Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σημειολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σημειολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Σημεία Στίξης: "τα εισαγωγικά"

«Τα εισαγωγικά»
Σε εισάγουν...σίγουρα όχι πάντοτε εκεί που πρέπει. Συνήθως σε αναγκάζουν να φυτρώνεις εκεί όπου δεν σε σπέρνεις. Είσαι αναγκασμένος επί μονίμου βάσεως να λαμβάνεις τις έννοιες όπως τις εννοεί ο «άλλος». Εκείνος που ναι μεν είπε, αλλά δεν το εννοούσε όπως το πήρες εσύ και ξεκίνησε ένα μπαράζ αρχικά παρεξηγήσεων, κατόπιν ένα δεύτερο εξηγήσεων για να καταλήξει παρα-εξηγήσεων και δη κουραστικών. Αυτός «ο άλλος» βέβαια μπορεί να είναι πολλές φορές και «ο άλλος σου εαυτός», το «alter ego» σου. Εσύ λες άλλα, εκείνος άλλα. Γενικά δεν συνεννοείστε, διότι «ορίζετε» και οι δύο διαφορετικά τα πράγματα. Εσύ εννοείς αυτό, εκείνος πάλι το άλλο. Και επειδή όλα τα πράγματα ξεκινούν σε αυτήν τη ζωή εξ ορισμού έρχονται οι παρεξηγήσεις ανάμεσα σε σένα και τον ίδιο σου τον εαυτό. Λες εσύ αυτό και λέει ο άλλος το άλλο, αλλά άλλα εννοούσατε και μάλιστα αλλιώς! Δλδ άλλ’ αντ’άλλων! Και μιαν αντάρα που λέει κι η γιαγιά μου! Και σου ‘ρχεται αντράλα! Τελικά «διχάζεται» το πράγμα, μετά χωρίζεται η «προσωπικότητα», από τη μία το «αγγελουδάκι», από την άλλη το «διαβολάκι» για να καταλήξει στην πόλωση των σκέψεων.
Γι’ αυτό, για να μη χρειάζεται όλη την ώρα να επεξηγείς και να βάζεις υστερόγραφα, αστερίσκους, υπομνήματα, υποσημειώσεις, κάνεις «αφτάκια» με τα χέρια σου, ώστε να μην παρεξηγηθεί ο «άλλος» και να καταλάβει ότι εσύ άλλο εννοούσες καθώς το εκστόμιζες...
Ωστόσο τα εισαγωγικά σου λένε και αλήθειες! Είναι υποχρεωμένα να περιχαρακώνουν λέξεις, φράσεις, προτάσεις ολόκληρες, όπως ακριβώς τις είπε κάποιος και μάλιστα ορισμένες από αυτές κάποιος γνωστός στην ιστορία. Κατοχυρώνουν το copyright! Εξασφαλίζουν την αυθεντικότητα των λόγων και γνωστοποιούν την προέλευση. Τα εισαγωγικά προστατεύουν τις ρήσεις από τη λογοκλοπή, εξυψώνουν τη θυμοσοφία σε γνωμικό για να καταντήσει από σοφία σε κάποιους ανθρώπους σε επίδειξη γνώσης και  δοκησισοφία από κάποιους «άλλους».

Επίλογος
Σε κανένα από τα Σημεία Στίξης  δεν έχω αδυναμία
Όλα για κάποιον λόγο υπάρχουν
Όλα κάποιον σκοπό εξυπηρετούν
Ροπές όμως όλοι έχουμε
Και αδυναμίες επίσης
Απλά αναρωτιέμαι τι γίνεται, όταν εκεί που «πρέπει» να κλείσει (η Παρένθεση), δεν κλείνει. Όταν εκεί που «πρέπει» να βάλεις Τελεία, προκύπτει ένα ασθματικό Κόμμα, ή όταν όλες σου οι καταφάσεις, οι μέχρι κάποια στιγμή τέλος πάντων ακέραιες προτάσεις κρίσεως και ολωσδιόλου αποφαντικές, καταλήγουν τεράστια Ερωτηματικά (?). Και το κακό δεν είναι σε τι καταλήγουν, άλλοτε ίσως πώς  καταντούν (και η κατάντια ανθρώπινη κατάσταση και διάσταση στο διηνεκές του χρόνου είναι), αλλά ότι μένουν αναπάντητα ή αλλιώς ανοιχτά. Ανοιχτά και ευπρόσδεκτα και η μόνη απάντηση είναι τα ατελείωτα Αποσιωπητικά, από εκείνα που δεν τολμούν να ανοίξουν το στόμα τους ή εκείνα που φτιάχνουν space του τύπου «συμπληρώστε τα κενά»......................και που αν τυχόν τα συμπληρώσεις, το πιο σύνηθες είναι να κάνεις «λάθος» και το μόνο πράγμα που σώζει την κατά το δοκούν απάντησή σου είναι να την τοποθετήσεις «εντός Εισαγωγικών». Αλλιώς....  

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

Σημεία Στίξης: Το Κόμμα, και το θαυμαστικό!

Το Κόμμα,
αυτό που έκαψε και έκοψε το αρτιγέννητο τότε και θνησιγέννητο φυσικά ελληνικό κράτος, που το χώρισε και το τεμάχισε, που για την ακρίβεια το δίχασε και το κατακερμάτισε. Στις περιπτώσεις αυτές το κόμμα πάντα άφηνε περιθώρια. Δεν ήτανε σαν την τελεία, τουτέστιν, σταματώ εδώ και κάνω εκ νέου αρχή. Τα κόμματα σ’ αυτόν τον τόπο ποτέ δεν πάνε παρακάτω. Επαναλαμβάνονται. Έχουνε σκαλώσει εδώ και 40 χρόνια στην ίδια πολιτική: της διαίρεσης ανάμεσα σε σημαντικές κύριες προτάσεις και σε εξαρτημένες προτάσεις πάντα από άλλους, πάντα από ανθρώπους εξουσίας.
 Στο κόμμα και εν γένει στα κόμματα ξέρουμε ότι οι στάσεις είναι μικρές, οι αναπνοές κοφτές και γενικά η πορεία του λόγου έχει ένα crescendo που πολλές φορές δε σε αφήνει και πολύ να σκεφτείς, παρά σου επιτρέπει μόνο να μιλάς, ασταμάτητα, ακατάπαυστα. Οι δήθεν παύσεις που επιβάλλουν τα κόμματα είναι μια απάτη στους ωτακουστές. Στην πραγματικότητα -στην περίπτωση του «κόμματος»- πάντα ο ομιλών χρησιμοποιεί ή ασύνδετο σχήμα τοποθετώντας πολλές προτάσεις στη σειρά παρατακτικά, όπως στα παραμύθια, δλδ μας «παραμυθιάζει» ή χρησιμοποιεί τη διαδοχική υπόταξη, εγκιβωτίζοντας τη μία δευτερεύουσα μέσα στην άλλη, οπότε οι ακροατές χάνουν τη σειρά, αλλά μένουν στον απλό εντυπωσιασμό που προκάλεσε ο ομιλητής (συνήθως βουλευτής) με τη χρήση του κόμματος (ή το κόμμα με τη «χρήση» του ομιλητή/βουλευτή για να προπαγανδίσει τα θέλω του?) και να οδηγήσει το κοινό βοσκηματωδώς στην κάλπη. Εάν ο ακροατής μάθει τη χρήση του «κόμματος» τότε είναι σίγουρο πως θα βάλει τελεία σε όλο αυτό που γίνεται και θα πάψει να θαυμάζει θαυματοποιούς!

Το θαυμαστικό!
Θαυμάζει συνήθως! Αλλά και απειλεί! Προστάζει ενίοτε! Σαρκάζεται επίσης! Ειρωνεύεται και δείχνει να εκπλήσσεται! Αλίμονο! Το θαυμαστικό είναι από μόνο του σημείο αυτάρεσκο! Θαυμάζει και θαυμάζεται! Κυρίως αυτοθαυμάζεται! Είναι...πώς να το πω?...Ωραιοπαθές! Έχει έναν ναρκισσισμό! Βέέέέβαια!!! Και με το παραπάνω μάλιστα!
 Τα πολλά θαυμαστικά (!!!) προκαλούν και θλίψη! Διότι όταν θαυμάζεις κάτι, θέλεις μόνο να σε γοητεύει! Όχι να σε απογοητεύει! Κι όμως! Πολλές φορές τυχαίνει αυτό το ίδιο που εν αρχή σε γοητεύει μετά από λίγο να σε απογοητεύει! Και από κει που ανοίγεις τα μάτια διάπλατα όλο θαυμασμό, μετά από λίγο να τα συνοφρυώνεις και να εκφράζεις μία πικρία και μια αποστροφή! Δύσκολα να κρατηθεί το αντικείμενο του πόθου σου στην κορυφή! Το βλέπεις να κατρακυλάει, ενίοτε να γκρεμοτσακίζεται, όπως το θαυμαστικό, που εάν το προσέξεις καλά θα δεις μια ευθεία γραμμή κάθετη με μύτη οξεία προς τα κάτω να κυνηγάει να τρυπήσει μία απροστάτευτη τελεία! Σαν να πέφτουν από την ταράτσα ενός ουρανοξύστη! Σαν να κεντράρει το σημείο, σαν να θέλει να το πυροβολήσει! Σαν τη στέκα στο μπιλιάρδο με τις μπάλες! Διχάζεται το θαυμαστικό! Αυτή του η εσωστρέφεια να προσπαθεί η παύλα να εκτοπίσει το σημείο! Αυτοκαταστροφικό!
Και εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει κανένας λόγος μονίμως να θαυμάζεις! Να περιμένεις, να εκπλήσσεσαι και να προσδοκάς! Αυταπάτες! Και απάτες! Απατεωνιές!  Να! Γι’ αυτό τους ταχυδακτυλουργούς τους λέγανε θαυματοποιούς! Να βγάζεις κουνελάκια μέσα από καπέλα! Και μετά τι? Σκέφτηκες ποτέ ότι ο παλιάτσος που σε έκανε να γελάσεις, να θαυμάσεις και να απορήσεις, στα παρασκήνια έβγαζε μια μελαγχολία μοναδική?! Και φυσικά μοναχική! Όχι?! Απορώ πώς όχι!
Το θαυμαστικό δε συνδέεται μόνο με τα θαύματα. Έχει σχέση και με τις απορίες! Κάτι ξέρανε οι αρχαίοι που λέγανε «θαυμάζω» αντί για «απορώ»! Λες γι’ αυτό πολλές φορές το θαυμαστικό να πάει αγκαζέ με το ερωτηματικό!?

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Σημεία Στίξης: (Η Παρένθεση) και η Τελεία.

(Η παρένθεση)
(Παρεξηγημένο σημείο. Περικλείει, λέει, τα μη απαραίτητα. Εκείνα που δεν είναι και τόσο σημαντικά, δεν είναι τόσο απαραίτητα για το νόημα. Όσα περιττεύουν. Ή περισσεύουν? Εμένα πάντως οι παρενθέσεις δε μου φαίνονται και τόσο «αποθηκευτικοί χώροι» όπως τις θέλουν οι γραμματικές και οι γλωσσολόγοι αυτού του πλανήτη. Μία παρένθεση πρώτα από όλα είναι πιο όμορφη από τις αγκύλες. Έχει στρογγυλέψει τις γωνίες της και δεν είναι τόσο άγρια. Είναι πιο αγαπησιάρα. Αυτά που κλείνει μέσα της η παρένθεση μπορεί να πει κανείς ότι τα αγκαλιάζει και μάλιστα με μία θαλπωρή σαν τη μητρική αγκαλιά. Οι παρενθέσεις, παρεξηγημένα στοιχεία, αν και τόσο βοηθητικά! Έχουνε στοιχεία διευκρινιστικά. Αυτά που δεν καταλαβαίνεις από το κυρίως κείμενο, η παρένθεση σου τα κάνει πιο λιανά. Τα προσδιορίζει. Είναι τόσο καλή μαζί μας η παρένθεση! Αλλά κρατάει λίγο. Πάντα οι παρενθέσεις κρατάνε λίγο. Αλλιώς δεν είναι παρενθέσεις. Είναι αγκύλες, με κοφτερές γωνίες ή άγκιστρα. Οι παρενθέσεις πρέπει να κρατάνε λίγο. Τόσο, όσο...
Μετά κουράζουν. Άσε που κινδυνεύουν να γίνουν φλύαρες. Μπορούν να αρχίσουν να κλέβουν και να καρπώνονται στοιχεία από το κυρίως κείμενο. Και τότε σοβαρεύουν. Τότε οι παρενθέσεις δεν έχουν μέσα τους περιττά πράγματα, αλλά κύρια και σοβαρά. Έχουν το σημαντικό, το απαραίτητο, το χωρίς αυτό δεν μπορώ να καταλάβω, να νιώσω, να ζήσω. Και ενδεχομένως, εάν το περιεχόμενο μιας παρένθεσης είναι τόσο δυνατό, τόσο μεγάλο που αρχίζει και γίνεται απαραίτητο, τότε ίσως ο γράφων ξεχάσει να την κλείσει...ή... δεν μπορέσει...
...και τότε μία ανοιχτή παρένθεση θα είναι λειψή. Μία ανοιχτή παρένθεση είναι σαν ανοιχτή πληγή. Θα αρχίσουν να ανακατεύονται τα κυρίως κείμενα με άλλα παρακείμενα και δευτερεύοντα. Θα αρχίσουν τα δεύτερα να παρεισφρέουν στα πρώτα, όπως τα μικρόβια στο τραύμα. Θα μπερδεύεται το σημαντικό με το ασήμαντο, το πρωτεύον με το δευτερεύον, το ουσιαστικό με το ανούσιο και κυρίως το εφήμερο και το παροδικό (όπως αυτό που κλείνουν μέσα τους οι παρενθέσεις της ζωής μας) με το μόνιμο, το σταθερό και το ουσιαστικό που έχει ο βίος μας ολάκερος. Όχι. Δεν πρέπει. Οι παρενθέσεις στη ζωή μας, όπως ανοίγουν, οφείλουν σύντομα να κλείνουν. Πριν γίνουν κυρίως κείμενα και μπερδέψουμε τα αβγά με τα πασχάλια). Τελεία.


Η Τελεία.
Η τελεία είναι το θηλυκό του «Τέλειος». Είναι η κυρία του κυρίου. Είναι αυτή που φτάνει στο τέλος, δλδ στον σκοπό. Όταν βάζεις τελεία δεν έχεις δικαίωμα επιστροφής στα όσα είπες. Δεν θα συνεχίσεις ποτέ με μία εξαρτημένη πρόταση που προσδιορίζει άλλη πρόταση πριν από την τελεία. Δεν στέκει! Πώς το λένε?! Έβαλες τελεία κύριε? Τελείωσες. Πας παρακάτω! Ολοκλήρωσες το νόημά σου, είπες όσα είχες να πεις. Τέλος! Δεν σε θέλουμε άλλο εδώ. Να πας αλλού! Τι ξαναγυρίζεις και συνεχίζεις και μουρμουρίζεις και ξαναλές τα ίδια και τα ίδια και γίνεσαι γραφικός και κουραστικός και επαναλαμβάνεσαι? Στην τελεία καταρχήν σταματάμε. ΣΤΟΠ! Ως εδώ και μη παρέκει. Μαχαίρι. Πας παρακάτω και να μη σε ξαναδούμε πια εδώ. Μη μας φλομώνεις με φρούδες ελπίδες. Μάθε να παραδέχεσαι ρητά ότι τελείωσες.
 Εάν θες όμως να συνεχίσεις, πες κάτι καινούργιο αυτήν τη φορά που να μην αναγκάζει τον άλλον να νομίζει πως έχεις βάλει κόμμα,

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Φληναφήματα!

Σε κούρασε η δοκιμιογραφία περί ανθρωπίνων σχέσεων! Πώς όχι?! Αφού είναι ανεξάντλητη! Κάθε μέρα αφορμές. Που τις δίνεις. Κάθε μέρα σχισμές! Που τις νιώθεις. Ραγίσματα, σπασίματα και θρύψαλα. Κομμάτια! Ισορροπίες ανισόρροπες ανάμεσα σε δυο, ανάμεσα σε τρεις. Εξηγήσεις, παρεξηγήσεις, παρα-εξηγήσεις. Αναλώνεσαι σε συζητήσεις, καταναλώνεσαι με καταχρήσεις. Ζητάς κατανόηση και σου την αρνούνται. Τι σύμπτωση! Και ο άλλος το ίδιο λέει για σένα! Εσύ που έκανες αυτό, εσύ που έκανες το άλλο. Κι ο άλλος που δεν υπολογίζει. Ο άλλος που δεν αναγνωρίζει! Στην ενδοχώρα του «εγώ» ξαφνικά υψώνεις τείχη απροσπέλαστα. Πληγώθηκες, σε πλήγωσαν, πλήγωσες... Και ξαφνικά η αριστοτελική σου φύση αυτοκτονεί: κλείνεσαι στο καβούκι σου, σαν στρείδι κολλάς πάνω σου και σφίγγεσαι, σφίγγεσαι και όλο κλείνεσαι! Δε θες να βλέπεις κανέναν. Για κάποιον λόγο όλοι αποδεικνύονται ανίκανοι να σε βοηθήσουν. Όλοι είναι έξω από εσένα. Δε θα σε καταλάβει κανείς γιατί έμαθες πως σε αυτή τη ζωή ήρθες μόνος σου και μόνος σου θα φύγεις.
Και το πέρασμά της στα δύσκολα θες να το κάνεις μόνος σου. Οκ! Το σέβομαι. Σ’ αφήνω. Μόνος σου. Σίγουρα θα ‘χεις τα δίκια σου. Κατάλαβες πως είμαστε όλοι αμέτοχοι στον πόνο σου. Δε θες να βλέπεις κανέναν. Δε θες να ακούς κανέναν, επειδή πρέπει ή να προσποιηθείς ότι είσαι μια χαρά ή να απολογηθείς γιατί δεν είσαι καλά.
Βοηθάνε και οι καιροί. Είναι δύσκολοι. Μια κρίση απλώνεται πάνω από το βίωμά μας. Την λένε οικονομική κατ’ ευφημισμό! Μα είναι ηθική στ’ αλήθεια. Φτιάξαμε χρυσά κλουβιά χωρίς ιδρώτα δικό μας και τώρα καταλάβαμε πως δεν αρκούν για να περάσουμε καλά. «Τα σπίτια και οι οικογένειες δε χτίζονται με ακριβές εργολαβίες σε κεντρικά σημεία της πόλης» λένε οι παππούδες!
Φοβάσαι! Δύσκολα να αποδεχτώ τον τρόπο που το αντιμετωπίζεις. Ίσως γιατί εσύ δεν είμαι εγώ. Ίσως γιατί αν ήσουν εγώ κι εγώ εσύ θα έγραφες εσύ αντί για εμένα τώρα. Δε θέλω να μου μιλάς για τα σώψυχά σου αλλά θέλω απλά να μου απαντάς όταν νοιάζομαι και σε ρωτάω αν είσαι καλά. Γιατί δλδ θα πρέπει να ξέρω απ’ έξω όλη τη σημειολογία του Eco και να αποκωδικοποιώ συμπεριφορές ανάρμοστες στην κοινωνιολογική μου φύση? Συγνώμη. Αλλά κουράζουν πια οι ιδιαιτερότητες του καθενός. Κι εγώ δε θα μπω πια σε διαδικασίες διδακτορικής έρευνας περί αντιμετωπίσεων των σχέσεών σου, όταν εσύ είσαι στις μαύρες σου! Και  σε αγαπώ. Και το ξέρεις. Και ευκαιρίες σου δίνω. Αλλά Θεός δεν είμαι. Όχι γιατί δεν ξέρω να συγχωρώ αλλά γιατί κουράστηκα να σε ακολουθώ και συ να μη δίνεις δεκάρα. Τι μανία πια σε αυτόν τον κόσμο να γυρίζεις τις πλάτες σου στους μη φταίχτες γιατί απλά δε θέλεις να βλέπεις κανέναν! Τελικά, δε φαίνεται να δείχνω κατανόηση ε? Συγνώμη!
Όχι, όχι! Δεν απευθύνομαι σε σένα! Απλά να!: Να ‘χαμε να λέγαμε!