Η μία ελιά από τις δύο που είχα στο μπαλκόνι μου πέθανε. Για την ακρίβεια την πέθανα με τον μοναδικό τρόπο που ξέρω να σκοτώνω τα φυτά. Η δεύτερη βρίσκεται σε πολύ καλό δρόμο. Ακολουθεί την πεπατημένη της πρώτης.
Όλα ξεκινούν από το ξερό χώμα και τα ανεμοδαρμένη ύψη του πέμπτου ορόφου, την υπερβολική δλδ έκθεση στον άνεμο, στην αμέλεια και την παραίτηση. Δε θυμίζει τις ελιές των νησιών στα ύψη τα πελαγίσια. Δε θυμίζει τους χρυσούς ελαιώνες της Κρήτης με τον αλμυρό αγέρα μήτε τη φύση του Αιγαίου με αμπέλια και χρυσές ελιές.
Ένα κακέκτυπο από φυσικό τοπίο πήγα να φτιάξω, εγκλωβισμένο πίσω από κάγκελα και μέσα σε πέντε τετραγωνικά. Περιόρισα τις ρίζες του σε μία γλάστρα. Ρίζες βαθιές ατίθασες εν τη γενέσει τους. Κομμένη η σχέση με το χώμα, με το άφθονο κελαρυστό νερό και το οξυγόνο χωρίς μάσκες αντιασφυξιογόνες! Αντ’ αυτών προσφέρω τροφή ελάχιστη μέσα από ποτιστήρια-ορούς μαζί με διοξείδιο της πόλης. Τώρα σαν ασθενής κλινήρης στο νοσοκομειακό κρεβάτι ζητάει υποκατάστατα από εμένα, τον άθλιο κηπουρό. Να το ποτίζω με φαρμακευτικά σκευάσματα με τη σταγόνα.
Όχι, δεν είμαι η κατάλληλη. (Νομίζω ότι...) Προσπαθώ μα δεν τα καταφέρνω. Η ελιά μου μας άφησε χρόνους. Ξεράθηκε. Έσπασε κι ο σπάγκος που την κρατούσε στα κάγκελα μην πέσει. Έμοιαζε τόσον καιρό με τα σκυλάκια που αγαπάμε οι ζωόφιλοι και τα ‘χουμε στα μπαλκόνια. Την έριξε ο αγέρας ο πολύς. Έσπασε κι η γλάστρα. Γέμισε χώμα το μπαλκόνι κι η τεθνεώσα η ελιά έγειρε με τρόπο στο πάτωμα. Κυλιόταν μέρες εκεί έξω τροχήλατη πάνω στην κυλινδρική της γλάστρα. Δεν την είδα γιατί το μπαλκόνι μου δεν το επισκέπτομαι, όταν δεν είναι η εποχή του. Την πρόσεξα μια μέρα κατά λάθος, γιατί τη φύσηξε ο άνεμος μπρος στο οπτικό μου πεδίο. Με λύπη μου τη σήκωσα.
Οι απεγνωσμένες προσπάθειες να ξαναζωντανέψεις αυτό που πέθανε σαν να μην έχουν νόημα. Η απόφαση μετράει σε αυτές τις περιπτώσεις. Κάποια πράγματα ή πρόσωπα ή φυτά ή καταστάσεις τα χάνεις. Και πρέπει να το πάρεις απόφαση. Να καταλάβεις ότι πρέπει να ζήσεις χωρίς αυτά. Κι ότι μπορείς... Ακόμη κι αν σε πονάει! Μπορείς! Κάνουν τον κύκλο τους ή βίασες ή παραβίασες τον κύκλο τους κι εκείνα έφυγαν. Τι θες να τα αναστήσεις?
Μα...!!! Εκεί που πήγα να σηκώσω τη σπασμένη γλάστρα με τον ξερό ολόξερο κορμό της πεθαμένης ελιάς, πρόσεξα πως ανάμεσα στα φρυγανά της φύλλα, ξεπρόβαλε μία φουντίτσα πράσινη από ολόφρεσκα πρασινωπά και τρυφερούτσικα φυλλαράκια! Από τότε τα φυλλαράκια της γινήκαν φιλαράκια μου και...
Κρατάς μυστικό? Μου ‘ρθε στο νου ο ποιητής που λέει ότι «Τούτα τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό» και βάφτισα την ελιά μου ΕΛΠΙΔΑ!
Όλα ξεκινούν από το ξερό χώμα και τα ανεμοδαρμένη ύψη του πέμπτου ορόφου, την υπερβολική δλδ έκθεση στον άνεμο, στην αμέλεια και την παραίτηση. Δε θυμίζει τις ελιές των νησιών στα ύψη τα πελαγίσια. Δε θυμίζει τους χρυσούς ελαιώνες της Κρήτης με τον αλμυρό αγέρα μήτε τη φύση του Αιγαίου με αμπέλια και χρυσές ελιές.
Ένα κακέκτυπο από φυσικό τοπίο πήγα να φτιάξω, εγκλωβισμένο πίσω από κάγκελα και μέσα σε πέντε τετραγωνικά. Περιόρισα τις ρίζες του σε μία γλάστρα. Ρίζες βαθιές ατίθασες εν τη γενέσει τους. Κομμένη η σχέση με το χώμα, με το άφθονο κελαρυστό νερό και το οξυγόνο χωρίς μάσκες αντιασφυξιογόνες! Αντ’ αυτών προσφέρω τροφή ελάχιστη μέσα από ποτιστήρια-ορούς μαζί με διοξείδιο της πόλης. Τώρα σαν ασθενής κλινήρης στο νοσοκομειακό κρεβάτι ζητάει υποκατάστατα από εμένα, τον άθλιο κηπουρό. Να το ποτίζω με φαρμακευτικά σκευάσματα με τη σταγόνα.
Όχι, δεν είμαι η κατάλληλη. (Νομίζω ότι...) Προσπαθώ μα δεν τα καταφέρνω. Η ελιά μου μας άφησε χρόνους. Ξεράθηκε. Έσπασε κι ο σπάγκος που την κρατούσε στα κάγκελα μην πέσει. Έμοιαζε τόσον καιρό με τα σκυλάκια που αγαπάμε οι ζωόφιλοι και τα ‘χουμε στα μπαλκόνια. Την έριξε ο αγέρας ο πολύς. Έσπασε κι η γλάστρα. Γέμισε χώμα το μπαλκόνι κι η τεθνεώσα η ελιά έγειρε με τρόπο στο πάτωμα. Κυλιόταν μέρες εκεί έξω τροχήλατη πάνω στην κυλινδρική της γλάστρα. Δεν την είδα γιατί το μπαλκόνι μου δεν το επισκέπτομαι, όταν δεν είναι η εποχή του. Την πρόσεξα μια μέρα κατά λάθος, γιατί τη φύσηξε ο άνεμος μπρος στο οπτικό μου πεδίο. Με λύπη μου τη σήκωσα.
Οι απεγνωσμένες προσπάθειες να ξαναζωντανέψεις αυτό που πέθανε σαν να μην έχουν νόημα. Η απόφαση μετράει σε αυτές τις περιπτώσεις. Κάποια πράγματα ή πρόσωπα ή φυτά ή καταστάσεις τα χάνεις. Και πρέπει να το πάρεις απόφαση. Να καταλάβεις ότι πρέπει να ζήσεις χωρίς αυτά. Κι ότι μπορείς... Ακόμη κι αν σε πονάει! Μπορείς! Κάνουν τον κύκλο τους ή βίασες ή παραβίασες τον κύκλο τους κι εκείνα έφυγαν. Τι θες να τα αναστήσεις?
Μα...!!! Εκεί που πήγα να σηκώσω τη σπασμένη γλάστρα με τον ξερό ολόξερο κορμό της πεθαμένης ελιάς, πρόσεξα πως ανάμεσα στα φρυγανά της φύλλα, ξεπρόβαλε μία φουντίτσα πράσινη από ολόφρεσκα πρασινωπά και τρυφερούτσικα φυλλαράκια! Από τότε τα φυλλαράκια της γινήκαν φιλαράκια μου και...
Κρατάς μυστικό? Μου ‘ρθε στο νου ο ποιητής που λέει ότι «Τούτα τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό» και βάφτισα την ελιά μου ΕΛΠΙΔΑ!