Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σπίτι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σπίτι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Οίκος Αντοχής!


Το ανέκδοτο της ημέρας
Ρωτάει ένα κοριτσάκι στη μάνα του: «Μαμά, γιατί στο κεφάλι σου έχεις βγάλει άσπρες τρίχες?» κι εκείνη του απαντάει με περισσή εξυπνάδα: «Γιατί όταν ένα κοριτσάκι στεναχωρεί τη μαμά του, εκείνη από τη στεναχώρια της βγάζει και μια άσπρη τρίχα»... «Αααα!» λέει το κοριτσάκι «Τώρα κατάλαβα γιατί η γιαγιά έχει όλο της το κεφάλι κάτασπρο!»

Αν ο καθένας πάρει το δισάκι του στον ώμο και απομακρυνθεί από το σπίτι του μετά τα 18, είναι πολύ δύσκολο να επανέλθει αναίμακτα! Μία, μία μόνο ήτανε η μέρα που χρειάστηκε να μείνω με την λοιπή μου οικογένεια, κάτι λιγότερο από ένα 24ωρο για να καταλάβω πως μας αρέσει περισσότερο να ξοδεύουμε τα χρήματά μας σε τηλεφωνικές επικοινωνίες του τύπου «Πώς είσαι? Τι έφαγες? Πώς τα περνάς?» παρά να είμαστε, να τρώμε και να περνάμε τoν χρόνο μας όλοι μαζί για πάνω από x ώρες! Σκορπισμένη η ευρύτερη οικογένεια εδώ και αρκετά χρόνια στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα εν Ελλάδι και ενίοτε στα εξωτερικά, είπε η τύχη, αν και μαύρη,  να μας «ενώσει» ένα Σαββατοκύριακο (εκτός από τα καθιερωμένα). Όπου το «ενώσει» αποτελεί σχήμα λόγου. Διότι η χημεία, απαραίτητο συστατικό των κάθε λογής σχέσεων,  έχει κι εκείνη τη διπλή της φύση. Και το να την αναζητούμε σε κάθε μας σχέση δεν προεξοφλεί μόνο χημικές ενώσεις, αλλά και χημικές αντιδράσεις, ενίοτε μάλιστα εκρηκτικές. Διανύοντας, λοιπόν, έκαστος διαφορετική δεκαετία στη ζωή του, άλλος την 4η, άλλος την 6η, άλλος την 7η και άλλος την 8η, το χάσμα δε φαντάζει απλά γενεών, αλλά μάλλον γενναίων, όπου πρέπει όλοι να επιδείξουνε θάρρος, αρετή και τόλμη για να υπερκεράσουνε το «εγώ» τους, το χτισμένο εδώ και πολλές δεκαετίες, για να μην πω οχυρωμένο σαν κάστρο απόρθητο σε πυρά και βέλη.  
Κανείς δε θέλει να βγει από το καβούκι του, κανείς να κάνει πίσω στη γραμμή του. Ο καθείς έχει μάθει με ένα δικό του modus vivendi, απαράβατο που λειτουργεί ως μέτρο για να μετρήσει του αλλουνού και να το αποδείξει λάθος! Ο ένας αναζητάει την ησυχία του, ο άλλος ζει με τη φασαρία, ο τρίτος θέλει να γκρινιάζει, ο άλλος να είναι στεναχωρημένος και να το δείχνει και γενικώς στο τέλος η ένταση κορυφώνεται για να γίνει υπερένταση που τρώει την ηρεμία τη δική του και τα σωθικά του άλλου, και καταπίνει κάθε ίχνος διακριτικότητας, ώστε να γίνουμε μαλλιά κουβάρια! Προβλήματα σοβαρά δεν έχουμε, αλλά μια χαρά τα κατασκευάζουμε. Τα «κατηγορώ», που δεν έχουνε σαφώς καμία κακία, εκσφενδονίζονται σαν δηλητηριώδη βέλη στον άλλον και σίγουρα λέγονται πάνω σε νεύρα και πιο σίγουρα αυτός που τα είπε δεν τα εννοούσε: «Δε θες κανέναν, έχεις μάθει μόνη σου!» φωνάζει η μάνα μου γεμάτη οργή! Που αν το «αναλύσεις» στην τελική ναι, όταν δουλεύω, που η δουλειά μου σημαίνει διάβασμα ΠΟΛΥ και γράψιμο, θέλω απομόνωση, ηρεμία και μία συγκέντρωση που όσο κι αν θέλω να βγάλω τη γυναικεία μου φύση -που θέλει ταυτόχρονα να μαγειρεύω, να μιλάω στο τηλέφωνο, να προσέχω το πιτσιρίκι, να σιδερώνω το πουκάμισο του άντρα μου και να μου διαβάζουνε το ζώδιό μου στην τηλεόραση- εγώ απαιτώ ΗΣΥΧΙΑ και να μην κουνιέται φύλλο! Καμιά φορά με ενοχλούν και οι ανάσες! Στο κάτω-κάτω ούτε πιτσιρίκι έχω για να το προσέχω, ούτε άντρα για να του σιδερώσω το πουκάμισο, ούτε τηλεόραση για να παρακολουθώ τα ζώδια! Και αν ποτέ αποκτήσω θα είναι από επιλογή μου, όχι από επιλογή άλλων. Στον αντίποδα της εξομολόγησης και υπεράσπισης του δικαίου βρίσκεται η λεγόμενη αντεπιχειρηματολογία, η οποία κραυγάζει με εκκωφαντικό κρότο και με μια φωνή που υποστηρίζει πως δεν φύτρωσα, αλλά γεννήθηκα από ανθρώπους που πάντα έτρεχαν για μένα, πάντα με νοιάζονταν και πάντα θυσιάζονταν. Αυτά περί τύψεων όμως, διότι ουδείς ισχυρίστηκε το αντίθετο! Ούτε μειώνει τις αποστάσεις! Άλλωστε οι αποστάσεις που μειώθηκαν είναι σαφώς μόνο οι χιλιομετρικές! Η τεχνολογία για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ανίκανη να μειώσει τις ψυχολογικές ή αυτές της συνεννόησης! Κι ας πληγώνονται οι τεχνοκράτες!
Οι σχέσεις είναι περίεργες και σαφώς οριακές! Μπορεί κανείς να παρατραβήξει το σκοινί και να θιχτείς. Μπορεί να τραβήξει και μια κλωστή και να ‘ναι αυτή από την οποία κρέμεται η σχέση. Στα πλαίσια της (ελληνικής) οικογένειας τα πράγματα είναι εντονότερα! Μας αρέσει το «όλοι», το οικογενειακό, το ζεστασιάρικο, αλλά οι ηλικίες έχουνε όρια. Όχι στις δυνατότητες, αλλά στις αντοχές και στις ανοχές! Όσο για ενοχές? Κανένα «εγώ» εν θερμώ δεν έχει ενοχές. Μόνο το «εσύ» είναι ενοχικό, και γι’ αυτό έχει φροντίσει μια χαρά το «εγώ». Και τι κρίμα που αυτά τα κυριακάτικα πρωινά δεν είναι πάντα σαν εκείνες τις οικογένειες της διαφήμισης του Βιτάμ, όπου όλοι είναι χαρούμενοι, τα παιδιά παίζουνε με το σκύλο στο σαλόνι, ο μπαμπάς φιλάει τη μαμά στο στόμα πεταχτά και την πιάνει απ’ τη μέση, καθώς εκείνη αλείφει τη φέτα, ενώ η γιαγιά-πεθερά στέκεται τρισευτυχισμένη πιο δίπλα που το παιδί της έκανε τον τέλειο γάμο! Και αναρωτιέμαι: «Λετε να φταίει που για πρωινό προχθές δε φάγαμε Βιτάμ, αλλά τραχανά?»



Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Το μικράκι και ο γυάλινος κόσμος του

     Όταν ήμουνα μικρή καθόμουνα πολλές φορές ακίνητη πάνω στην ταράτσα του σπιτιού μου, γιατί μου άρεσε να παρακολουθώ τον κόσμο από ψηλά. Άλλες φορές ανέβαινα σε μια μεγάλη αερογέφυρα που είχε η γειτονιά μου και περίμενα να περάσει κάτω από τα πόδια μου το τρένο. Φανταζόμουνα ότι με έπαιρνε μαζί του κάπου μακριά. Δεν ήξερα πού πάει. Δε μ’ ένοιαζε κιόλας. Ίσως στο πουθενά. Ωραίο είναι το πουθενά και το κάπου. Το «εδώ κι εκεί» καμιά φορά ζαλίζει. Μια εδώ μια εκεί να περιφέρεσαι ασκόπως! Αλλά το «κάπου»...κρύβει μιαν αοριστία, μια απορία και μια μαγεία. Τα τρένα έφευγαν μαζί και το μυαλό μου. Κι όταν έτρεχαν, έτρεχε ξωπίσω τους η φαντασία μου κυνηγώντας τους ίδιους άγνωστους προορισμούς.
     Μια πόλη μικρή ή ένα χωριό μεγάλο. Πάντως τα σπίτια φαντάζανε περίεργα. Δεν τα ‘λεγες μεγάλα. Μα ούτε και μικρά. Αυλές πολύπλοκες αλλά και πολύβουες, φασαρίες, καβγάδες, γέλια. Έπλαθα σαν ένας μικρός θεός με μεγάλη όμως φαντασία μικρές καθημερινές οικογενειακές ιστορίες. Καθισμένη αφ’ υψηλού, στην άκρη της μεγάλης ταράτσας, απωθώντας τις υψοφοβικές μου τάσεις έφτιαχνα έναν κόσμο γυάλινο, δηλαδή διάφανο μα συνάμα εύθραυστο. Τα σπίτια δεν είχανε για μένα τούβλινους τοίχους, αλλά διαφανείς τζαμαρίες. Άκουγα φωνές αλλά και σιωπές και τότε ενθουσιαζόμουνα πιο πολύ. Με όπλο πάντα μιαν οργιάζουσα φαντασία αναρωτιόμουνα πόσοι άνθρωποι κοιμούνται εκείνη την ώρα ή πόσοι κάνουν μπάνιο ή τρώνε ή διαβάζουν. Έβλεπα τη γειτόνισσα να περνάει την πόρτα της αποθήκης και τη φανταζόμουνα να ψάχνει τη σκάλα πίσω από κάτι τενεκέδες με τυρί. Θαρρούσα πως κάποιος καθότανε στον καναπέ αραχτός μιλώντας με τη γυναίκα του που τηγάνιζε πιπεριές και οι διπλανοί πάλι καβγάδιζαν, γιατί ξεχάσανε να ταΐσουνε τις κότες. Εγώ άκουγα μόνο τις φωνές, αλλά έβλεπα μέσα από το γυάλινο τοίχο να υψώνονται χέρια πέρα από φωνές και τα βλέμματα να γίνονται βλοσυρά. Ανέβαιναν οι τόνοι μαζί με την πίεση για να ακολουθήσει ύφεση και μια νεκρική σιγή στο μεσημεριανό τραπέζι, όχι κατά πίστη στο «όταν τρώμε δε μιλάμε», αλλά γιατί ένας γνήσιος  καβγάς συνοδεύεται από μουγκαμάρα τουλάχιστον για κάποια ώρα μετά.
     Και πιο πέρα, κάτι άλλες ζωές τροχήλατες περνούσανε ανάμεσα από οικόπεδα γεμάτα απλωμένες μπουγάδες και από χωράφια, σχισμένα στα δύο από μια λωρίδα άσφαλτο με προορισμό ... πάλι το πουθενά. Πού πηγαίνανε, από πού ερχόντουσαν, τι λέγανε σαν μας βλέπανε αυτά τα αυτοκινητάκια, τα μηχανάκια και τα φορτηγάκια? Κάποιοι από αυτούς κάνανε αυτόν τον δρόμο καθημερινά και άλλοι περνούσανε για πρώτη φορά. Κοιτάζανε το σπίτι μου δίπλα στο δρόμο παρατηρητικά. Ή και αδιάφορα. Και σίγουρα αφηρημένα. Καμιά φορά κι εμένα: να κάθομαι στην ταράτσα με τα χεράκια μου στα μάγουλα, και τα μικρά μου ποδαράκια κρεμασμένα στο κενό και να παρατηρώ. Να βλέπω το σπίτι μου από μια άλλη οπτική, ριζωμένο στον τόπο του κι ακίνητο. Η μόνη του κίνηση ήταν στροβιλική. Στριφογύριζε μονάχα γύρω από τη ρουτίνα του ίδιου τόπου. Ενός τόπου με πολύ πρωινά και λαλίστατα πετεινάρια που κάνανε παρέα σε αγουροξυπνημένους αγρότες. Με μυρωδάτες αυλές από τα μεσημεριανά τηγανητά κεφτεδάκια. Με ξεφωνητά απογεματινών παιδιών της αλάνας και με τραγούδια από νυχτερινά τριζόνια.
    «Κι εκείνοι οι επιβάτες στο λεωφορείο του δρόμου, γιατί να προσπερνούν την εικόνα αυτήν αδιάφορα...?» «Γιατί να ζητάει η ρουτίνα από τον άνθρωπο σημασία?» έλεγα! Δεν πρωτοτύπησε κανείς σ’ αυτήν την πόλη. Την προσπερνάν όλοι τους  επιδεικτικά και δίχως όνειρα. Μονάχα δουλειά, φαγητό, ύπνος και σύρε κι έλα. Πάνω σ’ ένα τρένο, μέσα από ένα λεωφορείο ή κάποιο φορτηγό. Αρκεί να έχει ρόδες για να τρέχει, έστω και αγκομαχώντας...έστω στο πουθενά και στο κάπου.
      Κι ένα μικρό κορίτσι, πάνω σε μια ταράτσα ή μια αερογέφυρα παρίστανε τη στατική κάμερα. Κατέγραφε τις φαντασιακές ζωές που σκηνοθετούσε μόνη με αφορμή τις σιωπές που υπαγόρευαν οι ψηλοί τοίχοι αλλά και οι υψηλοί τόνοι ή η εύθραυστη ησυχία. Η ησυχία που πληγώνεται από τις φωνές και η ηρεμία που ταράζεται από τα νεύρα όσων θαρρούν πως μέσα στο σπίτι τους μπορούν να κάνουν τα πάντα, γιατί είναι σπίτι τους και γιατί κανείς δεν τους βλέπει! Πού να φανταστούν όμως ότι και οι τοίχοι έχουν αφτιά, οι γείτονες φαντασία που οδηγεί άλλοτε ναι και άλλοτε όχι σε εσφαλμένη εικασία...
         Ουδέν κρυπτόν...

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

Μια νύχτα επισκέφθηκα το σπίτι MOY!

«Κάθε φορά μπαινοβγαίνεις σαν κλέφτης», «Εμείς δε σε βλέπουμε ποτέ», «Όλο οι άλλοι έχουνε προτεραιότητα» «θα μας χάσεις και τότε θα μας αναζητάς»… Αυτά είναι λίγα από τα παράπονα της δικής μου μάνας όλα αυτά τα χρόνια από τότε που «έφυγα» από το σπίτι. Πρόσθεσε κι άλλα αν θες, με βάση τα όσα λέει η δική σου! Κι αυτή της η επιμονή, να υπενθυμίζει μονίμως την επικείμενή της  απώλεια από τη ζωή (σου), που είναι τόσο φυσική αλλά τόσο απάνθρωπη,  σου την περνάει σαν εμμονή, χειριστή των κινήσεών σου, πυξίδα των αποφάσεών σου.
        Απογαλακτίζεσαι νωρίς (θες να πιστεύεις!), ανοίγεις τα φτερά σου, φεύγεις, μα δε βρίσκεις ποτέ τη δύναμη να πας μακριά. Δεν τολμάς να ξεμυτίσεις, ξαναγυρίζεις. Κι αν δεν γυρίσεις, το νου σου θα τον έχεις πάντα εκεί, κοντά σ’ αυτήν που σε γέννησε, σε ανάθρεψε, σε λάτρεψε όσο κανείς, κι ας διεκδικεί ο έρωτας της ζωής σου τα πρωτεία στη λατρεία!
Παίρνοντας το δισάκι μου στον ώμο, μαζί με την οδοντόβουρτσα, τις πυτζάμες και μια λαχτάρα να φωλιάσω στο παιδικό μου το κρεβάτι-σημειολογικό άλλοθι περί (δήθεν) αποκοπής του ομφάλιου λώρου απαρνήθηκα το δικό μου σπίτι, και «επισκέφθηκα  νυχτερινώς» το σπίτι των γονιών μου: λίγο από τάσεις αλλαγής, λίγο από τάσεις ενοχής, πολύ από νοσταλγία και επιδιωκόμενη ευτυχία, τρύπωσα στο πατρικό  μου και καταχώνιασα στο δωμάτιό μου που ήταν σε κατάσταση όπως την είχα απαιτήσει: εκεί καταλαβαίνεις ότι οι μάνες έχουν ένα τέτοιο και τόσο  διαστροφικό ίδιον: να υποτάσσονται εκουσίως και ασμένως σε όποια παράλογη και ατίθαση επιθυμία, εκπεφρασμένη ή μη, έχεις ως παιδί της! Θα λιώσουν, θα φέρουν τα πάνω κάτω, θα στερηθούν, θα παρακάμψουν το «εγώ» και το «υπερεγώ» τους προκειμένου να υπηρετήσουν τα «θέλω» και τα «απαιτώ» σου.
 Όπερ και εγένετο! Η σόμπα αναμμένη, το μονό κρεβάτι μου στρωμένο, σαν φωλίτσα, όπως μας έλεγε όταν ήμασταν μικρά, και φυσικά ο φυσικός χυμός στυμμένος, το έπαθλό σου, μια προσφορά της ικανοποίησης της, όταν σε βλέπει να διαβάζεις και να την υπακούς.
Μα η κούραση με πρόδωσε. Δε μ’ άφησε να «έχω τα μάτια μου ανοιχτά», να παρατηρώ καθετί που έκανε, που έλεγε, που τραγουδούσε και να το τυπώνω, να το αποτυπώνω, να το εξετάζω και να το υιοθετώ. Κοιμήθηκα! Από υπερφίαλη δόξα ότι ό,τι ήταν να μάθω το έμαθα? Από φυσιολογική της ηλικίας μου τάση να κρίνω και να απορρίπτω? Από πεποίθηση πως ξέρω πολλά, δε θέλω άλλα? Από απλή εξάντληση των δυνάμεων που με εγκατέλειπαν κατά την κατάκλιση? Δεν έχει και πολλή σημασία. Κοιμήθηκα!
Και η επόμενη μέρα με βρήκε σε στάση εμβρυακή, κουλουριασμένη σαν στον αμνιακό μου σάκο, πάνω σε ένα κρεβάτι και ένα δωμάτιο κρύο που δεν έμοιαζε σε τίποτε το δωμάτιο της περασμένης νύχτας! Ήταν γιατί η σόμπα είχε πια σβήσει, σκέφτηκα αρχικά! Αλλά έπεσα έξω: ήταν γιατί η μαμά είχε φύγει στη δουλειά, τελικά!
Και το σπίτι κρύωσε…
Καλημέρα Μαμά!

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

ευ-family κατάσταση…

Η Θεοδώρα είναι ένα παιδί 5 χρονών και είναι ένα παιδί-θαύμα. Αποτελεί για τους γονείς της αυτό που λέει το όνομά της (Δώρο Θεού) και μεγαλώνει μέσα σε ένα ζεστό οικογενειακό περιβάλλον με άλλες δύο αδερφούλες  μικρότερες από αυτήν, τη Ζωή και τη Φωτεινή. Είναι ένα παιδί όμορφο και αγνό, όπως όλα τα παιδάκια του κόσμου σε αυτήν την ηλικία, τρισχαριτωμένο και πάνω απ’ όλα ΕΞΥΠΝΟ! Σε κάθε της κουβέντα σου κρύβει μία έκπληξη για τις γνώσεις της, σε κάθε της απάντηση μία ξεσυγυρισμένη ατάκα που σε αποστομώνει. Κι αν κάποιος θεωρεί πως όλα τα παιδάκια είναι έξυπνα αυτήν την εποχή λόγω ερεθισμάτων θα του αντιπαρατάξω πως και πολλά χωράφια είναι εύφορα ή δυνάμει εύφορα λόγω γεωργικών μηχανημάτων, λιπασμάτων κ.ο.κ. ωστόσο παραμένουν Α-Καλλιέργητα …
        Η Θεοδώρα δεν είναι ένα παιδάκι σαν τα άλλα. Αν τη ρωτήσεις μπορεί να σου δώσει απαντήσεις για την Οδύσσεια, να σου θυμίσει λεπτομέρειες που δε θυμάσαι ή που δεν έμαθες ποτέ, όπως για παράδειγμα ότι η Αρήτη ήταν η σύζυγος του Αλκίνοου, βασιλιά των Φαιάκων. Θα σου εξηγήσει με δικό της τρόπο πως πλανήτες είναι κάτι μεγάλες μπάλες στον αέρα, πως ένας από αυτούς είναι η γη, ότι εμείς πατάμε πάνω σε αυτήν τη μπάλα και δεν πέφτουμε γιατί εμείς έχουμε βάρος και υπάρχει βαρύτητα!!!!(Τι έγινε? Ποιος ήρθε?) Επίσης γνωρίζει για τις πιο μικρές μπαλίτσες που περιστρέφονται γύρω από τους πλανήτες  και λέγονται «δορυφόροι». Κι αν στο δικό σου το μυαλό ο πρώτος δορυφόρος που έρχεται στο νου σου είναι η σελήνη, στης Θεοδώρας έρχεται η Αμάλθεια που είναι δορυφόρος του Κρόνου και πήρε το όνομά της από μία κατσικούλα μονόκερη, από της οποίας το κέρατο έπινε γάλα ο Δίας….. μπλα μπλα  μπλα !!!!
        Αλλά η Θεοδώρα δεν έχει να σου πει μόνο λεπτομέρειες από όλο το επιστητό που εντυπωσιάζουν ακόμα και τους συγγραφείς της «Παπυρος larousse britannica» (άλλωστε θα μπορούσε να αντιπαρατάξει κανείς το γνωστό «όλα τα παιδιά είναι σφουγγάρια σήμερα και ό,τι τα ποτίσεις θα το ρουφήξουν». Το θέμα είναι όμως , όπως είπαμε, ποιος μπαίνει στη διαδικασία ποτίσματος…) έχει να σου δείξει ακόμα και τρόπους συμπεριφοράς: ξέρει να μοιράζεται τα πράγματα του σπιτιού της  και τις αγκαλιές των γονιών της, να μιλάει και να συμπεριφέρεται ευγενικά παρά την ηλικία της, που για πολλά παιδάκια χρησιμοποιείται η ηλικία ως άλλοθι, και να σου απαντάει με ολοκληρωμένες προτάσεις που έχουν νόημα! Ακόμη και όταν ρωτάει, διαπιστώνεις πως οι ερωτήσεις της έχουνε λογική.
        Επισκέπτομαι τη Θεοδώρα στο σπίτι της πολύ συχνά. Ομολογουμένως είναι ένα παιδί που ζει σε μια ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ευπρεπή. Δεν θα πω τέλεια. Τι είναι άλλωστε το τέλειο σε μία οικογένεια?  Να μην υπάρχουν φωνές ή καβγάδες? να βλέπει το παιδί τη μάνα στο σπίτι ολημερίς? να ζει σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον όπου όλα είναι αγγελικά και ρόδινα και να μην γνωρίζει από στερήσεις και ύπουλα παιχνίδια της ζωής?
        Όχιιιι… Δεν είναι αυτό οικογένεια. Αυτό είναι γυάλα. Δεν είναι αυτό ιδανικό γιατί ως ιδανικό ορίζεται συνήθως το μη εφικτό! Ιδανικό, αν θέλουμε να υπάρχει, πρέπει να θεωρούμε το φυσιολογικό - το φυσικό και το λογικό. Και η λογική λέει πως και καβγάδες υπάρχουν, και φωνές υψώνονται, και η μαμά θα λείψει από το σπίτι και πως η ζωή έχει αναποδιές και κακοκεφιές και ψευτιές…
        Ιδανικό για ένα παιδί είναι το περιβάλλον που του δίνει σημασία, που ασχολείται μαζί του και δε το παρκάρει στον παππού, στη γιαγιά, στη νταντά, στην οθόνη της τηλεόρασης, στο χοροδιδάσκαλο ή την καθηγήτρια των γαλλικών. Είναι το περιβάλλον που είναι ζεστό, που του προσφέρει σιγουριά και του θυμίζει ότι πάντα υπάρχουνε άνθρωποι που το φροντίζουν και το αγαπάνε, όπως είναι ο μπαμπάς και η μαμά, που του δίνουνε αυτό που οι ίδιοι τους «είναι» και όχι μόνο αυτό ή αυτά που «έχουν», που του  απαντάνε όταν ρωτάει και δε το «διώχνουνε συνεχώς από το κεφάλι τους» για να πιουν καφέ ή να δουν τηλεόραση.  Ιδανικοί είναι εκείνοι οι γονείς  που ποντάρουνε στο να φτιάξουνε ανθρώπους στην κοινωνία και όχι να «γεννήσουνε» απλά ένα ακόμη παιδί για να «ολοκληρωθούν» ως άνθρωποι (αυτήν την ολοκλήρωση καθείς τελικά την ερμηνεύει κατά το δοκούν).
        Καβγάδες στο σπίτι της Θεοδώρας υπάρχουνε αλλά δεν είναι ο κανόνας, φωνές και κλάματα επίσης αλλά δεν είναι ο ορισμός, τους παππούδες της τους επισκέπτεται πολύ συχνά αλλά δεν αποτελούν υποκατάστατο των γονιών, τηλεόραση βλέπει αλλά δεν είναι καθημερινό, η μαμά της μπορεί και να τη «διώξει» καμιά φορά από τα πόδια της αλλά αυτό δεν είναι νόμος, και επίσης έχει καθηγήτρια γαλλικών αλλά αυτό δεν είναι «παρκάρισμα».
        Και ευλόγως κατανοεί κανείς τι και ποιος  κρύβεται πίσω από τη Θεοδώρα!  Δυο γονείς συνειδητοποιημένοι, που ξέρουν γιατί γέννησαν, που ξέρουν τι σημαίνει έχω παιδιά, που ξέρουν πώς να τα μεγαλώσουν… Κι αν κάποιοι πιστεύουνε πως η μαμά της έχει χρόνο και της διαβάζει παραμύθια, ότι  χασομεράει και την πηγαίνει στο θέατρο με τις αδερφές της, ότι χαζολογάει και της εξηγεί την Οδύσσεια και  τους πλανήτες του γαλαξία μας, ότι  έχει λύσει το βιοποριστικό της και ότι δε δουλεύει ή ότι έχει 15 παρατρεχάμενους για τις δουλειές του σπιτιού και ότι δεν έχει τίποτε άλλο να κάνει, σας πληροφορώ πως είναι γιατρός με εφημερίες και ολονύκτιες καταστάσεις στην εντατική, κάνει διδακτορικό και είναι μια ΚΟΥΚΛΑ! Και δεν είναι το θέμα μας ότι η μαμά της Θεοδώρας είναι ιδανική. Το θέμα είναι ότι πολλές μαμάδες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, για  το έναν ή τον άλλον λόγο, με το ένα ή το άλλο άλλοθι δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα για τα μόνιμα ξεφορτώματα των παιδιών τους στην τηλεόραση, για τα κατ’ επανάληψιν φορτώματα των παιδιών στους παππούδες, για τους κατεξοχήν καβγάδες και τις μόνιμες φωνές στο σπίτι…
        Γονιός δεν είμαι! Και δεν ξέρω αν θα γίνω ποτέ! Η φόρμα που έχω στο δικό μου το μυαλό όμως προσιδιάζει σε αυτήν της Θεοδώρας. Η οικογένειά της είναι «αξία» για μένα,  η Θεοδώρα ως παιδί «ανταρσία» για τα δεδομένα της εποχής και η μαμά της «άξια» και υπεύθυνη για όσα συμβαίνουν γύρω της. Έχει κάνει το «θέλω» «μπορώ», ενσάρκωσε τις επιθυμίες της και έδωσε πνοή στα όνειρά της.  Έφτιαξε μια οικογένεια μαζί με τον άντρα της  Πρότυπη, Πρωτότυπη για τα περιβάλλοντα που την πλαισιώνουν, χαρούμενη και ευτυχισμένη, μια οικογένεια πώς να το πω? Εφ-άμιλλη( ή ευ-family) των προσδοκιών μου και σου και του… και του κόσμου όλου…
       

Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010

καθα(γ)ριότητα!!!

Ο Σεπτέμβρης εκτός των άλλων (έναρξη ακαδημαϊκής χρονιάς και λήξη διακοπών, έναρξη  χειμερινής  εν γένει σεζόν)  αποτελεί το μήνα της Γενικής για το σπίτι! Τα πάντα βρίσκονται σε ετοιμότητα προκειμένου να ικανοποιήσουν το ετοιμοπόλεμο ένστικτο της νοικοκυράς.
        Δεν αποτελώ εξαίρεση, αν και σε κάποιους θα βόλευε πολύ:
Να συστήσω τα όπλα μου: η σφουγγαρίστρα, η σκούπα, αναλογική και ηλεκτρική, τα  ξεσκονόπανα, τα σφουγγάρια κάθε λογής, με σκληρή ή με μαλακή υφή, οι απλώστρες,  οι σιδερώστρες και τα χτυπητήρια.  Τα χημικά μου όπλα: η χλωρίνη την οποία η οικολογική μου συνείδηση προσπαθεί να της περιορίσει τα πολλά της δικαιώματα, το ξύδι με το βραστό νερό, και όλων των ειδών υγρά καθαρτικά του εμπορίου με χρώματα κι αρώματα! Επ’ ώμου! Εμπρός! Μαρς!
        Θα ξεκινήσω με την απογύμνωση του σπιτιού! Πρέπει να φτιάξω «περιβάλλον». Όλα πρέπει να θυμίζουν αναστάτωση. Τα πάντα οφείλουν να προσφέρουν χώρο στην αναρχία! Να μη βρίσκεται τίποτε στη σωστή θέση… και να προδίδουν ότι κάτι διαφορετικό συμβαίνει σε αυτό το σπίτι!!
 Τα μπιμπελοειδή καταρχήν θα στηθούν στην ουρά περιμένοντας υπομονετικά να πάρουν το συνηθισμένο φθινοπωρινό τους μπάνιο με βραστό νερό στη μπανιέρα. Θα είμαι γενναιόδωρη μαζί τους. Θα τα λούσω σαν αλλοτινές Κλεοπάτρες, θα τα στεγνώσω και θα τα γυαλίσω. Στη συνέχεια θα βρω ένα μέρος του σπιτιού για να τα συμφιλιώσω όλα μαζί για μερικές μέρες, επιβάλλοντάς τα μία υπομονή ωσότου καθαριστεί η γωνιά του καθενός! Κι αυτά θα περιμένουν: θα βρεθούν οι κουτάλες αγκαζέ με τα βάζα, τα γλαστράκια παρέα με τις κατσαρόλες, τα κηροπήγια δίπλα-δίπλα με τα ποτήρια, οι κούπες τετ-α-τετ με τις φωτογραφοθήκες και οι φοντανιέρες σε συνεργασία με τα ράφια του ψυγείου και τα τάπερ! Το σκηνικό θα είναι σουρρεάλ! Και η διάθεσή μου επίσης!
        Η σκάλα! Αυτή θα με εκτοξεύσει στα ύψη του σπιτιού! Θα δω αφ’ υψηλού και από μια άλλη οπτική γωνία το μικρό λημέρι μου: Είναι αστείο πόσο μικρή και μάταια  φαίνεται η αυτού μεγαλειότητα! Όταν το αγόρασα, νόμιζα πως έκανα κάτι σπουδαίο! Από τη σκάλα μου φαίνεται «μικρό»! Φαντάσου, λέω, τι θα λέει ο Θεός που μας κοιτά από ψηλότερα! Ετοιμάζομαι για την υποστολή των κουρτινών! Η περηφάνια τους θα χαμηλώσει και θα βυθιστεί στην μπανιέρα με μπόλικο απορρυπαντικό και μαλακτικό συνάμα. Θα ξεράσουν τον καπνό των χειμερινών παρεΐστικων ομηγύρεων και όλα τα μυστικά που άκουσαν και θα απλωθούν στα σύρματα του πίσω μπαλκονιού για να χαζέψουν τη θέα των απέναντι καταθλιπτικών μπαλκονιών αυτή τη φορά έξω από το τζάμι. Είναι κι αυτό μια εμπειρία!
        Στρωσίδια στα κρεβάτια και στους καναπέδες, χορτάσατε καθισιό! Βουλιάξατε με τόσα και τόσο κουρασμένα κορμιά για τα καλά εν τω βάθει. Η μοίρα σάς επιφυλάσσει την ίδια διαδρομή με τις κουρτίνες! Δεν ακούω τίποτε! Ξεβολευτείτε, πλυθείτε, απλωθείτε, διπλωθείτε, σιδερωθείτε και αναμείνατε στον κάλαθον για να επαναστρωθείτε ξαλαφρωμένα πια από το βάρος και το σχήμα των νωχελικών και νωθρών σωμάτων μας καθώς επιστρέφουμε οίκαδε στο τέλος της ημέρας.
        Χαλιά: έχετε τα μαύρα σας τα χάλια. Σας υπόσχομαι να σας  ξανακάνω από «χάλια» «χαλιά». Προς το παρόν κάντε στην μπάντα για να έχω το ελεύθερο να ρίξω απρόσεκτα όσο νερό θέλω στο πάτωμα.
        Η απογύμνωση έγινε με επιτυχία! Απόδειξη η ηχώ! Μιλώ και κάθε μου κουβέντα την επαναλαμβάνουν οι τοίχοι του σπιτιού! Οι τοίχοι! Τι τύχη να είσαι τοίχος! Έχεις αφτιά, που λέει κι ο σοφός λαός μας, μα έχεις και στόμα σε αυτήν την περίπτωση! Και τότε ποια η διαφορά από τον άνθρωπο? Θέλω να πω, τι το κακό να σε λένε «ντουβάρι» (συνώνυμο του «τοίχου»). Τέλος πάντων… Τι σου είναι κι αυτοί οι συνειρμοί! Θα σε σαπουνίσω και σένα. Δεν είναι καιρός για βαψίματα. Αλλά λαδιές, δαχτυλιές, μαυρίλες από τα βρόμικά μας χέρια άμα τη εισόδω στο σπίτι θα αποτελούν μετά την τριβή παρελθόν!
        Κεφάλαιο «ΚΟΥΖΙΝΑ»: εδώ είμαστε! Τώρα θα δείτε λαδερά πλακάκια! Ρακοσυλλέκτες κορεσμένων ελαίων! Θα σας ξεζουμίσω! Θα σας ξύσω μέχρις ότου ο αρμός σας διαζευχθεί από τη λέρα που άφησε προίκα ο ατμός από τα φασολάκια της κατσαρόλας και το κοκκινιστό κουνέλι της γάστρας! Θα σας κάνω να απολογηθείτε για όσα μυρίσατε, για όσα γευθήκατε! Και σεις μπαχάρια στα ντουλάπια, ρίγανη και κάπαρη, πιπέρι κόκκινο και άσπρο, τριμμένο ή ολόκληρο, σαφράν και δενδρολίβανο, αρκετά με την ανακατωσούρα σας μέσα στα ντουλάπια! Έχετε δαχτυλιές στα βάζα που σας φιλοξενούν! Ασφυκτιάτε εκεί μέσα και όλα έχετε συνδράμει από έναν κόκκο στο ράφι. Μωσαϊκό οσμών σαν να πρόκειται να μπείτε στην κατσαρόλα! Μπρος! Στην αποστείρωση! Τα ράφια πρέπει να σαπουνιστούν και να σκουπιστούν επίσης!
Το πεδίο λοιπόν ελεύθερο: Θα βράσω νερό και θα το μαγειρέψω με μπόλικα αρωματικά απορρυπαντικά:  θα βουτήξω τα σφουγγάρια μου, θα βάλω τα χειρουργικά μου γάντια, θα στύψω τα περισσά νερά και θα αρχίσω τις άλλοτε αρμονικές και άλλοτε ανάρμοστες και άγριες ταλαντώσεις των μπολιασμένων με πανιά εξαγριωμένων μου χεριών προκειμένου να εξαφανίσω από τις επιφάνειες κάθε ίχνος βρομιάς, λαδιάς, σκόνης, λεκέ, κάθε ίχνος ζωής δλδ που έχει κάθε σπίτι που κατοικείται! Αισθάνομαι να λεηλατήθηκε το καθαρό μου σπίτι!
Για μια στιγμή! Σκέφτομαι λιγάκι αντίστροφα (Το συνηθίζω κατά τις επιταγές του «ουδέν κακόν αμιγές καλού και τούμπαλιν»): αν το πάτωμα δεν έχει πατημασιές δείχνει να μην πάτησε άνθρωπος! Αν  οι εστίες  της κουζίνας δεν έχουν χυμένη σούπα και τα πλακάκια τριγύρω από αυτές δεν έχουν λάδια από το τηγάνι που έφτιαξαν πατάτες σημαίνει πως το τραπέζι του σπιτιού δε φίλεψε ποτέ κανέναν. Αν τα βάζα με τα μπαχάρια δεν έχουν δαχτυλιές, αν οι κατσαρόλες δεν έχουν καμένα λίπη στον πάτο σημαίνει πως σπιτικό φαΐ δεν έφαγα ποτέ εδώ μέσα.  Αν οι κουρτίνες δεν έχουν καπνό, αν τα χαλιά δεν έγιναν χάλια πάει να πει πως δε φιλοξένησα φίλους. Κι αν τα στρωσίδια στα κρεβάτια δεν μυρίζουν  ιδρώτα και δεν είναι τσαλακωμένα πάει να πει πως δεν με ξεκούρασαν.
Χα! Γι’ αυτό είμαι χαρούμενη μάλλον όταν κάνω δουλειές τέτοιες! Γιατί κάθε φορά, όσο περισσότερη βρομιά καλούμαι να εξολοθρεύσω, σημαίνει αυτόματα πως τόσο περισσότερο ζωή ένιωσε αυτό το άψυχο σπίτι, το «μικρό», το «πολύ μικρό» για το Θεό σπίτι! Γιατί άκουσαν συζητήσεις οι τοίχοι του, γιατί δόθηκε η ευκαιρία στις κουρτίνες να κρατήσουν εχέμυθα τα μυστικά μου, γιατί τα χαλιά ποδοπατήθηκαν από φίλους που ήρθαν να μοιραστούν το χρόνο τους μαζί μου, και γιατί ο καναπές βόλεψε θεατές κινηματογραφικής προβολής στην 37άρα οθόνη της τηλεόρασής μου σε συνεργασία με τις κα(η)μένες από  τα ποπ κορν (πρώην καλαμπόκι)  κατσαρόλες μου…
 Αλλιώς θα ήταν ένα σπίτι δίχως ιστορία, δίχως ζεστασιά, δίχως νόημα! Αλλιώς θα ήταν ένα απλό, καθαρό αλλά άψυχο σπίτι. Τώρα όμως δεν είναι απλά το σπίτι μου αλλά το σπιτικό μου! Το μικρό, φτωχικό αλλά φιλόξενο και γεμάτο ζωή βρόμικο, αλλά σε χρήση και όχι άχρηστο, «λεηλατημένο» από πολλούς ανθρώπους σπιτικό μου!