Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φωτογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φωτογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

Self-άρω, άρα υπάρχω...


Είναι τρομερή ανάγκη τελικά: να θες να εκτίθεσαι ιδανικά. Άψογα. Χωρίς κουσούρια. Όχι όπως ξυπνάς, αλλά μακιγιαρισμένος. Όχι όπως αντιδράς (υπερβολικά), αλλά καμουφλαρισμένος. Με μια δόση ήπιας συμπεριφοράς. Με πολλές ανάγκες να σε σπρώχνουν να φαίνεσαι ο φιλοσοφημένος της ζωής. Σαν να διάβασες όλον τον Σταγειρίτη και τους προσωκρατικούς καλύτερα και από τον καθηγητή που είχες στη φιλοσοφική. Αποδέχεσαι τις ρήσεις τους, τις ποστάρεις, αρέσεις στους φίλους (?) σου που σου αρέσουν, και καλημερίζεις, καλησπερίζεις και καληνυχτίζεις ολημερίς και οληνυχτίς και καθημερινά τους πάντες. Στο μεταξύ τον γείτονα δεν τον μιλάς. Κι ας βλέπεις πρώτα εκείνον και μετά τον ήλιο. Θαρρείς πως άλλοι πιο μακρινοί σε εκτιμούν, πιο πολύ από εκείνους που έχεις δίπλα σου. Είσαι πιο αποδεκτός από τον e-φίλο σου, γιατί η απόσταση και η εικόνα που έχετε δημιουργήσει ο ένας για τον άλλον είναι ασφαλείς και δεν πλήττονται. Δεν έχουν την τριβή της ρουτίνας. Ούτε τα νεύρα, τις κακές στιγμές, τη θλίψη, αλλά και την κατάθλιψη που βιώνεις στο σπίτι σου. Δεν έχουν τα παραπανήσια κιλά, το ασιδέρωτο μπλουζάκι, το απεριποίητο και αγουροξυπνημένο μουτράκι, το κουρασμένο πρόσωπο, το γεμάτο σκοτούρες μυαλό, το άπλυτο κορμί, το φοράω ό,τι βρω. Οι φωτό στα social media είναι ρετουσαρισμένες. Το ίδιο και τα βιογραφικά...
Self-άρω, άρα υπάρχω. Αρέσω, άρα αξίζω. Η λέξη “selfie” επιλέχθηκε ως «Λέξη της Χρονιάς» από το βρετανικό λεξικό της Οξφόρδης. Κι αν το σημαίνον έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος του λεξικού κάθε γλώσσας -ενδιαφέρουσα παρατήρηση για έναν γλωσσολόγο- το σημαινόμενο  προμηνύει, αλλά και καταδεικνύει απίστευτες ενδείξεις για έναν ψυχολόγο: Ένα ανελέητο κυνηγητό του καλύτερου πορτρέτου, το άγχος να περάσει στην αθανασία η καλύτερη στιγμή της επιδειξιομανούς μου προσεκτικότητας για να κραυγάσω σε όλους πως η εικόνα μου δεν είναι εύθραυστη, αλλά άσπιλη και αμόλυντη. In vitro φυσικά. Γιατί in vivo όταν πληγώνεται από την παραμικρή μου αποτυχία, το πρώτο μου σφάλμα, την υποψήφια αμφισβήτηση των ικανοτήτων μου, καταρρέω, πληγώνομαι, κλαίω, με παίρνει από κάτω, θλίβομαι, καταθλίβομαι, συνθλίβομαι. Διέξοδος η selfie, βάλσαμο το like. Πανάκεια τα μπράβο. Αλλά την κατάθλιψή μου δεν την βλέπεις. Άλλωστε ξέρω καλά να την κρύβω πίσω από τσιτάτα αποδεκτά, που τα ανεβάζω για να τα πιστέψω. Που ΑΝ τα πίστευα θα είχα πραγματικούς φίλους και δεν θα τους πλήγωνα. Θα ήμουν καλύτερος πραγματικός φίλος και όχι ιδανικός e-φίλος, θα είχα fan club γιατί θα με ακολουθούσανε όσοι με αγαπούσανε και όχι οι επίπλαστοι followers, γιατί θα έκανα πράξη τα όσα ανεβάζω περί ζωής και δύναμης να ξεπεράσω τα δύσκολα και δε θα έπασχα από κατάθλιψη.
Στην εποχή της απαξίωσης των αξιών, η αξία μου εξαργυρώνεται με like. Photoshop, retouch και share είναι μόλις τρεις αξίες που καλλιεργούν τον εγωκεντρισμό μου σε μια εποχή που η κοινωνία μου έχει περισσότερο από κάθε άλλη εποχή ανάγκη την αλήθεια και την αλληλεγγύη, τη συλλογικότητα και τη συνεργασία. Ο αγώνας της ζωής μου αντί να έχει στόχο να γίνει σημαντικός για τον εαυτό μου, προσπαθεί απλά ώστε να αποσπάσει τη αποδοχή των άλλων, και αντί να γίνω ουσιαστικά σημαντικός για εκείνους, προβάλλει την αψεγάδιαστη αποδοχή μου από τους άλλους για να νιώσω σπουδαίος. Επιφάνεια, αλλά όχι διαφάνεια. Το τι είμαι, από το τι δείχνω ότι είμαι και το τι θα ήθελα να είμαι απέχει, όσο η μινιμαλιστική βιτρίνα του illustration στο πολυώροφο Mall από το τη βιοτεχνία της Καμπούλ, όπου ράβονται τα πανάκριβά μου ρούχα με μεροκάματο τιμής ισάξιας κατά τι κατώτερου του μονοδόλλαρου.
Πέρα από την αδιαμφισβήτητη προσφορά στην web κοινωνία αυτών των media, η κυρίαρχη ελλοχεύουσα πραγματικότητα λέγεται θλίψη, μειωμένη αυτοεκτίμηση, αυτοϋποτίμηση, ναρκισσισμός και πραγμάτωση ενός πανάρχαιου αρχέτυπου, αυτού του Πυγμαλίωνα. Τα social media σου χαρίζουν το εξαιρετικό προνόμιο να σου δίνουν βήμα, βάθρο, βάρος σε αυτό που είσαι. Ή που θα θελες να είσαι? Βγαίνει ένα ψώνιο από μέσα σου. Ένα εγώ κεντρικό. Σαν τον ήλιο. Λάμπει και θέλει να είναι αυτόφωτο και να φωταγωγεί τους άλλους. Φωνάζει: «Κοιτάξτε με τι κάνω, πού πήγα, τι είδα!»
Στόχος είναι να γίνεις δημοφιλής, παίρνοντας μέρος σε μία ανταγωνιστικότητα που καλλιεργείται με κάθε τρόπο: στην εικόνα, στα βιογραφικά, στο πόσο θαρραλέος είσαι να αντιμετωπίζεις τα δύσκολα της ζωής σε σχέση με τους «άλλους». Κι ας είσαι δειλός. Και δίνεις τόσο απλόχερα προσωπικές πληροφορίες και δεδομένα σου που σε άλλες εποχές θα διευκόλυνες πολύ το FBI! Επιπλέον, ο λόγος που κοτσάρεις στην εικόνα σου δεν είναι δικός σου. Απλά αναπαράγεις λεγόμενα των άλλων, υποβιβάζεις τον λόγο σε εικόνα και γίνεσαι ένα κακέκτυπο ψευδούς εαυτού που ούτε εσύ ο ίδιος αναγνωρίζεις στον καθρέπτη και που αν καθίσεις να διαλογιστείς μαζί του πραγματικά, θα δεις πως το κυνηγητό της ωραίας σου εικόνας δεν είναι αιτία, αλλά απλά ένα σύμπτωμα, και πως, όπως σε κάθε εποχή, έτσι και τώρα κυριαρχεί μια επιδημία. Τώρα, δε λέγεται λοιμός, αλλά ναρκισσισμός και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια, και συ τα δέχεσαι με απελπισία, αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις. Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει, τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών, τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε…
O tempora! O mores!

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Όταν η kodak θυμάται...

...η μνήμη θεριεύει και θες να δεις τη ζωή σου μέσα από flash back για να την εμπεδώσεις. Για να πιστέψεις τις βιαστικές κινήσεις του κυνικού και αδίστακτου χρόνου.  Την παρακολουθείς πιο χαλαρός πια, με μια νοσταλγία στα μάτια. Τη βλέπεις να περνά από μπροστά σου μέσα από την εικοσασέλιδη περίπου ροή στατικών εικόνων, καλυμμένων από διάφανο σελοφάν, σχισμένο ενίοτε πάνω σε πάλαι ποτέ λευκή, κιτρινισμένη πια από το χρόνο σελίδα με τη γνωστή κολλώδη ουσία. 

Όταν η kodak θυμάται...

        ... οι εικόνες χάρτινες, ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια σου ενεργοποιώντας τη μνήμη κι ο νους με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα τρέχει σε στιγμές που από στατικές γίνονται κινούμενες, ζώσες πραγματικότητες, βιωματικές εμπειρίες. Σκηνές. Εικόνες μικρές και μεγάλες, τετράγωνες και ορθογώνιες, ασπρόμαυρες ή έγχρωμες, με γιρλάντες και με σφραγίδες στο πίσω μέρος τους του φωτο-Μήτσου, του φωτο-Κίτσου ή του φωτο-Δείνα, του φωτο-Τάδε... Εν αρχή είναι το ασπρόμαυρο, κατόπιν το πορτοκαλοκίτρινο, μετά είναι τα χρώματα, κουνημένα ή πεντακάθαρα, ζωντανά, με κόκκινα μάτια ελλείψει του red-eye reduction...μετά...οι σελίδες πέθαναν. Έπεται η  «κάθοδος των εκατομ-μυρίων pixels» που κλείνουν το πολυσέλιδο album και φτιάχνουν files στο p/c. Κάθε τύπος φωτογραφίας και μια άλλη δεκαετία απ’ τη ζωή σου.
        Σε όλες τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες του μπαμπά βλέπω εμένα με κοντά μαλλιά. Πώς γίνεται αυτό, αφού τότε δεν υπήρχα!? Και γιατί όταν ήμουνα μωρό βρίσκομαι στις μισές φωτογραφίες σε μια αγκαλιά και βύζαινα και δεν είχα γάλα Almiron, όπως όλα τα παιδάκια σήμερα!? Και στις άλλες μισές γιατί ήμουνα μέσα σε ένα ξύλινο παιδικό κρεβατάκι χωρίς εναλλακτικές πόζες με άλλο φόντο, στο relax, στο port-bebe, στο παρκοκρέβατο, στο καρεκλάκι φαγητού, στην αλλαξιέρα και στο καθισματάκι αυτοκινήτου...? Θα μου πεις τι να το κάνουμε το καθισματάκι αυτοκινήτου, αφού δεν είχαμε αυτοκίνητο! Βασικό αυτό. Το είχα ξεχάσει. Μόνο με ένα κρεβατάκι? Και γιατί δεν είχα λεκάνη με καθισματάκι μωρού για το μπάνιο? Σ’ εκείνη τη σκάφη που έπλενε η μάνα μου (και εξακολουθεί δλδ και πλένει) τα ρούχα, γιατί έλουζε κι εμένα!? Επειδή ο κόσμος «εξελίσσεται»...?
        Και σε εκείνες τις φωτογραφίες στα σπουδαία event της χρονιάς, στα γενέθλια της Μαρίας, στη γιορτή μου, τα Χριστούγεννα, φοράω όλο εκείνο το ροζ πλεχτό φορεματάκι!
        Θα γυρίσω σελίδα στη ζωή, να πάω σε εκείνες τις πορτοκαλίζουσες εικόνες όπου ο μπαμπάς και οι φίλοι του φοράνε παντελόνια σε σχήμα καμπάνας, έχουνε φαβορίτες ως τον αφαλό και είναι ακούρευτοι! Δεν υπήρχαν κουρεία τότε? Τα πετσιά τα εξώραφα στους αγκώνες και στα γόνατα τι ρόλο παίζουνε? Και το μαλλί της θείας Νίτσας γιατί ήταν πιο σγουρό? Permanent?  Τι είναι αυτό? Permanent σημαίνει διάρκεια! Αυτό σε τι διαρκεί? Στο χρόνο? Μα αν διαρκούσε, τώρα δε θα γελούσα! Είναι σαν αφάνα!
        Γυρίζω και ξαναγυρίζω σελίδα και το μοτίβο επαναλαμβανόμενο. Το πασχαλιάτικο εναλλάσσεται με το χριστουγεννιάτικο ανταγωνιστικά. Μια το αρνί στη μέση να τσουρουφλίζεται και ‘μεις να χορεύουμε πανηγυρικά και μια το δέντρο να στολίζεται και ‘μεις να ποζάρουμε αυτάρεσκα και εγωκεντρικά! Λες και το κέντρο του κόσμου δεν ήτανε ποτέ ο Χριστός αλλά τα μουσικά φαγοπότια μας, οι πολύχρωμες μπάλες και οι σκηνές του τσάμικου: Ο πρώτος να χορεύει αγρίως και οι υπόλοιποι να κοιτάζουν ηλιθίως... και το αρνάκι ή το δεντράκι τα εξιλαστήρια θύματα. Εσφάγη και εκόπη (αντίστοιχα) ως ο Ιησούς Εσταυρώθη! Καλό! Καλό! Συμβολικό, αλλά καλό!
        Σε άλλη σελίδα, μιαν άλλη μόδα κατακλύζει τα πλήθη των «αμνών»! Με θέλει με παντελόνι ψηλοκάβαλο, κάτι ώμους τεράστιους και φουσκωμένους κι ένα μαλλί φριζαρισμένο και φράντζα πετεινού! Δε θέλει μόνο εμένα αλλά και τις φίλες μου! Αίσχος! Γελώ σαν τη χαζή! Κοροϊδεύω. Και συνεχίζω να ξεφυλλίζω τη ζωή μου.
        Και φτάνω στην απόλυτη ανατροπή: την κατάρριψη του παγκόσμιου Άτλαντα. Το άλμπουμ της ζωής ενώνει περιοχές απόμακρες στο χάρτη. Ανακατατάσσει την υδρόγειο. Δίπλα-δίπλα ο Πλαταμώνας με  την Ύδρα. Η Κέρκυρα κολλητά στην Καβάλα. Τα Γιάννενα μαζί με τη Βουδαπέστη. Ήταν το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό. Σερβία 1997- Βελιγράδι. Μονεμβασιά Αύγουστος του ’98. Το πρώτο μου ταξίδι με δικά μου λεφτά. Από τον πρώτο μου μισθό! Ζαγοροχώρια Σεπτέμβρης του ’98. Και μετά στο Πήλιο Δεκέμβρης του ’98. Λίμνη Πλαστήρα Μάρτης του ’99. Ξημερώνοντας στην Επανομή Ιούνιος του ίδιου έτους και ακολουθούν η Μήλος, η Σαντορίνη, η Κίμωλος, η Αθήνα, η ορεινή Αρκαδία στην απέναντι σελίδα από τα Βλαχοχώρια Γρεβενών, ο Πύργος του Άιφελ φάτσα φόρα με την πλατεία ταχυδρομείου της Λάρισας, κάτω από το Δουβλίνο και το Άμστερνταμ. Η Πάρος και η Αντίπαρος απέναντι από την Αμοργό, τα Κουφονήσια και  η Λέρος μια γειτονιά, η Ρόδος με την Κω  και την Κάλυμνο αγκαζέ με τη Θάσο, ενώ η Πάτμος, η Σύμη και η Ρώμη ποζάρουν στην ίδια σελίδα με ένα εκατοστό απόσταση έκαστη από την άλλη! Και τα κανάλια της Βενετίας διασχίζουν τη Βιέννη. Η Νυρεμβέργη αναρτημένη στη μια όψη της σελίδας και η Ιερουσαλήμ στην άλλη, Τρίτο Ράιχ και Ισραήλ ΤΟ ΙΔΙΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΜΕ ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ. Η Ιεριχώς, το χαμηλότερο σημείο του κόσμου, απέναντι από τη Σαμαρίνα, το υψηλότερο χωριό των Βαλκανίων,  η Έδεσσα, η πόλη των νερών, ανάμεσα στους Βεδουίνους με φόντο την Έρημο και τα έργα του Gaudi στη Βαρκελώνη. Η Βίγλα, οι Πρέσπες, η Φιλιππούπολη, η Σόφια και η Κερκίνη συναρμολογούν την πολυπόθητη «ενωμένη Μακεδονία» που κατακερμάτισε κατά πολλούς η ιστορία.  Η Άγκυρα, η Κων/πολη, οι χαμένες πατρίδες της Καππαδοκίας με ημερομηνία 24 Μαρτίου του 2002 ανατρέπουν τα ιδεώδη περί ημερομηνιών εθνικής παλιγγενεσίας.  Τα Τζουμέρκα, οι Δρακόλιμνες, η βάλια Κάλντα, ο Όλυμπος, η Ραψάνη, το Καρπενήσι και τα Πομακοχώρια έχουν συνισταμένη αυτούς που πήραν τα βουνά. Το Διδυμότειχο,  η Σαμοθράκη, η Μυτιλήνη και η Λήμνος έχουν κοινό παρονομαστή τις πινέζες του χάρτη σου, ενώ η Άρτα, η Σκιάθος, η Κεφαλονιά, η Λευκάδα, τα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο, η Μύκονος, η Τήνος, η Σκύρος, η Σκόπελος και η Αλόννησος βρέχονται από την ίδια θάλασσα, τη Μεσόγειο και  η Χαλκιδική, η Νάξος, οι Αζόρες, το Μπάρι, το Τέρμολι και οι Παξοί δροσίζονται από τα νερά της ίδιας θάλασσας επίσης, αυτής της υδρογείου και κατοικούνται από τους ίδιους ανθρώπους, αυτούς της Γης...  

Όταν η kodak θυμάται...

...το ένα μέρος βρίσκεται αλλεπάλληλα δίπλα στο άλλο κι  εναλλάσσουν το σκηνικό τόσο μα τόσο γρήγορα που δίνουν κίνηση στη στατικότητα της φωτογραφίας. Η λογική των κινουμένων σχεδίων...βάζοντας δίπλα-δίπλα εικόνες και προσπερνώντας τες γρήγορα σου δίνουν την αίσθηση ότι κινούνται!! Πού πάνε άραγε? Που ταξιδεύουν τη ζωή μου? Ένα καράβι με πανιά... φυσάει και με πάει με πάει με πάει...σαν άλλον Βεσπούκι να ανακαλύπτω άγνωστες γωνιές αυτής της μικρής μπάλας που τη λένε γη... σε σημεία που δεν τα έχει ο συμβατός χάρτης, σε αεροδρόμια που δεν τα άκουσες ποτέ, σε λιμάνια και ορμίσκους που δεν πιάνουν τα καράβια της γραμμής, μοναχά η φαντασία του μυαλού... βραχώδεις πλαγιές, ηλιόλουστες βουνοκορφές, βροχερές μέρες σε απόμερους σταθμούς με μια βαλίτσα κι έναν σάκο προς αναζήτηση εμπειριών...
«Γιατί?»
«Για να δεις ανθρώπους άλλους, διαφορετικούς από σένα,  και να ξεπεράσεις τη μοναξιά σου, να θαυμάσεις μνημεία που έγραψαν ιστορία, να επισκεφθείς μουσεία-πόλους έλξης με τεράστια επισκεψιμότητα, να ακούσεις τις μουσικές τους, τα γευτείς τα φαγιά τους, να χορέψεις στα πανηγύρια τους, να μιλήσεις με τους ηλικιωμένους και να σου εκμυστηρευτούν τις ιστορίες της ζωής τους, να σκαρφαλώσεις στα μοναστήρια τους και να κεραστείς στο αρχονταρίκι λουκουμάκι και καφέ και από κει ψηλά, από τα κρεμασμένα στο υπερπέραν μοναστήρια, από το αεροπλάνο που πετάει σαν τον αϊτό ψηλά να μάθεις να βλέπεις πόσο μικρός είναι αυτός ο κόσμος ΚΑΙ ασήμαντος, πόσες ελάχιστες διαφορές φέρουν μεταξύ τους οι άνθρωποι, πως όλοι είμαστε μια γειτονιά, με κοινά κοινά κοινάάάά, πολλά κοινά...
  Και τότε θα δεις πως είναι ωραία να κοιτάζεις το μάταιο αυτό κόσμο από ψηλά, αποστασιοποιημένος, και τότε θα δεις τον μάταιο αυτό κόσμο από μιαν άλλη οπτική, χωρίς γωνίες....