Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυρωδιές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυρωδιές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Ληθηνόη

Στο κολάζ των ατάκτως ερριμμένων αναμνήσεων, των χωρίς λογική ειρμών, μα βιωματικών μου συνειρμών έχω θαμμένες θύμησες ξεθωριασμένες. Λίγο σχισμένες, λίγο τσαλακωμένες και λίγο φαγωμένες από τον ποντικό χρόνο σαν τις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες που κιτρίνισαν σ’ ένα παλιό και ξεχασμένο ντουλάπι. Θυμάμαι τα γλυκά μου «άγχη»...
...όταν ήμουνα μικρή κάθε χρόνο στις 31 του Μάρτη το μόνο που με ένοιαζε ήτανε σε ποιο κλαδί να αφήσω τον ασπροκόκκινο «μάρτη» που φορούσα στα χέρια για να το ‘βρει σίγουρα το χελιδόνι και να μου προσφέρει αντίδωρο την Άνοιξη που μου χρωστούσε. Λίγες μέρες πριν, είχε περάσει η παρέλαση της 25ης Μαρτίου, ημερομηνία έναρξης για το μπαράζ των παγωτών. Μετρούσαμε και ξαναμετρούσαμε και παραβγαίναμε μικρά παιδιά ποιο θα ‘τρωγε τα περισσότερα απ’ όλα! Κι άλλες φορές σαν μού ‘πεφτε ένα νεογιλό δοντάκι διάλεγα τα πιο κοντά κεραμίδια για να το βρει ο ποντικός και να μου φέρει ένα καινούργιο. Τέτοιες μέρες την Άνοιξη ήτανε που άνθιζε το διπλανό άχτιστο οικόπεδο από παπαρούνες και από χαμομήλια και βουτούσα ανάμεσά τους για να μαδήσω τα πέταλά τους όλα φωνάζοντας «Μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά»...ποιος να μ’ αγαπούσε? Δεν ξέρω, δεν ήξερα. Έβλεπα  τους «μεγάλους» να ξεπουπουλιάζουν τα χαμομηλάκια και έκανα το ίδιο σαν άβουλο πιθηκάκι. Και ύστερα πλησίαζε το Πάσχα, που μου το θύμιζαν οι πελαργοί στα σύρματα. Απρόσκλητοι επισκέπτες ξανά, που ανασύναζαν την περσινή φωλιά τους στο καμπαναριό. Εκείνη τη φωλιά την παρατημένη κάποιο καταθλιπτικό απόγεμα του περασμένου φθινοπώρου, την φωλιά την προδομένη για ταξίδια άλλα και αλλού, σε πιο ζεστά μέρη. Κι οι πασχαλιές, μωβίζανε όλες τις αυλές σε κάθε σπίτι, τιμημένες μεγαλοβδομαδιάτικα.
Συνωμοσία ύπουλη αυτές οι μυρωδιές! Με αρώματα και με χρώματα να σου τρυπούν τη μύτη και να σου διαπερνούν το δέρμα για να σου ποτίσουν το κόκαλο. Μυρωδιές ανακατεμένες μεταξύ τους, σαν τα γυναικεία μακριά μαλλιά στο έλεος του φλοίσβου. Σαν τα κουβάρια στα πόδια της γάτας. Μυρωδιές έντονες τις πρώτες μέρες της άνοιξης που τρύπησαν ολόκληρα καζάνια της λήθης για να διαρρέουν στις φλέβες σου σαν αλητάκια στους δρόμους. Μυρωδιές που ξεχύνονται στα μονοπάτια μιας ξεθωριασμένης, αλλά ζώσας μνήμης, σαν τα παιδιά επάνω στα ποδήλατα που τρέχουνε να παραβγούν λαχανιασμένα την παιδική τους ανεμελιά. Με βλέμματα ξίφη, με άγουρα στήθη, με κορμιά ιδρωμένα από το τρέξιμο στην αλάνα, με γρατσουνισμένα γονατάκια, με λερωμένα από χώματα κοντά παντελονάκια, με ροζ κοκαλάκια στα μαλλιά, με μια μπάλα στο ‘να χέρι και μια φέτα μαρμελάδα στο άλλο κάθε απόγεμα στις πέντε. Εκεί  στους δρόμους. Εκεί στα σοκάκια που μοσχοβολούσαν  μαρμελάδα και σάλτσα από ντομάτα. Την εποχή που η ντομάτα μύριζε ντομάτα. Μαρμελάδα και σάλτσα που σιγόβραζε, όπως η λάβα στα ηφαίστεια, μέσα στον ταβά στις χωματένιες αυλές των σπιτιών που μας γέννησαν. Και ανάμνηση σαν το γλυκό του κουταλιού. Και μια ξεθωριασμένη φιγούρα η μάνα, άλλοτε δίπλα στις γειτόνισσες με χέρια μαύρα απ’ τα φρεσκοκομμένα καρύδια της πράσινης καρυδιάς στην αυλή κι άλλοτε μουλιασμένα στα νερά της μπουγάδας.
Ύστερα κι άλλες μυρωδιές. Μυρωδιές από το άρωμα μιας ανοιξιάτικης βροχής πάνω στο νοτισμένο χώμα. Η μυρωδιά της  βροχής, της μπόρας! Οι φοβεριστικές και πολύκροτες βροντές που ακούγονταν από το υπερπέραν, σαν να ‘ρχονταν από έναν άλλον κόσμο, μακρινό και άγνωστο τόπο, όπως εκείνον από όπου μας επισκέπτονταν οι πελαργοί. Εκείνη η βροχή η ξαφνική, η απροειδοποίητη, ο καταγάλανος ουρανός που ξαφνικά συνοφρυωνόταν και μας έλουζε! Εκείνες τις μπόρες ήτανε που ήθελα να πιω ολόκληρες, όπως το χώμα τη βροχή. Να τις πιω μέχρι την τελευταία στάλα, όπως λένε «άσπρο πάτο» οι παρέες στο γραφικό Τσινάρι. Ήθελα να κάθομαι από κάτω της και κείνη λυσσαλέα να με λούζει, να με κάνει μούσκεμα σαν το παπί... Και μετά η γιαγιά να με μαλώνει! Μου άρεσε πάντα που η γιαγιά με μάλωνε σαν με περίμενε πίσω απ’ την πόρτα για να με βάλει στη σκάφη να με πλύνει με πράσινο σαπούνι και νερό βραστό και να με αλλάξει... και μετά να κουκουλωθώ κάτω από την κουβέρτα που ακόμα αγαπιότανε.
Μα σηκωνόμουνα κρυφά και έτρεχα στις μύτες ξυπόλητο μικρό παιδί και χάζευα από το παράθυρο. Μου άρεσε να κολλάω το μπανιαρισμένο μου μουτράκι πίσω από το τζάμι και να ακουμπάω τα μικρά μου χεράκια επάνω στο δροσερό γυαλί και να του κάνω δαχτυλιές...πολλές δαχτυλιές. Να αφήνω τα αποτυπώματά μου σε κείνο το πρίσμα που μου ‘βαζε τον μικρόκοσμό μου σε βιτρίνα. Να τον χαζεύω και να τον θαυμάζω, όπως οι περαστικοί έξω από τα μαγαζιά στο κέντρο της αγοράς. Αλλά να μην τον πειράζω. Να μην τον αγοράζω. Ούτε να τον εξαγοράζω, ακόμη και με τα καλούδια όλου του κόσμου. Μόνο να τον χαζεύω και να μην τον προσπερνώ, αφήνοντας τα ίχνη μου πάνω στο τζάμι, όπως εκείνα τα χρόνια που άφησαν ανεξίτηλα τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα επάνω στην ψυχή μου. Ποια λήθη?

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

Ρωξάνδρα, ο ορισμός του φεμινισμού!

 «Ε, αφού σου λέω, είναι εγγύηση!»
 «Από τη μία περιμένεις να δεις τι θα κατεβάσει πάλι η κούτρα του κι από την άλλη  είσαι σίγουρος πως  δε θα διαψεύσει τις προσδοκίες σου...»
…Τι οξύμωρη εκτίμηση: Η έκπληξη να είναι γνωστή και αναμενόμενη!
Ευτυχώς που υπάρχουνε άνθρωποι, που τολμούν να ξεθάψουν από τις βιβλιοθήκες και τις ταινιοθήκες λατρεμένα έργα, που άφησαν εποχή, που έδειξαν στο χρόνο αντοχή και επέβαλαν στη βλακεία αποχή! Και δόξασαν εποχές. Στιγμάτισαν θεατές και ανέδειξαν κοινωνίες αυθεντικές… Έργα που βρίθουν από αγάπη, που τονίζουν τη σημαντικότητα της οικογενειακής θαλπωρής, που μετατρέπουν τον εθνικισμό σε πατριωτισμό, που αναδεικνύουν την τοπική μουσική, την τοπική αρχιτεκτονική, την  ιδιωματική γλώσσα και τη γαστριμαργία ενός  χωροχρόνου ως souvenir από το ταξίδι του μυαλού και όχι ως ντροπή για την «εκπάγλου κάλλους μπουρζουαζία»!!!(μμμμμμ….)
Λάτρευα από μικρή την ηθογραφία. Τα πρώτα μου διαβάσματα, στο δημοτικό με θέλανε δανειολήπτη στη δημοτική τράπεζα του λόγου και της τέχνης, τη βιβλιοθήκη.  Και πήρα μια μέρα, κατά τι λιγότερο από μειράκιο, –αν έχεις το θεό σου- τον Ερωτόκριτο αγκαζέ και κουνάμενη σινάμενη τον κουβάλησα στο σπίτι! Δε θα ξεχάσω την έκπληξη της μαμάς! Ένα στόμα χάνου, να διερωτάται και να με ρωτάει: «Τι το θες εσύ αυτό το βιβλίο, οχτώ χρονών παιδί? Αυτό είναι για μεγάλα παιδάκια! Και καταρχήν δε θα το καταλάβεις!» «Και πού με νοιάζει εμένα? Μου άρεσε το εξώφυλλο? Μου άρεσε!: illustration μορφή, βυζαντινές φιγούρες, κρητικής ενδυμασίας, μιας νιας και ενός νιου αγκαλιά…» Με μάγεψαν οι εικόνες, τα χρώματα και οι παραστάσεις που με εγκλώβισαν στις γυαλιστερές σελίδες του… Οι εικόνες τα έλεγαν όλα… μπήκα μέσα, έκλεισαν οι σελίδες πίσω μου και βρέθηκα σε έναν άλλο κόσμο. Εγώ μια φορά κατάλαβα πως κάποιοι αγαπιούνταν. Και μετά δηλαδή που εκείνη (η μαμά μου) μου πήρε τα «Τα λόγια της Πλώρης» και τη «Λυγερή» του Καρκαβίτσα νομίζει πως δε δυσκολεύτηκα, ή μήπως διάβασα τα «άπαντα» του Γρηγορίου Ξενόπουλου στο σύνολό τους?  Αλλά ό,τι ηθογραφικό με μάγευε… με μετέφερε δια μέσου των σελίδων, των αφηγήσεων και των διαλόγων του σε άλλους τόπους, άλλους χώρους, άλλες συνήθειες, άλλες εποχές, άλλες μυρωδιές….
Βασιλικό θέατρο Θεσσαλονίκης. Ώρα Ελλάδος 18.30. Το πρώτο χτύπημά του σκηνοθέτη, πάντα κάτω από  τη μέση. Νόμισα προς στιγμήν, πως ήμουνα η μόνη με τόσο γλυκανάλατη, υγρή θωριά! Ωστόσο, ανακαλύπτω εν τω μέσω των στασιδίων και του απόλυτου σκότους ότι το λοιπόν κοινό, δακρυρροόν εξίσου, προσπαθεί να παρακολουθήσει έως το τέλος της πρώτης σκηνής, μέσα από  τα θολωμένα παραθύρια της ψυχής του, τα μάτια, τις φιγούρες των ηθοποιών σε τεθλασμένη version που ενσαρκώνουν ρόλους γνωστούς, σε άλλους από την περίφημη σειρά της ΕΡΤ και σε άλλους από την ακόμη πιο περίφημη γραφή της αξέχαστης συγγραφέως!
Και τσουπ,  μετά τη γεμάτη συγκίνηση πρώτη σκηνή, μεταξύ  ρυθμών τούρκικου αμανέ και ελληνικότατου μοιρολογιού, ακολουθεί, όπως στο σκοτσέζικο ντουζ,  η  σκηνή του καρσιλαμά, γιορτινού σαν το τραπέζωμα της Πρωτοχρονιάς του 1874, απ’ όπου ξεκινάει και η δράση. Ο καρσιλαμάς, όχι κονσέρβα από ψηφιακό δίσκο συμπιεσμένου ήχου αλλά μιας ζωντανής ορχήστρας επί του άκρου της σκηνής.  Ατίθασα τα πόδια μου, λικνίζονται κάτω από την καρέκλα του μπροστινού μου…
«Η  τύχη μας, λέει, δεν είναι στα χέρια των θεών αλλά στα χέρια εκεινού που μαγειρεύει την τροφή μας» έλεγε ο Κομφούκιος…
«Αχα, χα, χα,χαααα…»
«ο Κομφούζιος? Ποιος είναι πάλι αυτός?»
«Ένας που χώρισε τη γυναίκα του επειδή το ρύζι δεν ήταν ποτέ αρκετά λευκό ούτε ο κιμάς αρκετά καλά κοπανισμένος»…  
Τι επεξήγηση!  Τι προσδιορισμός! Από όσα ήτανε και έκανε ο Κομφούκιος δε μετράει τίποτε παραπάνω από τις απόψεις του περί σπουδαιότητας του μαγειρέματος της τροφής από τη γυναίκα του!!!!!
        Ξέρω τι σκέφτεσαι!: «Τι φαλλοκράτης! Πόσο μισογύνης μπορεί να γίνει ένας άνδρας! Τι καταπίεση δεχόταν το γυναικείο φύλο! Ευτυχώς που η γυναίκα επαναστάτησε και έλυσε το ζυγό της δουλοπρέπειας στον άνδρα!!»
Κάποιος άλλος στέκεται στην επιλογή της συγγραφέως για τον προσδιορισμό του Κομφούκιου! Μα τι πεζότητα! Φαγητό: κοιλιοδουλεία και κατώτερες ζωώδεις ανάγκες!
        Κι όμως! Δεν είναι που οι λέξεις  για τις κατσαρόλες σχηματίζουν εικόνα πανδαισίας και πανδαιμονίας σε μια κουζίνα, δεν είναι που στο άκουσμα του καβουρδισμένου σιμιγδαλιού για χαλλλβά με κανέλα, του ντολλλμά γιαλλλλαντζί, του εκμέκ, του κανταϊφιού, του σεκέρ παρέ, του γλυκού τριαντάφυλλου, του κουκουναριού, το Ιμάμ Μπαϊλντί, οσφραίνεσαι  τα πάντα ήδη αυθυποβάλλοντας τον εαυτό σου στα μυρωδάτα βασανιστήρια μιας πολίτικης κουζίνας, δεν είναι που η εικόνα μιας τέτοιας οικοΔΕΣΠΟΙΝΑΣ σε κάνει να καταλάβεις ότι, όπως και να το κάνουμε, ο στυλοβάτης του σπιτιού ήταν, είναι και θα είναι η γυναίκα, είναι πως βλέποντας κανείς τη Φωτεινή Μπαξεβάνη, να ενσαρκώνει το ρόλο που καθιέρωσε στην κρατική ΕΡΤ άλλοτε η Μπέτυ Βαλάση  καταλαβαίνει πως  ορισμένα πράγματα δεν τα αγγίζει ο χρόνος. Δεν πρέπει να τα αγγίξει, ΑΝΥΠΕΡΘΕΤΩΣ!
        Η φιλοσοφία του καλομαγειρεμένου  φαγητού και ο τρόπος που υποστηρίζεται σου δίνει μάθημα ζωής για το τι σημαίνει γενναιοδωρία και πώς να προσθέσεις στη ζωή σου, νοστιμιά και  ευεξία. Αυτές ήταν οι προτεραιότητες μιας πολίτισσας ενός μικροαστικού ρωμαιομαχαλά που δε συγχρωτιζόταν με την οθωμανική ελίτ αλλά και δεν ασχολούνταν ιδιαίτερα με την πολιτική και επιδιδόταν σε μαγειρικές αλχημείες με την πάλη των μυρωδικών, των μπαχαρικών και των ευωδιαστών εδεσμάτων που με τις μυρωδιές τους αναδεικνύονται σε προτεραιότητα υψίστης σημασίας σε ένα σπίτι κι όχι υποχρέωσης.
Μμμμμ … είπα μυρωδιές… Σαν τα φαγητά της Ρωξάνης ή Ρωξάνδρας ή Λωξάνδρας που ως άριστη οικοδέσποινα δίνει μαθήματα μαγειρικής για μια νόστιμη και γευστική ζωή και ως ηθογραφικός ήρωας, διατελεί το σκοπό της όχι μονάχα επιτρέποντάς μας να μπούμε στο σπίτι της ωσάν σύγχρονοι οργουελικοί Μεγάλοι Αδερφοί  αλλά διδάσκοντάς μας και ήθος! Δοτική, προκομμένη, ευπροσάρμοστη αλλά και επιβλητική, με πυγμή σε θέματα σπιτιού και με «πολιτική» όχι στα κοινωνικά τεκταινόμενα αλλά στις ανθρώπινες σχέσεις, άνθρωπος γεμάτος, με εκτόπισμα. Γεμίζει τη σκηνή, την καρδιά μας και δίνει νόημα στην καθημερινότητα επαναπροσδιορίζοντάς την ως μοναδική γιορτή, γιατί κάθε μέρα είναι διαφορετική και αποστραγγίζοντάς την από τη μιζέρια.
        Ποιος φεμινισμός τώρα και ποια γυναικεία χειραφέτηση? Αν είχε καταλάβει η γυναίκα τον αρχοντικό της ρόλο μέσα στο σπίτι, τον καθοριστικό ρόλο στην ανατροφή των παιδιών, τον ιδανικό της ρόλο σε θέματα σεβασμού στο στεφάνι της, τον πυροσβεστικό της ρόλο στις οικογενειακές μικροπρεπείς διενέξεις και τον σοφό της ρόλο ως καθόλα φιλοσοφικό στην κουζίνα, τώρα δε θα είχαμε τόσα παρατράγουδα κοινωνικά εξ αιτίας του εικονικού επαναστατισμού! Και θα ήταν πιο φεμινίστρια από ποτέ!
        Η Λωξάνδρα σου μαθαίνει να προσέχεις πράγματα της καθημερινότητας και σου δίνει συμβουλές για βασικές αρχές ενός σπιτικού, που μέχρι τώρα κοιτούσες αλλά δεν έβλεπες, άκουγες αλλά δεν πρόσεχες, έτρωγες αλλά δε γευόσουνα:
        Εμπεδώνεις για τα καλά ότι «το λάδι δεν πρέπει να το λυπάσαι στο λαδερό γιατί η λαϊκή παροιμία λέει: “Φάε λάδι κι έλα βράδυ” ». Επίσης ότι «Κάθε λαχανικό στην εποχή του είναι και πιο ωραίο και πιο φτηνό, τι να την κάνεις την κονσέρβα;». Μαθαίνεις μυστικά κουζίνας, όπως το να βάζεις  μπόλικο κρεμμύδι στο γιαλαντζί ντολμά για να κάνεις το ντολμά νόστιμο, όμως να ρίχνεις  μέσα και δυόσμο για να τον κάνεις χωνευτικό. Στο κυδωνάτο που είναι στυφτικό να ρίχνεις  μαζί να βράσουν και τα κουκούτσια του κυδωνιού που είναι τόσο μαλαχτικά για να φέρεις την ισορροπία»... και σου μαθαίνει επίσης να δείχνεις σεβασμό σε ό,τι καρπό γεννάει η φύση και η γης και όχι τα βιομηχανικά και χημικά εργαστήρια…
        Μπαίνεις σε σκέψεις μετά από σοφές συμβουλές για το  ζευγάρι, όπως  «Πώς τη βλέπεις τη γυναίκα σου ύστερα από ένα καλομαγειρεμένο φαγητό και πώς τη βλέπεις όταν έρχεσαι κουρασμένος στο σπίτι σου να φας και βρίσκεις σούπα του μπακάλη (σήμερα τον λένε Μπαρμπα-Στάθη), κονσέρβα και σάλτσα μποτιλιαρισμένη;» ή και «Καλοτάισε τον άντρα σου, αν θέλεις να έχεις άντρα». Και μαθαίνεις πως το σπίτι δεν κρατιέται από τον άνδρα αλλά από τη γυναίκα που από τη φύση της είναι καταδικασμένη να ενσαρκώνει ρόλους, ρόλους, ρόλους αρκεί να το συνειδητοποιήσει νωρίς και να το κατανοήσει όμως και το «ισχυρό» φύλλο. Και πως το σλόγκαν της γνωστής διαφήμισης  «πετάξτε τις κατσαρόλες ψηλά» αποτελεί λάθος  αρχή για τη γυναίκα αλλά καλοστημένο παιχνίδι του καταναλωτισμού.
        Και στέκεσαι επίσης σε βασικές αρχές οικιακής οικονομίας, όπως: «Δεν διατάζουμε ποτέ τη μάνα μας να καθίσει αλλά παρακαλάμε το θεό να είναι πάντα όρθια και στα πόδια της». Σε ένα ξένο σπίτι, και όχι στο δικό μας, όσο οικείο κι αν μας είναι δε δίνουμε ποτέ διαταγές  στους υπηρέτες αλλά αφήνουμε να το κάνουν οι οικοδεσπότες. Και φυσικά έχουμε κάνει αρχή ζωής το «Τις εστί πλούσιος, μπρε; Ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος!»
        Το βασικό είναι πως η Λωξάνδρα, γυναίκα του 19ου  αιώνα, τόσο ρετρό φιγούρα καταφέρνει να μπει στην καρδιά μιας σύγχρονης εργαζόμενης γυναίκας, συζύγου, μάνας, καριερίστριας, όπως την έκανε, για άλλους την εξέλιξε, για πολλούς την κατάντησε ή την εξανάγκασε  το κοινωνικό γίγνεσθαι. Και τη βάζει σε σκέψεις ώστε να αναρωτηθεί τόσο Αυτή όσο και Αυτός πως η πάλη των δύο φύλων δεν υφίσταται, για τον απλούστατο λόγο ότι οι ρόλοι είναι ξεχωριστοί εκ φύσεως και παραπληρωματικοί.
Έφυγα από το θέατρο, χαιρετώντας αλλά και χαιρετίζοντας τον Σωτήρη το Χατζάκη, γνωστός μου χρόόόόνια, για την αναμενόμενη έκπληξη που λέγαμε και πήγα σπίτι κι έφτιαξα  λαδερό, ακολουθώντας τη συμβουλή  της Ρωξάνδρας βάζοντας μπόλικο λάδι!  
Αλλιώς μπρε, τι νόημα θα ‘χε λλλαδερό πράμα?