Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Δεν σκέφτομαι και γράφω!

Όχι δεν σκέφτομαι. Τι να σκεφτώ? Αφού εδώ και μέρες δεν διαθέτω μυαλό. Εκείνο το μέσο, τη βασική προϋπόθεση της ανθρώπινης υπόστασής μου, που υπαγορεύει στο χέρι να αναλάβει δράση και να αποτυπώσει στο χαρτί.... Λείπει. Ταξιδεύει. Παίρνει μία νοερή βαλίτσα, πετάει βιαστικά δυο ρούχα μέσα, άλλα δροσερά, άντε και καμιά πιο ζεστή ζακέτα και φεύγει... Ταξιδεύει σε σημεία του καιρού ανύπαρκτα, από εκείνα που θέλουνε διαβατήριο τα όνειρα. Και να σου πω, ούτε και το ρωτάω πάντα πού πάει. Όπου θέλει. Το αφήνω λάσκα. Άλλωστε εν τη γενέσει του ελεύθερο είναι.  Ενίοτε όμως παλινδρομεί στο χρόνο. Πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω... εκνευριστικά, σαν να περιμένει τη γέννα έξω από το μαιευτήριο. Πετάει, παραπατάει, περπατάει, μα σίγουρα δεν πατάει. Θέλει να ανασυνταχτεί μερικές φορές όμως. Αναγνωρίζει το πρόβλημα, δλδ το ήμισυ της λύσης. Προσπαθεί να συγκεντρωθεί, να μαζέψει τα κομμάτια του. Σ’ αυτό μοιάζουνε με την ψυχή μου. Θρυμματισμένη μερικές φορές κι εκείνη η καημένη αποπειράται να συμμαζωχτεί. Και τα δυο τους, τρελό πανηγύρι. Κομμάτι από δω, κομματάκι από κει, σαν να παίζουνε μόνα τους παζλ. Και μετά, ο γύψος ή ο νάρθηκας. Να κολλήσουν και να γίνουν, όπως πριν. Ένα. Σ’ εκείνη τη φάση συνδράμει, υποτίθεται, η γλώσσα. Η έκφραση. Ο λόγος. Θέλω να αρθρώσω λέξεις, να μιλήσω, να πω λεξούλες, κουβεντούλες. Απλές. Όχι δύσκολες. Να συντάξω απλώς τους βασικούς όρους. Τα υποκείμενα με τα κατηγορήματα. Και τις κατηγορίες. Μπα! Δεν με ακούει η άρθρωσή μου. Τα φωνήεντα μένουνε άφωνα και τα σύμφωνα δεν συμφωνούν με τίποτα μαζί μου σήμερα. Άναρθρα, μου λένε, είναι καλύτερα. Κραυγές, οιμωγές, βογγητά. Έτσι. Πρωτόγονα. Σαν να θέλει η εξέλιξη να γυρίσει το χρόνο πίσω. Η θεωρία του Δαρβίνου απ’ την ανάποδη. Δεν θα πιέσω ούτε το μυαλό μου, ούτε τη μύτη από το μολύβι απόψε επάνω στο χαρτί. Απλά θα παριστάνω μόνο τη χοάνη. Και θα ρουφώ με τα μάτια μου ό,τι βλέπω και παρατηρώ μέσα στο γεμάτο από βιβλία δωμάτιό μου. Και θα ερωτοτροπώ. Με το χαρτί, με το στυλό, με τις ράχες από τα πολυκαιρισμένα μου βιβλία, με το μυαλό. Εκείνο που δεν έχω. Αλλά θα το στύψω, κι ας μην το ‘χω εδώ. Κάποια στιγμή θα θυμηθεί τον πρόγονό του τον Οδυσσέα και θα γυρίσει πίσω. Για να σκεφτώ και να γράψω...Τι στο καλό? Αφού συνεχώς οι ιδέες στο κεφάλι μου στριφογυρίζουν στο λεπτό σαν να βρίσκονται μέσα σε πλυντήριο...και σβουρίζουν!
Σήμερα τι έπαθαν?

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Αν ήμουνα...


...αν ήμουνα ένα άλογο πραγματάκι, ένα αντικείμενο δίχως λόγο, χωρίς λογική…. αν ήμουνα ένα μπαρμπαδελάκι τόσο δα μικρό, φαινομενικά ασήμαντο, αλλά στην πράξη σημαντικό, κι αν μπορούσα να μιλήσω...

... τι ιστορίες θα είχα να διηγηθώ?

 Φαντάζομαι πως αν ήμουνα ένα πιρουνάκι... από εκείνα στα μεγάλα και περίλαμπρα εστιατόρια, κάθε τόσο θα μπαινοέβγαινα σε διάφορα ίσως και αδιάφορα στόματα, θα προσέκρουα σε δόντια κοφτερά και γυαλιστερά ή σάπια. Νεογιλά ή φρονιμίτες. Θα εισχωρούσα σε στόματα απύλωτα ή ραμμένα, με κραγιόν ή χωρίς, σε χείλη σαρκώδη και θα έθιγα γλώσσες ολιγομίλητες. Θα αντίκριζα σιελογόνους αδένες που θα εξέρεαν με εντολές του εγκεφάλου. Θα στόλιζα τραπέζια με λευκά τραπεζομάντιλα κάτι μέρες λαμπερές, όπως σε συνεστιάσεις σοβαρές κι ύστερα θα στριμωχνόμουνα σε ένα πλυντήριο πιάτων μαζί με άλλα πιρούνια, κουζινομάχαιρα και πιατικά. Θα λερωνόμουνα, θα ξαναπλυνόμουνα. Μετά θα έμπαινα σε συρτάρια μεγάλα και αδιάφορα, παγερά, ώσπου να με ξαναστολίσουν επάνω σε λευκές υφασμάτινες πετσέτες την επόμενη φορά, για να διεισδύσω στο επόμενο στόμα, να τρυπήσω την επόμενη ζουμερή ντομάτα, να ισορροπήσω επάνω μου το επόμενο ψημένο κοτοπουλάκι...

Κι αν ήμουνα ένας γάτος φοβερός από αυτούς που μπαινοβγαίνουνε στους κάδους, θα έψαχνα στα σκουπίδια να βρω μια ελπίδα επιβίωσης, θα ξέσκιζα σακούλες με αποφάγια και θα γράπωνα ποντικούς που θα τρέχανε να κρυφτούν στους υπονόμους... ίσως να κυνηγούσα και κουβάρια με μαλλιά μπλεγμένα ή άνευ, θα φορούσα πέταλα ή όχι και θα ήμουνα πάντα πονηρός... για να μη με πιάνει κανένας...

Αλλά θα μπορούσα να είμαι και χαλί...να με πατήσεις και να σου δίνω τον κόσμο όλο. Να κάνω ομορφότερο το περπάτημά σου, πιο ζεστά τα πόδια σου και φιλόξενο το περιβάλλον σου. Κι ας με ποδοπατούσες. Εγώ μια φορά θα σε έβλεπα πάντα από κάτω προς τα επάνω και θα μου φαινόσουνα πανύψηλος και ευθυτενής. Θα δεχόμουνα τη βρομιά, τη λάσπη, τη σκόνη και τη δυσωδία. Θα άντεχα όλα τα βάρη του σπιτιού, ακόμη και τα πιο μεγάλα. Ίσως ως χαλί να είχα το μαύρο μου το χάλι, αλλά cest la vie...

Αν πάλι ήμουνα ένα δέντρο...από εκείνα τα πολυετή, τα μεγάλα, τα τεράστια στις πλατείες των ελληνικών χωριών, θα είχα να σου διηγηθώ περισσότερα... Θα έβλεπαν πολλά τα μάτια μου, θα άκουγαν πολλές ιστορίες τα αφτιά μου από παππούδες με πλατιά στριφογυριστά μουστάκια καθώς θα θυμούνταν και θα σιγομουρμούριζαν κάτω από την παχιά σκιά μου τις ιστορίες πολέμου βλέποντας τους πάτους των ποτηριών με το ουζάκι τους να ασπρίζουν. Και ίσως, δυστυχώς, να είχα πληγές στον κορμό μου, από σφαίρες κάποιου μακρινού ή κοντινού πολέμου, και ίσως να είχαν κρεμάσει κάποιοι κεφάλια στα κλαδιά μου σε κάποια αιματηρή από τον εμφύλιο πλατεία. Αλλά θα είχα κρύψει και παιδάκια στην κουφάλα μου, καθώς θα παίζανε κρυφτό τα δροσερά αυγουστιάτικα βραδάκια. Και θα είχα βγάλει ρίζες και δε θα με κουνούσε κανείς. Γι’ αυτό θα ήμουνα πάντα εκεί, για σένα. Και θα ‘ξερες πάντα πού θα με βρεις...

Κι αν ήμουνα βουνό... θα παράβγαινα δυσκολίες που θα ήτανε εξ ίσου βουνό και θα ήμουν μαθημένο απ’ τα χιόνια. Θα χαιρετούσα τα πουλιά, θα φιλούσα τον ουρανό και θα φλέρταρα με τα σύννεφα, θα σήκωνα στις πλάτες μου ορειβάτες και όποιον παίρνει τα βουνά. Θα χαμογελούσα στα αεροπλάνα και θα ανέτειλα ή θα έδυα τον ήλιο για να χαρίζω στον κόσμο ανατολές και ηλιοβασιλέματα. Θα στεκόμουνα ψηλό και αγέρωχο, περήφανο και ιστορικό να σας πω για μάχες, αντάρτες και κλεφτοπολέμους, αλλά και για λατρεμένους σκιέρ που ανεβοκατεβαίνουν πάνω μου χαϊδεύοντας τις ράχες μου απαλά...

Αν ήμουν θάλασσα... θα ήμουνα μυστήρια, μυστηριώδης και θα είχα μυστικά στα βαθιά μου υγρά σπλάχνα. Θα θύμωνα και θα γαλήνευα. Θα με πετροβολούσανε οι μάνες και οι γυναίκες των σφουγγαράδων, όταν δε θα τους γύριζα στα σπίτια τους και θα τους κρατούσα εκεί στα βάθη, παρέα με τα ψάρια και τα κοράλλια. Θα φιλοξενούσα γοργόνες και θα αγκάλιαζα τις βάρκες. Θα μπλεκόμουνα στα δίχτυα και θα ‘κανα παρέα τους θαλασσόλυκους ψαράδες. Θα είχα το προνόμιο να μπαίνω στην αγκαλιά της Σαλονίκης...

Μα δεν είμαι: ούτε πιρουνάκι, ούτε γάτος, ούτε χαλί, ούτε δέντρο, ούτε βουνό, ούτε θάλασσα... είμαι ένα απλό μικρό μικρούτσικο ανθρωπάκι. Από αυτά που κάνουν υποθέσεις, έχουν σκέψεις και καταγράφουν εικόνες μιας καθημερινότητας τόσο ασήμαντης φαινομενικά, που όμως αν το σκεφτείς κρύβει μέσα της ιστορίες ζωής. Γιατί μπορεί να μας μάθανε στο σχολείο πως η γη γυρίζει γύρω από τον εαυτό της, αλλά κι εμείς ξεχνάμε πως η καθημερινότητα γυρίζει γύρω από τη γη διαγράφοντας την τροχιά της ιστορίας, είτε της επίσημης, είτε της ανεπίσημης αλλά τόσο σημαντικής.


Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Όταν η Εντελέχεια συνάντησε την Ενδελέχεια (?)


Αν αναζητάς τον εαυτό σου στις μίζερες υποσχέσεις των άλλων...Αν σου τάξανε, αλλά δε σου δώσανε, δε σου φέρανε και δεν πήρες, τότε ίσως είναι καλύτερα να στηριχτείς στα πόδια σου, στον εαυτό σου και στην εύθραυστη αλλά εγωλαγνική –κατά βάθος- αυτοπεποίθησή σου! Αποζήτα να μείνεις μόνος σου, για να σκεφτείς νωπά και να ανακτήσεις θρυμματισμένες δυνάμεις σκεπτόμενος! Θα αισθανθείς πως η πανηγυρτζίδικη κοινωνικότητά σου οφείλει προς ώρας να σε εγκαταλείψει.  Κλείδωσέ την κι εσύ σε ένα ντουλάπι και πέτα το κλειδί στη θάλασσα. Τότε θα συνδιαλεχτείς μόνο με τη φλύαρη συνείδησή σου και τη μεθυσμένη μοναξιά σου. Θα έχεις παρέα τον εαυτό σου και δε θα τολμάς να του λες ψέματα για τίποτα. Είναι ο μόνος που μπορεί να σε καταλάβει όταν ψεύδεσαι και να σου τραβήξει το αφτί αν πεις κάτι που δεν ισχύει. Οι άλλοι ας κάνουν τη δουλειά τους...
Η ώρα της σκέψης λοιπόν μπορεί να σε βρίσκει παντού! «Πρέπει να φύγεις!» ίσως να φωνάζει η συνείδηση πανικόβλητη! «Έχεις να κάνεις αυτό, εκείνο, το άλλο, το παράλλο! Κουνήσου». Υπάρχει όμως εκείνη η ώρα που δε θες να ακούσεις κανέναν, αλλά θες να επιτρέψεις στο κορμί σου να κάνει ό,τι θέλει. Να κινηθεί ή να μην κουνηθεί από κει που καθηλώθηκε, αλλά μόνο να σκέφτεται. Να βλέπει, να ακούει και να κάνει παρεκτάσεις ο νους, πέρα από όσα βλέπει...
 Να, κάτι τέτοια κάνω καθώς κάθομαι στο χορτάρι του γηπέδου «...που δεν το χορταίνω!». Δε χορταίνω όντας ξαπλωμένη κάτω να σκέφτομαι και να βλέπω... τα μικρά τοσοδούλικα παιδάκια να βιώνουν στο πετσί τους την ελευθερία από το σχολείο και το πάθος τους για παιχνίδι μαλώνοντας για τους κανόνες του παιχνιδιού καθώς χαίρονται, ίσως γιατί δεν αντιλαμβάνονται ακόμα πως τα περισσότερα παιχνίδια είναι σικέ! Και δε χορταίνω να κάθομαι μόνη αποφεύγοντας τον ίδιο μου τον κακό εαυτό. Ναι! Ακόμη κι εκείνον μπορώ να μην του μιλάω μερικές φορές. Και είμαι ΜΟΝΗ παρατηρώντας τους άλλους και τα άλλα. Περπατώντας ή τρέχοντας. Κάνοντας ξάπλες και κοιτώντας μόνο ουρανό. Μεγάλα κομμάτια γαλάζιου ουρανού. Ενός ουρανού που όσο τον κοιτάω βαθαίνει. Κι όσο τον κοιτάω γίνεται πιο γαλάζιος. Και που όσο τον κοιτάω άλλο τόσο τα σύννεφα αισθάνονται ενοχλητικά και κάνουν τόπο. Παραμερίζονται από μπροστά μου για να περάσει το διορατικό μου βλέμμα. Βλέποντας μόνο μπροστά και ποτέ πίσω...
Αντιστοίχως το ερώτημα είναι κατά πόσο η «ταβανοσκόπηση» ή η «θαλασσοσκόπηση» ή η «τοιχοσκόπηση» αποτελούν επένδυση στη ζωή κάποιου. Γιατί δεν καταλαβαίνω εκείνα τα δεδομένα που μας περικυκλώνουν, όπως η κεκτημένη ταχύτητα η μεταδιδόμενη από την τρελή ταχύτητα της γης επάνω μας, καθώς διαγράφει τροχιές γύρω από τον ήλιο ή όπως στριφογυρνάει φιλάρεσκα γύρω από τον εαυτό της. Όντως! Πολλές είναι οι φορές που δεν έχω καταλάβει γιατί τρέχω. Γιατί τρέχουμε σαν τα χαζά πάνω κάτω? Πιάνω τον εαυτό μου να άγχεται και να μάχεται σε μάχες προδιαγεγραμμένες, σε παιχνίδια στημένα.
Και τι να νικήσεις? Τον ανίκητο και αεικίνητο χρόνο? Σε τι να αντισταθείς? Στο κομμάτι που όρισαν οι Μοίρες και οι Ώρες πάνω από την κούνια σου τη μέρα που γεννιόσουνα? Ή μήπως να ξεπεράσεις τις ανυπέρβλητες ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ?
Και ξαφνικά, εκεί που αντιλαμβάνεσαι και ψευτοσυνειδητοποιείς κάτω από το ταβάνι ότι ο αγώνας φαντάζει μάταιος, πιάνεις τον εαυτό σου να στέκεται στην άκρη του δρόμου. Γυρίζεις το κεφάλι σου για να κοιτάξουν τα μάτια σου εκεί που πριν λίγο καθώς περπατούσες κοιτούσε η πλάτη σου. Και διαπιστώνεις καθώς σκέφτεσαι πως ήσουνα τόσο απορροφημένος όλον τον καιρό, που έκανες χιλιόμετρα χωρίς να δεις τι ήτανε γύρω σου. Έχασες οσμές πρωτόγνωρες και πρωτόγονες, αψήφησες φερορμόνες και διέγραψες εικόνες που δεν αποτύπωσαν τίποτα οι κλεφτές ματιές σου, γιατί κοιτούσες μα δεν έβλεπες. Ξέχασες ήχους και ηχοχρώματα, αρώματα και γεύσεις. Τι να σου αφήσει το fast-food στους γευστικούς σου κάλυκες? 

Τι να σου κάνουν οι άλλοι και οι υποσχέσεις τους?
Επικοινωνούσες με τους απόντες με ένα κινητό-σκουλαρίκι στο αφτί, ενίοτε με δύο ταυτόχρονα, αλλά δεν κοινώνησες τους ανθρώπους που είχες στο πλάι σου και καθόντουσαν δίπλα σου πιάνοντάς σου το χέρι. Μόνο έτρεχες. Και εσύ και η σκέψη σου. Και το κακό είναι ότι ο χρόνος δεν έχει όπισθεν. Φεύγει ανεπιστρεπτί χωρίς περιθώρια αλλαγής. Σου έδωσε ευκαιρίες. Αν τις έζησες, καλώς, αν πάλι τις προσπέρασες, επιλογή σου! Μπορεί να έρθουν άλλες, μπορεί όχι. Το τίμημα μια φορά θα το πληρώσεις μόνος σου.
Και τώρα που σκέφτεσαι όλα αυτά είσαι πάλι μόνος. Εσύ και ένα ταβάνι, ένας ουρανός ή μια θάλασσα. Τελικά ναι, είναι ωραία ώρα! Να αδειάζει το κεφάλι σου κάνοντας απολογισμό των πεπραγμένων. Να ηρεμείς τις σκέψεις σου, να κοιμίζεις λίγο ακόμη τα όνειρά σου και να τα μακραίνεις. Να τα σκηνοθετείς για να τα δώσεις σάρκα και οστά. Και να φαντάζεσαι. Συνάμα να φαντασιώνεσαι. Να πλαισιώνεσαι χαμένος από δυνατά, δυνάμει αλλά και αδύνατα ή αδύναμα σενάρια με σκηνοθέτη εσένα, πρωταγωνιστή πάλι εσένα, συμπρωταγωνιστή όποιον θέλεις, αλλά και κομπάρσο πάλι εσένα. Σκεπτόμενος, λοιπόν, και ανανεωμένος, γεμάτος από νοσταλγικά όνειρα που θα δεις στο μέλλον.
Και η προβολή θα γίνεται πάνω στο γαλάζιο του ουρανού ή της θάλασσας, ή σε άσπρο, όχι πανί, αλλά ταβάνι. Το σώμα θα ηρεμεί, η αναπνοή θα είναι φυσιολογική, τα μάτια κλειστά να βλέπουνε ξεκάθαρα τις ανησυχίες του μυαλού κι άλλες φορές ανοιχτά για να ρουφούν το απόλυτο λευκό. Κι έτσι, εν λευκώ, η ζωή σου θα παίρνει κουράγιο. Θα καταμετράει τα λάθη, θα εκτιμάει τα κατορθώματα, θα χαμογελάει σε γλυκές αναμνήσεις, θα ευλογάει τις κακές μνήμες για να τις αποθέτει στη λήθη και να ονειρεύεται το αύριο για να μην επαναλάβει τα ίδια και να μην προσπερνάει την καθημερινότητα αδιάφορα.
Ε ναι, θέλω να γεμίσω τα μάτια μου με ουρανό. Να ξεχειλίσει το μπλε του ουρανού από τα μάτια μου. Θέλω να με πνίξει το γαλάζιο που ακουμπάει και ξαπλώνει πάνω στις στέγες των σπιτιών του χωριού, εκεί που γίνεται ένα με το  πράσινο του ορίζοντα+. Πέρα, μακριά, στους πέρα κάμπους. Αλλά κι εκεί που με περικυκλώνουν τα βουνά, που μου θυμίζουν ότι έχω όρια, αλλά ταυτόχρονα με προκαλούν να τα ξεπεράσω. Τα βουνά που μου φέρουν στον νου τις δυσκολίες μου, αλλά που με εξιτάρουν στην ιδέα ότι ξεπερνιούνται.   
Άνθρωπε, σώπα μια στιγμή στο χρόνο και μάθε να ακούς. Άκου όσα δεν μπορεί να σου πει καμία γλώσσα στον κόσμο  ακόμη και η πιο πλούσια. Άκου το μπλε του ουρανού και το βαθύ της θάλασσας. Άκου την πέτρα και το ξερό χορτάρι τι ήχους βγάζει όταν το θίξει η σαύρα. Άκου και σένα! Κάτι φωνάζει μέσα σου τόσον καιρό που η κεκτημένη σου ταχύτητα της καθημερινότητας δε σε αφήνει να προσέξεις. Αφού το ξέρεις πως ο σκοπός της ζωής σου βρίσκεται μέσα σου. Τι τον ψάχνεις έξω από κει? Το είπε και ο Αριστοτέλης και το ονόμασε εντελέχεια...αρκεί καθώς ψάχνεις να δείξεις σχολαστικότητα, φροντίδα και ενδελέχεια (?).

Μη φοβάσαι τη μοναξιά! Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας!


Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

Ένα Υποκειμενικό Αντι-κείμενο

Τα Υπο-κείμενα είναι:
Λέξεις, έξεις, σκέψεις
που
ξεστομίζονται, χαράσσονται, τυπώνονται.
Από
το στόμα μου, το μυαλό μου, την ορμή μου
στην
ψυχή μου, την καρδιά μου, στο χαρτί μου.
Κάθε
μέρα, κάθε στιγμή, κάθε ώρα.
Στη
δουλειά, στο σπίτι, στην ενδιάμεση διαδρομή.
Μόνη, με άλλον, με άλλους.
Φίλους, γνωστούς και αγνώστους.
Για να
εκφράσω, να πληροφορήσω, να επικοινωνήσω.
Ακόμη και
κουρασμένη, ζαλισμένη, αφηρημένη.
Επειδή
ελευθερώνομαι, εκστασιάζομαι, ενθουσιάζομαι.
Με
ανθρώπους, καταστάσεις, γεγονότα.
Που
γίνανε, γίνονται, μπορεί να γίνουν.
------------------------------
Άλλα Υπο-κείμενα είναι:
Υποψήφιες καταστάσεις,
 δυνάμει συμβάντα,
προσχεδιασμένα μελλούμενα,
που
κατέκτησαν κάποιες γραμμές στην ιστορία,
βρίσκονται σε τροχιά μονόδρομης πορείας,
εγκλωβίζονται σε κασσάνδρειες  προβλέψεις.
Και
γεννάνε
σκέψεις,
γίνανε
θέσεις,
γνωρίσανε
κρίσεις,
κριτικές, αντιθέσεις.
Λέξεις! Σκέψεις! Γνώσεις!
...και Άγνοιες!
Αγνές και επικίνδυνες!
----------------------

Υπο-κείμενο το Εγώ:
Τρυπώνω σε ματωμένες καρδιές που ζητάν στοργή.
Υποκλέπτω ψιθυριστές ματιές που πετάν οργή.
Καταλαβαίνω σπασμωδικές κινήσεις χωρίς επιλογή.
Γελάω, κλαίω, θυμώνω, ηρεμώ και πάλι από την αρχή.

Περιστρέφονται σαν αέναοι δορυφόροι γύρω απ’ τη φαιά μου ουσία
ιδέες,
μου πήραν την ενέργεια
οι ιδέες
και γίναν Υπο-κείμενο..
και...
----------------------------
σαν σίφουνες στροβιλίζουν,
αεικίνητες πιρουέτες μπαλαρίνας,
χορεύουν; σαρώνουν; εκπέμπουν;
Τα πάντα!
Οι ιδέες δεν είναι πάντα φωτεινές.
Κάνουν τις σκέψεις σκοτεινές.
Καταστρέφουν ζωές, οικογένειες, γενιές.
Ζαλίζουν ηρεμίες,
 ταράσσουν γαλήνια νερά,
σείουν επαναπαυμένα βολέματα.
Οι ιδέες γυρίζουν σαν να ‘ναι πάνω σε φτερό ανεμόμυλου,
μπερδεύονται με τις σκέψεις, τις κρίσεις και τις λέξεις.
Ξεστομίζονται, πέφτουν πάνω σε τοίχο!
Άλλοτε τον τρυπούν και βγαίνουν απ’ απέναντι
κι άλλοτε πέφτουν κάτω.

Ποιος να μαζέψει τις σκέψεις μου απ’ το πάτωμα;
Και να τις κάνει τι;
Δεν πουλάνε πια οι σκέψεις ούτε οι ιδέες, ούτε οι λέξεις!
Απλά κουράζουν.
Έχουν δυαδική φύση,
δημιουργούν προβλήματα αλλά δίνουν και λύσεις
σε ταξιδεύουν μακριά αλλά και προσγειώνουν συνειδήσεις,
χτίζουν ελπίδες  αλλά γκρεμίζουν και όνειρα,
νοσταλγούν πατρίδες αλλά και ξενιτεύονται,
εμπνέονται οδύσσειες και πολεμούν για πουκάμισα αδειανά,
έχουν αίσθηση, κάποτε συναίσθηση,
αλλά έχουν και αισθήσεις, και ψευδαισθήσεις, και παραισθήσεις.
Ανεβάζουν τον πήχη στις βλέψεις μου,
γκρεμοτσακίζουν τους στόχους μου απ’ τα βράχια,
αγκαλιάζουν τη μοναξιά μου
παρηγορούν τις απογοητεύσεις μου.


Οφού!!!!
 «Σταμάτα πια να σκέφτεσαι!» φωνάζουν όλοι!!!
Μα γιατί; Είναι κακούργημα;
«Είναι!
Όταν οι σκέψεις εποφθαλμιούν την ηρεμία στο στομάχι σου...
Όταν διεκδικούν την ηρεμία από τα νεύρα σου...
Όταν αποσπούν τον ύπνο από τα βράδια σου.»

Σταματώ να σκέφτομαι.
Πότε?
Όταν πέφτω για ύπνο και ονειρεύομαι.

Τελευταία όμως κοιμάμαι όρθια!

-Είναι που βιάζομαι να κάνω όνειρα που μου επιτρέπουν μονάχα τα σεντόνια.
-Είναι η κούραση, ηλίθια, και η πραγματικότητα που σου
 απαγορεύουν (κι όχι υπαγορεύουν)
 να ζήσεις ωραία χρόνια.

Πάνε αυτά. Περάσανε.