Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μπαρακι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μπαρακι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010

Επιφάνεια εν τω βάθει …


-Στο βάθος κήπος. Καρέκλες σε απραξία. Τραπέζια σε ανάπαυση. Σκαμπό σε ακινησία. Μαξιλάρες νωχελικές. Δεν ξεκουράζουν πια κορμιά. Ξεκουράζονται από τις μεταμεσονύχτιες υπερωρίες του περασμένου καλοκαιριού!
-Στο πιο βάθος πέλαγο. Μπλάβο. Μαύρο. Βαθύ φαντάζομαι, απύθμενο ίσως, σαν το βλέμμα μου, εσωστρεφές. Το σκότος διακόπτουν  κάτι λαμπιόνια που σουλατσάρουν από δεξιά προς τα αριστερά και vice-versa. Κλώθουνε αδημονώντας σαν να ψάχνουνε το δαχτυλίδι που παράπεσε στην άμμο και δεν το βρίσκουν ποτέ! Υπακούουν απλώς στον Καββαδία: «της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι / να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ απ’ τη στεριά»
-Η γη χλωμή. Εκλιπαρεί σημασία. Δεν της δίνει κανείς. Κοιτάει προς το πέλαγος. Εκείνο αδιαφορεί. Σαν το ζευγάρι που κρατάει μούτρα το ένα μισό στο άλλο μετά από ερωτικό καβγά.
-Ο ουρανός σκοτεινός. Ακυρώνει τον ορίζοντα, γιατί δανείζεται το ρούχο της θάλασσας. Και συνοφρυωμένος που είναι ποιος τον βλέπει; Πού σταματά το πέλαγος, πού ξεκινά αυτός;
-Οι άνθρωποι απόντες. Δεν κυκλοφορεί ψυχή. Η υγρασία της ατμόσφαιρας σήκωσε απαγορευτικό στην περαντζάδα.
-Ξεκαρφώνω το βλέμμα από ‘κεί. Το παίρνω και το καθηλώνω μέσα. Εκεί που είμαι κι εγώ (σώματι). Έχει κι εδώ ουρανό και σύννεφα. Φτιαγμένα από καπνό και από αδιαθεσίες. Εδώ οι καρέκλες πιάσανε νωρίς δουλειά. Τα τραπέζια έχουν τον απόλυτο λόγο ύπαρξης, τα σκαμπό είναι δυσεύρετα και οι μαξιλάρες βολεύουν εκ περιτροπής ορδές ανθρώπων που υποδύονται το ρόλο της φιλικής παρέας.
-Εδώ η περαντζάδα δεν επιτρέπεται απλώς. Επιβάλλεται. Οι άνθρωποι υπεράριθμοι, παρόντες, χωρίς λόγο ύπαρξης απαξάπαντες. Το προσυπογράφει και το βλέμμα τους που αιωρείται. Ντυμένοι κοκετίστικα, ενίοτε και λατερνοειδώς, έχουν την ψευδαίσθηση ότι διασκεδάζουν την ανία της εβδομάδας που πέρασε μετά από μία ακόμη πεζή καθημερινότητα, εγκλωβισμένης στα δεσμά της εργασιακής-επαγγελματικής τους υποχρέωσής και όχι μόνο. Σχεδόν όλοι τους φαίνονται πως  «επαγγέλλονται» την υπόσχεση της αειφόρου πατρικής τους προίκας,  ξεθωριασμένης όμως πια από τη μούχλα του προδότη χρόνου και ξεφτισμένης από την ασυνεπή διαχείριση της γενιάς τους.
Αυτή διαχειρίζεται σωστά και με συνέπεια μοναχά τα χρήματα που προορίζονται για αλκοόλ! Εκεί επενδύει η γενιά αυτή: στη Λήθη. Ξεχνάει για να μη θυμάται τις υποχρεώσεις της. Για να αποθέτει στην άκρη του μυαλού της τον ετεροχρονισμένο οικονομικό απογαλακτισμό από τη γονική περιουσία, ο οποίος όμως δεν έρχεται τώρα πια, γιατί όλα έχουν την ώρα τους, όσο κι αν κάποιοι ισχυρίζονται πως δεν είναι ποτέ αργά! Καθολική ισχύς δεν υπάρχει σε τίποτε! Οι αναχρονισμοί είναι περιορισμένης εμβέλειας! Γι’ αυτό η νέα γενιά επιλέγει να πιει. Να ποτίσει τις φλέβες της με ουίσκι ακριβό για να ‘χει το αίμα της παρέα ζαλισμένη στη διαδρομή που κάνει, τον Αλαφροΐσκιωτο!
-Το βλέμμα επαναποδημεί στο έξω! Αγνώριστο πια το έξω, σε illustration μορφή αυτή τη φορά. Η γη φαίνεται εισακούσθηκε: Ο θυμωμένος ουρανός της έδωσε απλόχερα σημασία στέλνοντάς της βροχή πολλή! Βίαιη, Θορυβώδη και Ζημιάρα! Εκείνη πάλι, σε συνεργασία με τα κύματα, ξεπλένει λυσσασμένα το δρόμο, από φόβο μήπως προδώσει το ρόλο της. Δείχνει να μη θέλει να αφήσει ίχνος από τα παπούτσια που ποδοπάτησαν τα κράσπεδα! Και μάλλον έχει στο νου της να συντείνει στο αφιλόξενο του κήπου. Πώς θα προϋπαντήσεις τον χειμώνα, αν ο κήπος είναι εξίσου θελκτικός με το καλοκαίρι? Πρέπει η εικόνα του να σε αφήνει «παγερά» αδιάφορο. Τα κατάφερε! Κανείς δε θέλει να καθίσει στους καναπέδες που βροχολούζονται ανεμοδαρμένοι στο αίθριο. Μουσκεύεται και μόνο που τους βλέπει μέσα από το τζάμι. Κανείς δε θέλει να τον φυσήξει ο παγωμένος αέρας, όπως (απεναντίας) παρακαλούσε το καλοκαιράκι για να δροσιστεί. Κρυώνει και μόνο στη σκέψη. Κάτι κορδελάκια, θερινό –εικάζω-  decor, κυματίζουν εκ παραδρομής υπερήφανα και δίχως επιλογή σαν τη γαλανόλευκη από ένα δέντρο. Σίγουρα θα ήθελαν να βρίσκονται αλλού ή να ανακτήσουν την αλλοτινή, περίοπτη καλοκαιρινή τους αίγλη.
-Επανέρχομαι ένδον. Αφήνω το βαθύ το βλέμμα. Τώρα εδώ έχει την τιμητική της όχι το Βάθος αλλά η  Επιφάνεια: τα ψεύτικα χαμόγελα, οι κρύες αγκαλιές, η δήθεν έννοια για το πώς είσαι και πώς περνάς, οι άσκοπες ερωτήσεις που δε δείχνουν κανέναν σεβασμό στις απαντήσεις, το αδιάφορο ενδιαφέρον του άλλου για την καθημερινότητά σου, ο υποτυπώδης ενθουσιασμός του πρώτου πεντάλεπτου…
-Καθείς πάντως έχει έναν άλλο λόγο που βρίσκεται φθινοπωριάτικα σε αυτό το παραλιακό σαλονικιώτικο μπαράκι. Άλλος από θέση, άλλος από φύση. Θέσει ή φύσει ωστόσο επαληθεύεται ο ερμηνευτής που λέει:

Σφαίρα από γη και θάλασσα κι εμείς μικροί και μόνοι
καθένας μας στον κόσμο του κι όλοι στο πουθενά
κι από όσα μας χωρίζουνε ένα που μας ενώνει
είναι που ζούμ’ ελεύθεροι σ’ αυτήν την ερημιά… ή  μοναξιά?

….δε θυμάμαι ακριβώς αλλά «ταιριάζουν» και «τρομάζουν» αμφότερα!!!!

Σας Φιλώ εκ βαθέων…