Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαγνητάκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαγνητάκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Χάρτινα όνειρα (?)


Περιχαρής γύρισα σπίτι και κόλλησα το χαρτάκι στο ψυγείο. Σε περίοπτη δλδ θέση να το βλέπω συνέχεια. Δε γράφει τίποτε το περιττό. Ούτε καν ολόκληρο το όνομά του. Μόνο τα αρχικά και με ωραία ολοστρόγγυλα ψηφία γραμμένο τον περιζήτητο αριθμό του! Για μένα περιζήτητο. Για άλλους αζήτητο. Μου μοιάζει με αυτόγραφο. Ίσως και με ραβασάκι. Με ένα ενθύμιο που σου αφήνουν ορισμένες γνωριμίες. Από εκείνες που έρχονται ξαφνικά στη ζωή σου σαν κομήτες από το πουθενά, με τις οποίες στη συνέχεια ανταλλάσσετε τηλέφωνα και διευθύνσεις, αλλά στο τέλος μένει ο καθένας σπίτι του με τους φίλους του και τους κύκλους του -από κιμωλία ή όχι- πάντως σίγουρα περιχαρακωμένος. Όλο το άλλο ήταν μία παρένθεση. Και το χαρτάκι με το τηλέφωνο? Ένα αναμνηστικό. Μαγνητάκι-Souvenir.
Γι’ αυτό κι εγώ το κόλλησα στο ψυγείο μαζί με τα άλλα από τη Νέα Υόρκη και τις Μπαχάμες.
Ένας αριθμός είναι, μια σύνδεση, μια δυνάμει επαφή. Ένα ρημαδιασμένο μικρό, ασήμαντο, λευκό και άοσμο χαρτάκι, από εκείνα που σου σκουντούν τη μνήμη, όταν κοιμάται τον ύπνο του δικαίου και σε κάνουν να μην ξεχνάς. Το ψυγείο όμως δεν ταιριάζει ούτε με τη σύνδεση, ούτε με την επαφή, ούτε με την επικοινωνία. Οι επαφές θέλουν ζεστασιά, όχι κρυάδα. Το ψυγείο είναι ψυχρό και κρύο. Καμιά φορά το λες και δροσερό, αλλά από τότε που εφευρέθηκαν τα μαγνητάκια το λες απλά ψυχρότερο. Κολλάς επάνω του λογαριασμούς, χρέη, λίστες για ψώνια και αγχωτικά προγράμματα και ραντεβού. Άχαρα πράγματα.
Ξεκαρφίτσωσα, λοιπόν, τους λογαριασμούς και άφησα τα μαγνητάκια και τις card postal να με ταξιδεύουν στα μέρη των φίλων μου από όπου μου τα έφεραν: Χαβάη, Ιαπωνία, Las Vegas και Μεξικό. Και δίπλα εκεί κόλλησα και το χαρτάκι με τη δυνάμει τηλεφωνική επαφή να με ταξιδεύει σε μελλοντική ιστορία που με τη φαντασία μου τουλάχιστον θα επιδιώξω. Που ή θα την καταφέρω ή που δεν πρόκειται. Δλδ που ή θα γίνει ή δε θα γίνει! Αλλά πρέπει να γίνει! Έτσι, για την τιμή των όπλων! Διότι και τι δεν τράβηξα να τον βρω αυτόν τον αριθμό! Υποχρεώθηκα, αλλά εις μάτην. Ίδρωσα. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Έδωσα το «είναι» μου, το «έχειν» μου, αλλά και το «δεν έχειν» μου. Μόνο κυριολεκτικά. Γέλασα και έκλαψα, σάστισα, απόρησα, πίστεψα, ξεγελάστηκα, με κορόιδεψαν, κορόιδεψα, εμένα, τους άλλους, κανέναν (?). Δεν έχει σημασία. Τέλος.
Τελικά -σκέφτομαι- πάλι μόνη μου τα κατάφερα. Χωρίς μεσολαβητές και δήθεν βοήθειες. Στη ζωή θέλει θάρρος, ενίοτε θράσος και πολύ χιούμορ για να καταφέρεις όσα ονειρεύτηκες. Κανείς δε σε βοηθάει, εάν εσύ ο ίδιος δεν πιστέψεις στον εαυτό σου. Μπορείς να πετύχεις τα ακατόρθωτα για όνειρα που μοιάζουν άπιαστα. Μπορείς να κατορθώσεις όσα κάποτε απλά φαντάστηκες κι ας τα κόλλησες σε πρώτη φάση στο ψυγείο, ανάμεσα σε έναν μαγνήτη από την Τζαμάικα και τρία αβγά από την πίσω μεριά της πόρτας ενός ψυχρού ψυγείου.

(Να του τηλεφωνήσω?)

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Της Σαλονίκης μοναχά...


Ζεστό, σχεδόν καυτό τσάι σε λευκό φλιτζάνι, φλερτάρει με φοβισμένα χείλη, παγωμένα από τα κρύα του χειμώνα. Φρεσκοκομμένα κουλουράκια με άρωμα βανίλιας και μία κυκλοφοριακή κίνηση που έχει φορά τόσο προς το «πήγαινε» όσο και στο «έλα» έξω από το παγωμένο και το δακρύβρεχτο τζάμι,  μιλούν ακατάπαυστα και εκκωφαντικά σιωπηλά σε γνώριμο και αγαπημένο, αν και μελαγχολικό σκηνικό. Ο σκοτεινιασμένος ουρανός δε συμβιβάζεται με την αδιακρισία. Ανάψτε τα φώτα, τα τεχνητά, τα ηλεκτρικά, τα κεριά. Ανάψτε πρόωρα το φεγγάρι. Θέλω να βλέπω... Να βλέπω το παραλήρημα της καθημερινότητας σε αυτήν την πόλη, όπως πηγαινοέρχεται πάνω σε ρόδες λεωφορείων και ταξί και όπως σπουδάζει την μηχανική της μάθηση στα αμφιθέατρα του Αριστοτελείου. Όπως καταναλώνει τα κατασκευασμένα του ένστικτα στα εναπομείναντα καταστήματα της ένδοξης μακεδονικής πρωτεύουσας, πανελλήνιας δευτερεύουσας, και όπως συζητιέται σε ομηγύρεις εκλεπτυσμένων κυριών συντροφιά με βραζιλιάνικο καφέ και πικρά αμήχανα χαμόγελα.
Μια αεικίνητη στατικότητα και όχι μια στατική κίνηση. Τα πάντα κινούνται, μετακινούνται, σταματούν για λίγο στο κόκκινο, πάνε πιο πέρα με το πράσινο, αλλά... μένουν στην ίδια θέση. Η γη είναι στρόγγυλη και ό,τι γυρίζει είναι γύρω από εκείνη και όχι εκείνη γύρω από τους άλλους. Οι άνθρωποι, τα αεροπλάνα, τα καράβια έχουν έναν μονάχα άξονα: αυτόν της γης. Δεν την παρατούν, δεν απιστούν, δεν εκτροχιάζονται. Ακόμη κι αν εξοκείλουν, η βαρύτητα θα τα επαναφέρει.
Πού πας ματαιόδοξε διαβάτη? Πού κατευθύνεσαι ονειροπόλε επιβάτη?  Ο τόπος σου, η δουλειά σου, οι άνθρωποί σου, οι πρόγονοι και το μέλλον σου βρίσκονται πάνω στην τρελή μαγνητική αυτή σφαίρα. Σε έλκει με δύναμη και συ κολλάς πάνω της σαν μαγνητάκι-σουβενίρ στο ψυγείο. Όπου κι αν πας, ό,τι κι αν δεις, ό,τι κι αν ψάξεις, ό,τι κι αν βρεις, ό,τι κι αν ανακαλύψεις όλα ανήκουν εδώ. Σ’ αυτήν την μικρομέγαλη πόλη, σ’ αυτήν τη μικρή μαγνητική σφαίρα που καταπίνει είτε με τη βοήθεια της θάλασσας τους ζωντανούς, είτε με τη βοήθεια της ξηράς τους νεκρούς. Σ’ αυτήν που όλα τα θέλει και τα επανεγκαθιστά στα σπλάγχνα της. Αυτοί που γυρίζουν, αυτοί που φεύγουν, εκείνοι που απομακρύνονται κι εκείνοι που ξανάρχονται. Δεν έχουν να παν πουθενά. Πουθενά αλλού. Πουθενά μακριά.
Κι εσύ ζωή, σαν βγάλεις φτερά και καταφέρεις ποτέ να εγκαταλείψεις το επίγειο σώμα, να το σκεφτείς καλά αν ο χωρισμός αυτός αξίζει.
Γιατί μάλλον δεν αξίζει. Είναι ωραίες οι επίγειες απολαύσεις και αυτό το μάταιο καθημερινό τρέξιμο πάνω σε ρόδες ή πεζή, παρακολουθούμενο από μυστικούς πράκτορες μέσα από το τζάμι σε ήχους τζαζ με μυρωδιές βανίλιας και θερμοκρασίες χειμερινού αφεψήματος και μ’ ένα χέρι που υπό τις επιταγές της ξέμπαρκης και άπιστης σκέψης πάει και έρχεται ιχνηλατώντας τις κενές γραμμές ενός λευκού σημειωματαρίου, κάποιο γκρίζο απόγεμα της λατρεμένης όλων Σαλονίκης...σ’ αυτήν όπου ανήκεις! 

Ξενοδοχείο ABC.DEFG….
Είναι 17.00!
Πήρε και βραδιάζει...