Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δούναι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δούναι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

Εντός εαυτού


Κάλεσα έξαλλη τον Εαυτό μου σε σύσκεψη. Έκτακτη συνέλευση: «Πρέπει να μιλήσουμε» του είπα με ύφος! Ήταν όλος αφτιά! Δεν πρόλαβε να αντιδράσει και με κοιτούσε ασκαρδαμυκτί. Κιχ δεν έβγαλε. Κατάλαβε πως επρόκειτο για ένα πολύ σοβαρό θέμα. Του είπα πως πρέπει να αρχίσει σιγά σιγά να βάζει ορισμένα πράματα στη θέση τους. Τι θα πει «Έτσι έχω μάθει και έτσι μου μάθανε και άλλες τέτοιες ανοησίες?» Του έθεσα κάποιες ερωτήσεις σαν εκείνες τις γνωστές-κλισέ σε συνεντεύξεις περιοδικών: Σε ρωτάνε «ποιο είναι το μεγαλύτερό σου ελάττωμα?» και απαντάς «Η Συνέπειά μου, η Τελειομανία μου και η Καλοσύνη μου.  Είναι η Κατανόηση, η Υπομονή και η Καρτερικότητα. Είναι η Φιλοτιμία, η Συν-πάθεια και η Αντοχή».
 Έτσι κι αυτός μου πέταξε: την Ανοχή, όταν ανέχεται συμπεριφορές που δεν του ταιριάζουν, αλλά δεν επαναστατεί! Την Ανεκτικότητα, όταν είναι ανεκτικός σε πράξεις που δεν τις θέλει, αλλά τις υπομένει... και τη Δοτικότητα, όταν δίνει σε ανθρώπους που δεν έχουν, αλλά κυρίως δεν πήραν καμιά φορά και ως εκ τούτου δεν έδωσαν ποτέ! Αλλά τρομάζουν! Τρομάζουν να βλέπουν ανθρώπους που δίνουν και δίνονται. Και φοβούνται! Φοβούνται να βλέπουν ανθρώπους να προσφέρουν και να προσφέρονται. Είναι και οι εποχές άλλωστε: κοιτούν καχύποπτα το «δούναι» ψάχνοντας πίσω του να βρουν πού είναι το «λαβείν». Και ψειρίζουν και  αναρωτιούνται. Υποπτεύονται προθέσεις πίσω απ’ τις κινήσεις. Ψάχνουν για μικροπρέπεια πίσω από τη μεγαλοψυχία. Γυρεύουν οφέλη πίσω από τη δωρεά.
Αλλά τι να πεις σε κάποιον άνθρωπο που με τέτοιες ανησυχίες γίνεται ανθρωπάκι? Είναι σαν να ζητάς να αγαπήσει κάποιος που ποτέ του δεν έχει αγαπηθεί. Πληγώνει όμως, γιατί έμαθε να πληγώνεται! Κι ας ξέρει ότι δεν είναι σωστό να περνάει από τη ζωή σου και να πληγώνει. Να δίνει χτυπήματα δυνατά κι όποιον πάρει ο χάρος!
 Αφού βρε συ είσαι τόσο βιαστικός! Γιατί ανοίγεις πληγές, εφόσον δεν έχεις χρόνο να τις κλείσεις?
....Κάπου εκεί λοιπόν, ανάμεσα στη μνήμη και το άλλο της μισό, τη λήθη, πάλευαν κάτι αναμνήσεις να σβηστούν από το χάρτη. Να διαπεράσουν το ανάμεσο αυτού του δυισμού και σφόδρα να στρογγυλοκαθίσουν στη μεριά της λήθης. Τι δεν τις έταξα! Τι δεν τις υποσχέθηκα! Αλλά πετάχτηκε η Μνήμη! Από τότε που τη θυμάμαι… ονειροτόκος μια ζωή: ζει με το παρελθόν για να χτίσει μέλλον. Ονειρεύεται όμως χωρίς να φοβάται. Κι ας ξέρει ότι μόνο κακά όνειρα θα δει. Διότι «όποιος δεν έχει εφιάλτες, μου λέει ειρωνικά, δεν έχει κι όνειρα!» Της είπα πως είναι μάταιο να ελπίζει. Μου απάντησε πως έχει δικαίωμα να απογοητεύεται, όχι όμως να τα παρατά. Της απάντησα ξιπασμένα πως η αφεντιά της δεν είναι παρά ένα νοητό ημερολόγιο –για να μην πω ανόητο!- που του σχίστηκαν κάποιες σελίδες, ενώ άλλες ξεθώριασαν από τον φθοροποιό χρόνο. Εκείνες που ήταν γραμμένες με μολύβι θόλωσαν κι οι άλλες με μελάνι μουσκεύτηκαν από δάκρυα και απλώς λερώθηκαν... άλλες πάλι σελίδες τσαλακώθηκαν, ενώ άλλες τσακώθηκαν. Μεταξύ τους! Δεν έχουν και κοινό παρονομαστή άλλωστε. Η μία κατέγραψε λάθη, η άλλη το σωστό, η τρίτη το πρέπον, μια τέταρτη τα «θέλω», μια άλλη τα «μπορώ». Ετερόκλιτες τελείως! Πώς να συνεχίσουν να συνυπάρχουν στο ίδιο βιβλίο?
Ωστόσο εγώ πρότεινα της Μνήμης να κρατήσει τα καλά, να πετάξει τα άσχημα χωρίς να την κόφτει αν κάποιος κάπου κάποτε μου αντιγύρισε γεμάτος τρόμο όσα του έδωσα φοβούμενος ότι θα ζητήσω από εκείνον άλλα τόσα. Αφού δεν έχει! Τι να μου δώσει? Έτσι νομίζεις ότι βγήκε το «Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος»?