαλιά σου σε ένα καφέ, στον καναπέ του σπιτιού μου, συμποδηλάτη μου στην παραλία. Αλλά κι έτσι καλά είναι. Μη μου υπόσχεσαι. Άλλωστε «Θέλει μη λόγο ο λόγος για ν’ ακουστεί» διάβασα κάποτε. Και είχε δίκιο η συγγραφέας. Θα τα πω με τον εαυτό μου, με κάποιον που θέλει και ξέρει να με ακούει. Να αφουγκράζεται τις σκέψεις μου...
Θα μείνω μόνη, με τις σκέψεις μου, τις ψεύτικες τις υποσχέσεις σου, μα δε θα τις λάβω τοις μετρητοίς.
Θα αφήσω κι εγώ να συνωμοτήσουν οι συμπτώσεις μας στο βάθος του αθέατου χρόνου.
 Θα είμαι παρατηρητής στη βιαστική ζωή μας!
 Θα διαλέξω μια θέση πανοπτική, απ’ τον εξώστη, και θα παρακολουθώ, σαν ένας μικρός θεός τους ανθρώπους που τους ξεγέλασε η ζωή και είναι σίγουροι πως από βδομάδα «θα ‘ναι πιο χαλαροί».
Τι αφελείς που είμαστε οι άνθρωποι! Απουσιάζουμε από το βίωμά μας το πήρες χαμπάρι? Ποιο συμβόλαιο σου εξασφάλισε πως θα έχεις «άλλη εβδομάδα»? Να το υπογράψω κι εγώ!
Δε θα σε ξαναενοχλήσω. Δε θα σου ξαναζητήσω ποτέ να βγούμε. Κι ούτε θα περιμένω πια. Προτιμώ τα αναπάντεχα και τα απρογραμμάτιστα. Αν μπορείς, έλα τώρα. Αλλιώς έχει ο Θεός. Και μη μου κάνεις ξανά παράπονα «Πού χάθηκες και τέτοιες βλακείες!».
Και μετά με ρωτάς: «Πόσο μ’ αγαπάς? Από πού μέχρι πού?»
 «Μα από μένα μέχρι εσένα φυσικά!»
«Μόνο τόσο?» με ρωτάς!
«Γιατί μόνο? Αφού η απόσταση που δημιουργήθηκε μεταξύ μας είναι πια πολύ μεγάλη!!»
Τα λέμε...





Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

τρεΝοκομείο!!

Αναχώρηση 7.38, άφιξη 8.59. Πάντα μου έκαναν εντύπωση αυτές οι ακρίβειες στους πίνακες του Σταθμού. Τόση ακρίβεια σαν να πρόκειται για ωρολογιακή βόμβα. Χωρίς δευτερόλεπτο καθυστέρησης θα είσαι στην ώρα σου στον ποθητό προορισμό σου…
Τουτ τούούούούτ!! Άφιξις: ο κόσμος σωρηδόν και αγουροξυπνημένος, με μάτια που με προσπάθεια διεκδικούν την εγρήγορση στην ανατολή της ημέρας ανεβαίνει στην αμαξοστοιχία 734 με προορισμό τη Θεσσαλονίκη. Διαλέγω μία θέση δίπλα στο παράθυρο και μάλιστα με μέτωπο αντίθετα από τη φορά του τρένου. Πάντα μου άρεσε αυτό του το προνόμιο έναντι των άλλων μεταφορικών μέσων: «ό,τι αφήνεις πίσω σου, να το χάνεις με προοπτική στο βάθος του οπτικού σου πεδίου σιγά-σιγά»! Η οικεία μου ηδονική διαστροφή: «Οτιδήποτε αφήνω πίσω μου, να μη του γυρίζω ποτέ πλάτη». Διπλωματία ή  Αδυναμία? Αλχημεία! Κράμα λογικής και ψυχής! Παιδικής ψυχής και ψυχρής λογικής συνάμα!
Και το τρένο ξεκινάει στην ώρα του! Αναχώρησις: 7.48 αρχίζει να τρέχει πάνω στις ράγες! Τς τς! Όχι! Δεν είναι έτσι: όταν ήμουν μικρή, μέναμε σε ένα σπίτι απέναντι από το σταθμό. Τότε καθόμουνα στο παράθυρο του σπιτιού μου και έβλεπα από το τζάμι τα τρένα που φεύγανε. Τώρα, κάθομαι στο παράθυρο του   τρένου και βλέπω από το τζάμι τα σπίτια που φεύγουν: η οπτική αλλάζει. Μαζί της και η προοπτική…
Ένας κύριος, συμπαθητικός και γελαστούλης κάθεται στην απέναντι θέση και μου μιλάει όλη την ώρα: λέει πολλά και άσχετα μεταξύ τους πράγματα. Είναι ολοφάνερο ότι θέλει παρέα. Αλλά εσύύύύ… κυρία! Δε συνεχίζεις καμία από τις συζητήσεις που σου ανοίγει. Μόνο κουνάς από ευγένεια το κεφάλι, κάνεις πως συμφωνείς και αναρωτιέσαι και απορείς πού βρίσκει την όρεξη! Δείχνεις ότι ψιλοενοχλείσαι  και για να τον διακόψεις, βγάζεις από την τσάντα σου εκείνο το βιβλίο-τηλεφωνικό κατάλογο των 717 σελίδων που το βασανίζεις σε κάθε σου ταξίδι το τελευταίο τετράμηνο και δε λες να το τελειώσεις. Και διάλεξες όλως τυχαίως τη σημερινή μέρα. Καλά να πάθεις, όταν διαπιστώνεις πως οι άνθρωποι ψυχραίνονται μεταξύ τους. Εσύ διαλέγεις το πώς θα τους διαχειριστείς.
«Εισ’τήριαααα!!» Άλλη γνωστή φατσούλα: ο κυριούλης με το γνωστό γεισοειδές καπελάκι ΤΡΕΝΟΣΕ και το επίσης γνωστό μαραφέτι ανά χείρας που ακυρώνει τα «ει’στήριαααα»… Πολύ μου έκανε εντύπωση πάντοτε αυτό το πραγματάκι που είναι ένα υβριδικό αντικειμενάκι μεταξύ περφορατέρ και συρραπτικού! Το ότι δεν σχίζανε τα εισιτήρια απλώς για να τα ακυρώσουν, όπως οι ελεγκτές στα λεωφορεία, έδινε μια επισημότητα! Αλλά μάλλον το θέμα ήτανε πρακτικό, διότι τα «ει’στήριαααα» παλιά ήτανε πολύ σκληρά, από χαρτόνι. Σήμερα βγαίνουν από υπολογιστή και τα αντικειμενάκια αυτά, φαίνεται, τους έμειναν προίκα! Για να μην τα πετάξουν επομένως τα χρησιμοποιούν. Ή μήπως από συνήθεια? Τέλος πάντων τι σημασία έχει! Το θέμα είναι ότι αποτελούν τα σήματα κατατεθέντα του τρένου!
Ο κύριος ελεγκτής φεύγει και τα σπίτια έξω από το τρένο εξακολουθούν να τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα. Διαδέχονται το ένα το άλλο στο δευτερόλεπτο. Δίνουν τη θέση τους σε χωράφια, σε ποτάμια, σε εκτάσεις σκεπασμένες με πάχνη και σε μια ηρεμία-κατάσκοπο των χωριών που δεν έχει καν ο χάρτης. Τα ονόματά τους, δηλωτικά του «είναι» τους: «Ξεχασμένη» (…από το Θεό), «Μέση» (…του πουθενά), «Άδενδρο» (χωρίς λόγια!). Βρέθηκε ο καλός ΟΣΕ δλδ και έδωσε νόημα και κόσμο στην οντότητά τους.
Και μετά τα γνωστά χαρακτηριστικά κίτρινα παραδοσιακά σπιτάκια, από τα λίγα παραδοσιακά πράγματα αυτού του τόπου που αξιωθήκαμε να τα μετατρέψουμε σε κιτρινωπά νεκροταφεία με σάπια παντζούρια και θρυμματισμένα τζάμια! Αχάριστη Ελλάς!
Και τσαφ τσουφ, τσαφ τσουφ το τρένο πήγαινε: σε κάθε σταθμό αποβίβαζε ελάχιστους, επιβίβαζε πάμπολλους: ανθρώπους της δουλειάς, του μεροκάματου, φοιτητές, κυρίες και κυρίους που θα κατέβαιναν στα νοσοκομεία της πόλης και θα επισκέπτονταν γιατρούς αλλά και ζητιάνους που σε στόλιζαν με απίστευτα ευρηματικές ευχές προκειμένου να σου αποσπάσουν ένα κέρμα, άπλυτους λαθρέμπορους που σου πουλούσαν από τσάντες μαϊμούδες μέχρι φωτιζόμενους αναπτήρες, τσιγγανάκια ξυπόλυτα που διεκδικούσαν τον οβολό σου και πλανόδιους ερασιτέχνες μουζικάνηδες που πατούσαν μηχανικά τα πλήκτρα ενός βρόμικου και σπασμένου ακορντεόν.
Η ησυχία η πρωινή έδωσε ταχέως τη θέση της σε μια χωρίς προηγούμενο οχλοβοή! Τα αγουροξυπνημένα προσωπάκια δεν υπήρχαν πια. Ο κυριούλης απέναντί μου βρήκε τη συντροφιά και ως εκ τούτου τη σημασία  που έψαχνε από την «εμαυτού Μεγαλειότητα», κάποια κυρία επεδίωξε να μάθει όλο το βαγόνι πόσα λεφτά χρωστάει στη ΔΕΗ από την τηλε-φωνική συνομιλία που είχε με την κόρη της και την τηλε-φονική για τα αφτιά των υπολοίπων συνεπιβατών της, ενώ μια άλλη πιο πέρα, κυρία επίσης, έτρωγε και μιλούσε ταυτόχρονα! Πώς ακριβώς το έκανε θα σας γελάσω. Το τι προέκυψε για τον κύριο που καθόταν απέναντί της το φαντάζεστε!
Ώρα 9.13! Άφιξις! Γιατί δεν είμαι εδώ από τις 8.59 που μου υποσχέθηκε εκείνο το γνωστό ταμπλό-ωρολογιακή βόμβα  που πάντα με ενθουσίαζε η ακρίβειά του? Σαν να ζητάς πολλά! Έγινες κι εσύ ένα παράλογο κορίτσι σε απαιτήσεις… Είσαι ΤρεΝοκόριτσο!
Άκου τη μεγάλη αοιδό και λογικέψου (ει δυνατόν!): σε ένα exress είσαι κι εσύ....
 
 Φτιάξε το ταξίδι σου εύμορφο!!!

Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2010

Θα σας «σύρω» τα εξ αμάξης…

Μοιράζομαι σ’  Ανατολή και Δύση, ανήκω και στις δυο και σε καμιά…
Δεν ξέρω γιατί μου αρέσει πολύ αυτό το τραγούδι, αφού με μελαγχολεί όταν το ακούω. Θαρρώ όμως πως ο εαυτός μας επιδιώκει ενίοτε την μελαγχολία για εξαγνισμό, για κάθαρση, για ανάταση… Μου αρέσει επειδή με εκφράζει, επειδή δε βρίσκω τρόπο να περιγράψω αλλιώς τη ζωή μου. Κάθε που μπαίνω στο αυτοκίνητο για να μετακινηθώ από την πόλη στο χωριό και vice versa, νιώθω τα ίδια συναισθήματα, βλέπω τα ίδια πράγματα, ακολουθώ την ίδια διαδρομή, κάνω τις ίδιες σκέψεις (νομίζω). Το σκηνικό επαναλαμβάνεται, τα μοτίβα των διαδρομών το ίδιο, οι σκέψεις όμως? Ίδιες κι αυτές? Τα ίδια σκηνικά με κάνουν να σκέφτομαι κάθε φορά άλλα. Διαφορετικά μοτίβα μου προκαλούν τις ίδιες σκέψεις. Νομοτέλεια, αφέλεια, γιατί όχι ψυχεδέλεια.
ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΠΡΩΤΗ
Τακτοποιώ τις εμπειρίες του Σαββατοκύριακου στη βαλίτσα. Δεν ξεχνώ να βάλω στη χειραποσκευή τη μελαγχολία της Δευτέρας, ενώ στο  sac voyage στρίμωξα με τα πέντε ζευγάρια παπούτσια την ωραιοπάθεια που μου χαρίζουν τα faux bijoux. Το port baggage έφερε εις πέρας την αποστολή του: επιβίβασε τις αναμνήσεις της αστικής μου ξεγνοιασιάς . Το κλειδί γυρίζει στη μίζα…. Κι ο Πλιάτσικας από το ράδιο συνωμοτεί με το σκοτάδι του μυαλού μου και μου τραγουδάει σιγοψιθυριστά  ό,τι έχω χωμένο στο κέντρο του εγκεφάλου μου:
Είναι η πόλη μας τώρα πια φάντασμα
Μοιάζει με πίνακα που έχει ξεβάψει
Κι έχει απομείνει μονάχα η θάλασσα
Να μου θυμίζει ότι έχω ξεχάσει
Έτσι κοιτάζω την πόλη που αγάπησα
Όταν σε είχα σε αυτή συναντήσει
Έτσι κοιτάζω την πόλη που άφησα


Όταν στην άβυσσο μ είχες αφήσει...
Κλείνω τα μάτια και βλέπω το αύριο
Κι είναι ένα αύριο δίχως εικόνες
Ίσως να ζει η αγάπη μεθαύριο
Ίσως περάσουν κι αυτοί οι χειμώνες…
Τα κατάφερε ο Φίλιππος να με βουρκώσει. Δίχως γιατί… τώρα μέσα από το πρίσμα των δακρύων βλέπω πιο θολό το τοπίο. Για λίγο όμως… Τα δάκρυα ξεπλένουν την ψυχή μου. Γι’ αυτό «Κλάψε!», λέω στον εαυτό μου, «Δίχως ενοχές!»
        Το φανάρι έχει κίνηση. Με έχουν πιάσει δύο στη σειρά. Στο τρίτο περνάω με βαθύ πορτοκαλί. Περνάνε άλλα τρία αυτοκίνητα πίσω μου! Όλοι βιάζονται… Κι εγώ κι αυτοί! Γιατί? Τι έχουμε να προλάβουμε άραγε? Η ζωή σε περιμένει ούτως ή άλλως, όσο κι αν καθυστερήσεις, στο φανάρι, στην κίνηση, κολλημένος πίσω από καμία νταλίκα που πάει πολύ αργά…. Εκεί θα είναι η ζωή! Δε φεύγει! Είτε πας δέκα λεπτά νωρίτερα είτε δέκα λεπτά αργότερα! Πώς? Τρέχεις να προλάβεις το τρένο, γιατί αλλιώς θα το χάσεις? Μα αφού έχει ένα άλλο μετά! Και ίσως μέσα σε αυτό να συναντήσεις κάποιον που δε θα συναντούσες, αν προλάβαινες το προηγούμενο… Ξέρεις πόσες φορές μου ‘χει τύχει?
        Εσύ κύριε με το Mercedes γιατί κορνάρεις και ανάβεις να φώτα στους μπροστινούς σου πάνω στην περιφερειακή? Τι θες ? Να προλάβεις να δεις αν ανοίγουν οι αερόσακοι σε πρόσκρουση με μεγάλη ταχύτητα για να νιώσεις ότι δεν πήγαν στράφι τα πολλά λεφτά που έδωσες? Κι αν η Mercedes διαψεύσει τις προσδοκίες σου? Αν σε προδώσει και στερήσεις τον πατέρα του κοριτσιού ο οποίος προπορεύεται ανυποψίαστος των βιαστικών, με ή χωρίς λόγο, προθέσεών σου? Ρώτησες το κοριτσάκι αν θέλει να μείνει ορφανό από την επιδειξιομανία της τσέπης και του οδηγικού σου ταλέντου που μπορεί να αποδειχθεί fake?
        Το μάτι φεύγει στις  τεράστιες πινακίδες που μου υποδεικνύουν έναν άλλον κόσμο εκεί έξω…  Δεξιά προς Χαλκιδική και ζωγραφίζω πάνω της καραβάκια, αμμουδιές και αλμυρά βράχια με αρμυρίκια… Αριστερά  για Καβάλα, Σέρρες και Κατερίνη και Αθήνα! Έχω φωτογραφίες στο κάστρο της Καβάλας, χάθηκα πολλάκις στους μονοδρόμους της Κατερίνης, στις Σέρρες έχω φίλους που πεθύμησα πολύ. Κι εσύ Αθήνα, συγκεντρωτική, μου στερείς όποιους αγάπησα περισσότερο από κάθε τι άλλο! Αχόρταγη! Δε σε χωνεύω!
Δεξιά η κλινική Genesis: Χαρές που κάνουν άραγε οι νέοι γονείς! Αυτά τα παιδάκια όμως γιατί δεν τα ρωτάνε ποτέ, αν θέλουν να έρθουν σε αυτό τον κόσμο και να ζήσουν με όρους αλλονών σε μια κατά τα άλλα δημοκρατική ζωή?
        Ένα παππούς οδηγός μου κλείνει το δρόμο. Πηγαίνει με 60 στην αριστερή λωρίδα! Θέλω να του πω «Παππού κάθισε σπίτι σου! Φτάνει! Δεν το’ χεις πια!»… και με διακόπτει μία απορία: Πόσο εύκολο είναι να αποδεχθείς την ηλικία αυτή με τόσα παρελκόμενα? Αφού για να ζεις πρέπει να κάνεις όσα έκανες  παλιά κι άλλα τόσα…  Αισθάνομαι πως  οι σκέψεις μας επικοινωνούν και πως μου απάντησε κιόλας: «Κόρη μου, εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα ‘ρθεις». Εντάξει παππού, τα ‘πες όλα… αν και δεν είμαι τόσο αισιόδοξη πως θα φτάσω στην ηλικία σου…. για τα δεδομένα της εποχής εσύ έχεις ξεφύγει πέρα από τα όρια τα ηλικιακά του προσδόκιμου της γενιάς μου!
        Στρατιωτικό νοσοκομείο 424. Πιο δίπλα Νοσοκομείο Παπαγεωργίου. Κι εδώ απορία: Πόσοι άραγε άνθρωποι έχουν αφήσει τη ζωή στα χέρια χειρουργών? Πόσοι πονούν και πόσοι αγωνιούν σε θαλάμους αναμονής έξω από χειρουργεία πίσω από τους τοίχους αυτών των κτιρίων?  Δεν μου απαντάει κανείς. Η στροφή μπροστά μου είναι επικίνδυνη… τα κτίρια του ΤΙΤΑΝ με τρομάζουν. Μεγάλη εταιρεία: πολλές οικογένειες τρέφει. Είναι όμως  και πολύ γενναιόδωρη σε νέφος, όπως προδίδουν τα φουγάρα της… Πιάνω ευθεία! Βαριέμαι τους ευθείς δρόμους!  Αλλά και οι στροφές είναι επικίνδυνες. Δεν ξέρεις αν γλιστρούν, αν θα σε πετάξουν εκτός οι φυγόκεντρες, αν ο απέναντι προσπερνά ως βλαξ τον μπροστινό του.  Δε μ’ αρέσουν οι ευθείες. Ο  Gaudi δεν έφτιαξε ούτε μια ευθεία, γιατί η φύση δεν έχει καμιά και πουθενά. Μ’ αρέσει ο Gaudi. Πετάγομαι στη Βαρκελώνη του 2007. Ξαφνικό, απροσχεδίαστο το ταξίδι μου εκείνο. Αλλά αξέχαστο! Επανέρχομαι στην ευθεία του δρόμου: το αποφάσισα: Δεν μου αρέσουν οι ευθείες… μόνο οι ευθείς άνθρωποι. Αλλά κι αυτοί χρειάζεται κάπου κάπου να κρατούν τα προσχήματα. Αυτό δε λέγεται έλλειψη ευθύτητας ή προσποίηση αλλά διακριτικότητα!
Δεξιά κι αριστερά με διακόπτουν οι εταιρείες, οι εκθέσεις, τα  εμπορεύματα. Αποθήκες! Τι αποθηκεύει ο κόσμος? Σύρμα για μπάλες φυτών!!!! Μία ολόκληρη αποθήκη για σύρμα! Ούτε που θα μου περνούσε ποτέ αυτό από το μυαλό ως επάγγελμα: «εμπορία σύρματος για μπάλες φυτών»! Σωστά! Κάποιος πρέπει να το κάνει κι αυτό για να έχουμε εμείς το ψωμί στο τραπέζι το μεσημέρι… 
Στροφή! Έξοδος από περιφερειακή.. Σίνδος, βιομηχανίες, φορτηγά, εργοστάσια, εργοτάξια, κτίρια-νεκροταφεία, αλλοτινές εμπορικές και βιομηχανικές δόξες, ένα πανό τεράστιο διαλαλεί την κρίση και μου θυμίζει τον ξεπεσμό της χώρας μου! Μου υπόσχεται 70% έκπτωση σε έπιπλα! Κι αυτός ο έμπορος τι θα βγάλει? Θα βγάλει ούτως ή άλλως? Άρα έβγαζε +70% από αυτό που βγάζει τώρα? Ξεπουλάει την αλλοτινή και ακριβή του φήμη, ζητιανεύει την πάλαι ποτέ του φιγούρα μεταξύ εφάμιλλων εμπορικών καταστημάτων! Τώρα το κράτος τον τσακίζει, τον πατάει στο κεφάλι κι αυτός προσπαθεί να το σηκώσει. Υποκλίνεται στον πελάτη που περνάει την πόρτα του και του «χαρίζει». Πριν λίγο όμως «δεν χαριζότανε» σε κανέναν. Κατακλείδα: «όλα εδώ πληρώνονται». Περίοδος παχιών αγελάδων τέλος!
Μπαινοβγαίνω σε χωριά. Άλλοι ρυθμοί: τα παιδιά παίζουν στις αυλές, παλεύουν στα χώματα. Οι γειτόνισσες πίνουν καφέ στη βεράντα. Ένας κύριος μετακινείται από το σπίτι ως το καφενείο με το τρακτέρ… Αυτό έχει, αυτό εμπιστεύεται!
Παλαιά και Νέα Πέλλα: ένας τόπος με ΙΣΤΟΡΙΑ! Ποιοι ανεγκέφαλοι διεκδικούν την πατρότητα της? Με ποια πειθώ? Της ξεφτισμένης ή της κλεμμένης τους ιστορίας? Τόσοι λόφοι μάρτυρες, μαρτυρικοί καταθέτες αφ’ εαυτών! Φωνάζουν από μόνοι τους! Μα δεν ακούει κανείς? Το χώμα αυτό που τρέχει κάτω από τις ρόδες του αυτοκινήτου μου ποιος στρατηλάτης το ‘στρωσε στα βάθη των αιώνων? Για ανάτρεξε στις σελίδες της ιστορίας!
Κι ο δρόμος χάνεται μέσα στις φυλλωσιές του δρόμου… Μυρίζει χώμα, μυρίζει δροσιά, μυρίζει γρασίδι. Μακεδονία τόπος ευλογημένος! Πλούτος, γη, καρποί, πράσινο, νερό. Όλα τους συστατικά ευφορίας, ζωής, εξασφάλισης του «ρτου μν το πιούσιου»! Πλησιάζω στο δικό μου χωριό. Εφοδιάζομαι με ενέργεια. Μπαίνω στο χώρο εργασίας! Οι σκέψεις μου θα ενεργοποιήσουν τις δυνάμεις μου, οι εμπειρίες του Σαββατοκύριακου θα μετουσιωθούν σε θεωρίες περί μαθημάτων ζωής, το μυαλό μου πρέπει να συγκεντρωθεί στη δουλειά μου και η ψυχή μου να ενταφιαστεί στο χωριό: εδώ που είναι η μάνα μου, εδώ που είναι τα «παιδιά» μου, εδώ που είναι η οικογένειά μου…
Σε λίγες μέρες θα επιστρέψω πάλι στην πόλη κουβαλώντας από δω προς τα κει πια (πού είναι το εδώ και πού το εκεί?) μέσα στη βαλίτσα τις εμπειρίες ως αναμνήσεις, τη μελαγχολία στη θέα της μάνας μου, όταν με ξεπροβοδεί και το γεμάτο από εργατικότητα και κούραση πενθήμερο ως χειραποσκευή… Θα κάνω την ίδια διαδρομή αντιστρόφως:
ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
 θα αφήσω τα χωριά με την ανεμελιά, τα χωράφια του πλούτου, τους ιστορικούς μακεδονικούς λοφίσκους της Πέλλας και θα προχωρήσω προς τους εμπόρους των «ισχνών πια αγελάδων», τις συρματαποθήκες, τις βαρετές ευθείες, το ΤΙΤΑΝ, τις επικίνδυνες στροφές, τους επόμενους ασθενείς, τα καινούργια νεογέννητα, κάποιον άλλο «αργόστροφο διαδρομικώς» παππού, έναν άλλο βιαστικό οδηγό που περνάει με κόκκινο ή κάνει σινιάλο στον μπροστινό του για να παραμερίσει, θα ξαναδιαβάσω αντιστρόφως τις ταμπέλες για να πάω πρώτα στην αφιλόξενη Αθήνα, μετά στις Σέρρες, μετά στην Κατερίνη, στην Καβάλα και τέλος στη Χαλκιδική. Θα με ξαναπιάσει το κόκκινο φανάρι. Τελικά όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν! Και μόλις παρκάρω στην πυλωτή, πριν σβήσω το αυτοκίνητο θα προσέξω ότι στο ράδιο παίζει πάλι Πλιάτσικας αλλά αυτή τη φόρα άλλα μου τραγουδάει:
''Θέλω να τρέξω, να πετάξω, να χαθώ
όμως φοβάμαι τι θα γίνει αν γυρίσω
Τον εαυτό μου να γελάσω προσπαθώ
μα κάπου μέσα μου βαθιά δεν θα τον πείσω
Είναι ωραία η θάλασσα γιατί κινείται πάντα
κι αν έχεις βρει πολλές στεριές καμία δεν σ' αράζει
δώσ' μου για φιλοδώρημα τραγούδι μέχρι πάντα
είναι ωραία η θάλασσα γιατί με ΜΕΝΑ μοιάζει