Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καθημερινότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καθημερινότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Σας αγαπώ γιατί είστε ωραίοι...


Όταν ήμουνα μικρή ο μπαμπάς μου μου τραγουδούσε ένα τραγούδι που έλεγε «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία, σ’ αγαπώ γιατί είσαι συ...τραλα λα ...κι αγαπώ όλον τον κόσμο, γιατί ζεις κι εσύ μαζί»! Τότε ήμουνα τριών. Όταν έγινα δεκατριών, αλλά και είκοσι τριών εξακολουθούσε και μου το έλεγε με το ίδιο πάθος...Τώρα που είμαι κάτι παραπάνω από τριάντα τριών εξακολουθεί και μου το τραγουδάει σαν να είμαι όχι είκοσι τριών, ούτε δεκατριών, αλλά τριών! «Ευχαριστώ πολύ μπαμπά» θα ήθελα να του πω, αλλά μεγάλωσα!
Δε νομίζω βέβαια ότι ως γνήσιος μπαμπάς ποτέ θα το καταλάβει αυτό! Διότι όσο μεγαλώνω εγώ, μεγαλώνει σαφώς κι εκείνος και έτσι η ηλικιακή απόσταση μεταξύ μας ποτέ δε μειώνεται, αλλά διατηρείται σταθερή. Πάντα όμως προσπαθούσα να καταλάβω αυτό το «Αγαπώ όλον τον κόσμο, γιατί ζεις κι εσύ μαζί». Και αναρωτιόμουνα τι αποθέματα ψυχής πρέπει να έχει κάποιος προκειμένου να φτάσει να αγαπάει όλον τον κόσμο.
 Μέχρι που...άρχισα να καταλαβαίνω ότι υπάρχει μια ομορφιά γύρω μου. Έστω και μέσα στην ασχήμια και τη βουβαμάρα, μέσα στην ανυπόφορη, όπως μας την κάνανε και κάναμε ζωή μας, ανακαλύπτεις μια καθημερινότητα που αξίζει μια ματιά, έστω θολή, έστω μισή, με την άκρη του ματιού σου. Ανακαλύπτεις πως υπάρχει μία επαρχία που βρίσκεται στην εποχή της καρποφορίας, υπάρχουν αγρότες που τρέχουν πανικόβλητοι από χωράφι σε εργοστάσιο και από εργοστάσιο σε συνεταιρισμό. Υπάρχει ένας κόσμος που χαιρετίζει το γεγονός ότι δουλεύει και που ευγνωμονεί το ότι έχει ψωμί. Υπάρχει ένας κόσμος που κάποτε γκρίνιαζε  για την πολλή δουλειά και τώρα απλά ευχαριστεί. Υπάρχει ένας κόσμος που σηκώνει το κεφάλι να πει μια καλημέρα στο γείτονα, γιατί πλέον δε βιάζεται σαν παλαβός και δεν τρέχει ασκόπως μην παρατηρώντας ποιος περνάει από δίπλα του.
Μου αρέσει που αυτός ο κόσμος δίνει σημασία στην καθημερινότητα. «Καθημερινότητα» παρακαλώ. Επαναλαμβάνω! Όχι ρουτίνα! Γιατί μπορεί «ο βίος ο ανεόρταστος» να είναι «μακρά ζωή απανδόκευτος», αλλά αν βρεις το νόημα στο κάθε μέρα, κάνεις τη ζωή σου πιο ανεκτική και τη δύναμή σου πιο ανθεκτική. Στο κάτω-κάτω αυτό που μετράει πιο πολύ δεν είναι η ανατολή του ηλίου? Δεν  είναι η καλημέρα στον αγουροξυπνημένο-έστω και κουτσομπόλη γείτονα? Και δεν είναι το ότι ξυπνάς με στόχο? Να πας στην προγραμματισμένη σου δουλειά? Να δουλέψεις, να κουραστείς, να αναζητάς το κρεβάτι σου στην μεσημεριανή σου σιέστα? Να αποκτήσει νόημα ο απογεματινός σου ο καφές, και το ποτό το βράδυ...?
Βαρέθηκα τη γκρίνια του κόσμου! Μαζί και τη δική μου! Το μόνο πράγμα που στη ζωή βαρέθηκα είναι η γκρίνια. Να φοβόμαστε τη δουλειά, να επιδιώκουμε την τεμπελιά, αλλά ταυτόχρονα να επιζητούμε τα πολλά λεφτά. Να βουλιάζουμε στον καναπέ καίγοντας τον εγκέφαλο και να εξακολουθούμε να πιστεύουμε στο θεό της ενημέρωσης, μια πανηλίθια εφεύρεση που καίει και εξηλιθιώνει τα εγκεφαλικά μας κύτταρα.
Η ζωή όμως, φίλε μου, περνάει έξω από το παράθυρο: είναι στο γήπεδο παρέα με μια μπάλα ή στους δρόμους πάνω στις ρόδες ενός ποδήλατου, είναι στο βουνό με ένα σακίδιο στην πλάτη, είναι στις αλμυρές μας θάλασσες με φύκια και κοράλλια μπλεγμένα στα μαλλιά, είναι στο χωριό παρέα με τη γιαγιά που φτιάχνει  πίτα ή με τον παππού που σου λέει ιστορίες πολέμου τσούζοντας ένα τσιπουράκι στον καφενέ, είναι παρέα με το μπαμπά που κάθεστε μαζί  κάτω από το κιόσκι ζωγραφίζοντας πίνακες, είναι με το φίλο που του λες τον πόνο σου γερμένος στον ανακουφιστικό του ώμο και κείνος σου χαρίζει χαρτομάντιλα...
 Είναι πιο πέρα, στα παιδιά της γειτονιάς σου που τρέχουνε πίσω από μια μπάλα ξένοιαστα πια από τους χειμερινούς σχολικούς εφιάλτες. Και είναι σε κάτι παππούδες που ‘ναι καθισμένοι στα παγκάκια και στηρίζονται σε μπαστούνια συζητώντας με περισσό πάθος τον Προκρούστη που τους πετσόκοψε τη σύνταξη....
Αυτήν την καθημερινότητα δεν έχουμε παρά να τη λατρέψουμε σαν θεό μας. Και προσωπικά δεν μ’ έκανε να βαρεθώ. Δεν είμαι ικανή να κάνω τη ζωή μου ρουτίνα. Περιμένω να ξημερώσει εναγωνίως η επόμενη μέρα και γυρεύω λίγες ώρες από εκείνη παραπάνω για να ξεπεράσω το 24ωρο που μου είναι λίγο!
Και κάπου εκεί ήταν που κατάλαβα –θαρρώ- τον μπαμπά γιατί αγαπά όλον τον κόσμο! Γιατί είναι ένας πολύ δραστήριος συνταξιούχος που ασχολείται με σαράντα δώδεκα πράγματα ταυτόχρονα και δεν παύει ποτέ να είναι φιλομαθής και φιλοπρόοδος. Γιατί είναι καλά μέσα του. Άρα είναι καλά και με τους γύρω του! Και αγαπά κι όλον τον κόσμο γιατί ζω κι εγώ μαζί!
Καλημέρα. Σήμερα είναι μια καινούργια μέρα!






Τα ξαναλέμε μετά τις διακοπές...

Μπορεί να μουχλιάσαμε και να μουλιάσαμε από τη βροχή, αλλά ό,τι και να γίνει το καλοκαίρι είναι μπροστά. Εγώ φεύγω. Πάω να «βαρεθώ» δουλεύοντας πολύ φέτος και διακοπεύοντας λίγο! Αλλά έχω μια λαχτάρα! Χρόόόόόόόνια τώρα μια ζουζουνιά  θέλω να κάτω σ’ αυτήν τη θάλασσα (πειραματικά):
 Να την αδειάσω! Να κάνω κάτι για να στερέψει. Θα ήθελα να έχει σαν την μπανιέρα μου μια τάπα και να την τραβήξω. Να δω το νερό της να στροβιλίζει, να γυρίζει, να στροφάρει γρήγορα πολύ και να τραβήξει στο σιφόνι της όλο το νερό και να απομείνουν «έξω απ’ τα νερά τους» τα πάντα: φύκια, κοράλλια, καράβια, κολυμβητές, φάροι, λιμάνια, ψάρια, δίχτυα, μπετονιές, βότσαλα, αρμυρίκια, βράχια.... Θέλω να δω τη γύμνια της. Να δω τον κόσμο χωρίς εκείνη. Να δω πώς θα ‘ναι ο κόσμος χωρίς τα ηλιοβασιλέματά της. Να αδειάσουν οι ωκεανοί, να χαμηλώσουν τα βουνά, τα σιωπήσουν τα γλαροπουλιά, να μη γυαλίζεται σ’ αυτήν το ασημένιο μας φεγγάρι, μήτε τα άστρα, κι ουρανός να μη γίνει ποτέ ξανά γαλάζιος.... Δεν μπορείτε καν το φανταστείτε ε? Είδατε λοιπόν που η ομορφιά της ζωής βρίσκεται στα μικρά μα τόσο μεγάλα καθημερινά και δεδομένα?

Καλό καλοκαίρι παίδες! Τα λέμε πιο μαυρισμένοι... (όχι απ’ το κακό μας, μα απ’ τον ήλιο)

Πλααααααατς!!!!!




Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Της Σαλονίκης μοναχά...


Ζεστό, σχεδόν καυτό τσάι σε λευκό φλιτζάνι, φλερτάρει με φοβισμένα χείλη, παγωμένα από τα κρύα του χειμώνα. Φρεσκοκομμένα κουλουράκια με άρωμα βανίλιας και μία κυκλοφοριακή κίνηση που έχει φορά τόσο προς το «πήγαινε» όσο και στο «έλα» έξω από το παγωμένο και το δακρύβρεχτο τζάμι,  μιλούν ακατάπαυστα και εκκωφαντικά σιωπηλά σε γνώριμο και αγαπημένο, αν και μελαγχολικό σκηνικό. Ο σκοτεινιασμένος ουρανός δε συμβιβάζεται με την αδιακρισία. Ανάψτε τα φώτα, τα τεχνητά, τα ηλεκτρικά, τα κεριά. Ανάψτε πρόωρα το φεγγάρι. Θέλω να βλέπω... Να βλέπω το παραλήρημα της καθημερινότητας σε αυτήν την πόλη, όπως πηγαινοέρχεται πάνω σε ρόδες λεωφορείων και ταξί και όπως σπουδάζει την μηχανική της μάθηση στα αμφιθέατρα του Αριστοτελείου. Όπως καταναλώνει τα κατασκευασμένα του ένστικτα στα εναπομείναντα καταστήματα της ένδοξης μακεδονικής πρωτεύουσας, πανελλήνιας δευτερεύουσας, και όπως συζητιέται σε ομηγύρεις εκλεπτυσμένων κυριών συντροφιά με βραζιλιάνικο καφέ και πικρά αμήχανα χαμόγελα.
Μια αεικίνητη στατικότητα και όχι μια στατική κίνηση. Τα πάντα κινούνται, μετακινούνται, σταματούν για λίγο στο κόκκινο, πάνε πιο πέρα με το πράσινο, αλλά... μένουν στην ίδια θέση. Η γη είναι στρόγγυλη και ό,τι γυρίζει είναι γύρω από εκείνη και όχι εκείνη γύρω από τους άλλους. Οι άνθρωποι, τα αεροπλάνα, τα καράβια έχουν έναν μονάχα άξονα: αυτόν της γης. Δεν την παρατούν, δεν απιστούν, δεν εκτροχιάζονται. Ακόμη κι αν εξοκείλουν, η βαρύτητα θα τα επαναφέρει.
Πού πας ματαιόδοξε διαβάτη? Πού κατευθύνεσαι ονειροπόλε επιβάτη?  Ο τόπος σου, η δουλειά σου, οι άνθρωποί σου, οι πρόγονοι και το μέλλον σου βρίσκονται πάνω στην τρελή μαγνητική αυτή σφαίρα. Σε έλκει με δύναμη και συ κολλάς πάνω της σαν μαγνητάκι-σουβενίρ στο ψυγείο. Όπου κι αν πας, ό,τι κι αν δεις, ό,τι κι αν ψάξεις, ό,τι κι αν βρεις, ό,τι κι αν ανακαλύψεις όλα ανήκουν εδώ. Σ’ αυτήν την μικρομέγαλη πόλη, σ’ αυτήν τη μικρή μαγνητική σφαίρα που καταπίνει είτε με τη βοήθεια της θάλασσας τους ζωντανούς, είτε με τη βοήθεια της ξηράς τους νεκρούς. Σ’ αυτήν που όλα τα θέλει και τα επανεγκαθιστά στα σπλάγχνα της. Αυτοί που γυρίζουν, αυτοί που φεύγουν, εκείνοι που απομακρύνονται κι εκείνοι που ξανάρχονται. Δεν έχουν να παν πουθενά. Πουθενά αλλού. Πουθενά μακριά.
Κι εσύ ζωή, σαν βγάλεις φτερά και καταφέρεις ποτέ να εγκαταλείψεις το επίγειο σώμα, να το σκεφτείς καλά αν ο χωρισμός αυτός αξίζει.
Γιατί μάλλον δεν αξίζει. Είναι ωραίες οι επίγειες απολαύσεις και αυτό το μάταιο καθημερινό τρέξιμο πάνω σε ρόδες ή πεζή, παρακολουθούμενο από μυστικούς πράκτορες μέσα από το τζάμι σε ήχους τζαζ με μυρωδιές βανίλιας και θερμοκρασίες χειμερινού αφεψήματος και μ’ ένα χέρι που υπό τις επιταγές της ξέμπαρκης και άπιστης σκέψης πάει και έρχεται ιχνηλατώντας τις κενές γραμμές ενός λευκού σημειωματαρίου, κάποιο γκρίζο απόγεμα της λατρεμένης όλων Σαλονίκης...σ’ αυτήν όπου ανήκεις! 

Ξενοδοχείο ABC.DEFG….
Είναι 17.00!
Πήρε και βραδιάζει...




Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Αν ήμουνα...


...αν ήμουνα ένα άλογο πραγματάκι, ένα αντικείμενο δίχως λόγο, χωρίς λογική…. αν ήμουνα ένα μπαρμπαδελάκι τόσο δα μικρό, φαινομενικά ασήμαντο, αλλά στην πράξη σημαντικό, κι αν μπορούσα να μιλήσω...

... τι ιστορίες θα είχα να διηγηθώ?

 Φαντάζομαι πως αν ήμουνα ένα πιρουνάκι... από εκείνα στα μεγάλα και περίλαμπρα εστιατόρια, κάθε τόσο θα μπαινοέβγαινα σε διάφορα ίσως και αδιάφορα στόματα, θα προσέκρουα σε δόντια κοφτερά και γυαλιστερά ή σάπια. Νεογιλά ή φρονιμίτες. Θα εισχωρούσα σε στόματα απύλωτα ή ραμμένα, με κραγιόν ή χωρίς, σε χείλη σαρκώδη και θα έθιγα γλώσσες ολιγομίλητες. Θα αντίκριζα σιελογόνους αδένες που θα εξέρεαν με εντολές του εγκεφάλου. Θα στόλιζα τραπέζια με λευκά τραπεζομάντιλα κάτι μέρες λαμπερές, όπως σε συνεστιάσεις σοβαρές κι ύστερα θα στριμωχνόμουνα σε ένα πλυντήριο πιάτων μαζί με άλλα πιρούνια, κουζινομάχαιρα και πιατικά. Θα λερωνόμουνα, θα ξαναπλυνόμουνα. Μετά θα έμπαινα σε συρτάρια μεγάλα και αδιάφορα, παγερά, ώσπου να με ξαναστολίσουν επάνω σε λευκές υφασμάτινες πετσέτες την επόμενη φορά, για να διεισδύσω στο επόμενο στόμα, να τρυπήσω την επόμενη ζουμερή ντομάτα, να ισορροπήσω επάνω μου το επόμενο ψημένο κοτοπουλάκι...

Κι αν ήμουνα ένας γάτος φοβερός από αυτούς που μπαινοβγαίνουνε στους κάδους, θα έψαχνα στα σκουπίδια να βρω μια ελπίδα επιβίωσης, θα ξέσκιζα σακούλες με αποφάγια και θα γράπωνα ποντικούς που θα τρέχανε να κρυφτούν στους υπονόμους... ίσως να κυνηγούσα και κουβάρια με μαλλιά μπλεγμένα ή άνευ, θα φορούσα πέταλα ή όχι και θα ήμουνα πάντα πονηρός... για να μη με πιάνει κανένας...

Αλλά θα μπορούσα να είμαι και χαλί...να με πατήσεις και να σου δίνω τον κόσμο όλο. Να κάνω ομορφότερο το περπάτημά σου, πιο ζεστά τα πόδια σου και φιλόξενο το περιβάλλον σου. Κι ας με ποδοπατούσες. Εγώ μια φορά θα σε έβλεπα πάντα από κάτω προς τα επάνω και θα μου φαινόσουνα πανύψηλος και ευθυτενής. Θα δεχόμουνα τη βρομιά, τη λάσπη, τη σκόνη και τη δυσωδία. Θα άντεχα όλα τα βάρη του σπιτιού, ακόμη και τα πιο μεγάλα. Ίσως ως χαλί να είχα το μαύρο μου το χάλι, αλλά cest la vie...

Αν πάλι ήμουνα ένα δέντρο...από εκείνα τα πολυετή, τα μεγάλα, τα τεράστια στις πλατείες των ελληνικών χωριών, θα είχα να σου διηγηθώ περισσότερα... Θα έβλεπαν πολλά τα μάτια μου, θα άκουγαν πολλές ιστορίες τα αφτιά μου από παππούδες με πλατιά στριφογυριστά μουστάκια καθώς θα θυμούνταν και θα σιγομουρμούριζαν κάτω από την παχιά σκιά μου τις ιστορίες πολέμου βλέποντας τους πάτους των ποτηριών με το ουζάκι τους να ασπρίζουν. Και ίσως, δυστυχώς, να είχα πληγές στον κορμό μου, από σφαίρες κάποιου μακρινού ή κοντινού πολέμου, και ίσως να είχαν κρεμάσει κάποιοι κεφάλια στα κλαδιά μου σε κάποια αιματηρή από τον εμφύλιο πλατεία. Αλλά θα είχα κρύψει και παιδάκια στην κουφάλα μου, καθώς θα παίζανε κρυφτό τα δροσερά αυγουστιάτικα βραδάκια. Και θα είχα βγάλει ρίζες και δε θα με κουνούσε κανείς. Γι’ αυτό θα ήμουνα πάντα εκεί, για σένα. Και θα ‘ξερες πάντα πού θα με βρεις...

Κι αν ήμουνα βουνό... θα παράβγαινα δυσκολίες που θα ήτανε εξ ίσου βουνό και θα ήμουν μαθημένο απ’ τα χιόνια. Θα χαιρετούσα τα πουλιά, θα φιλούσα τον ουρανό και θα φλέρταρα με τα σύννεφα, θα σήκωνα στις πλάτες μου ορειβάτες και όποιον παίρνει τα βουνά. Θα χαμογελούσα στα αεροπλάνα και θα ανέτειλα ή θα έδυα τον ήλιο για να χαρίζω στον κόσμο ανατολές και ηλιοβασιλέματα. Θα στεκόμουνα ψηλό και αγέρωχο, περήφανο και ιστορικό να σας πω για μάχες, αντάρτες και κλεφτοπολέμους, αλλά και για λατρεμένους σκιέρ που ανεβοκατεβαίνουν πάνω μου χαϊδεύοντας τις ράχες μου απαλά...

Αν ήμουν θάλασσα... θα ήμουνα μυστήρια, μυστηριώδης και θα είχα μυστικά στα βαθιά μου υγρά σπλάχνα. Θα θύμωνα και θα γαλήνευα. Θα με πετροβολούσανε οι μάνες και οι γυναίκες των σφουγγαράδων, όταν δε θα τους γύριζα στα σπίτια τους και θα τους κρατούσα εκεί στα βάθη, παρέα με τα ψάρια και τα κοράλλια. Θα φιλοξενούσα γοργόνες και θα αγκάλιαζα τις βάρκες. Θα μπλεκόμουνα στα δίχτυα και θα ‘κανα παρέα τους θαλασσόλυκους ψαράδες. Θα είχα το προνόμιο να μπαίνω στην αγκαλιά της Σαλονίκης...

Μα δεν είμαι: ούτε πιρουνάκι, ούτε γάτος, ούτε χαλί, ούτε δέντρο, ούτε βουνό, ούτε θάλασσα... είμαι ένα απλό μικρό μικρούτσικο ανθρωπάκι. Από αυτά που κάνουν υποθέσεις, έχουν σκέψεις και καταγράφουν εικόνες μιας καθημερινότητας τόσο ασήμαντης φαινομενικά, που όμως αν το σκεφτείς κρύβει μέσα της ιστορίες ζωής. Γιατί μπορεί να μας μάθανε στο σχολείο πως η γη γυρίζει γύρω από τον εαυτό της, αλλά κι εμείς ξεχνάμε πως η καθημερινότητα γυρίζει γύρω από τη γη διαγράφοντας την τροχιά της ιστορίας, είτε της επίσημης, είτε της ανεπίσημης αλλά τόσο σημαντικής.


Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Συνισταμένη Αδυναμιών!!!


ΕΚΕΙΝΗ: Πάλι δεν ξέπλυνες το νεροχύτη?
ΕΚΕΙΝΟΣ: Δεν είχα χρόνο. Βιαζόμουνα!
ΕΚΕΙΝΗ: Εγώ δε βιάζομαι?
ΕΚΕΙΝΟΣ: Τότε γιατί δεν έβαλες άλλη πετσέτα στο μπάνιο, αφού αυτή που είχε την πήρες για τα μαλλιά σου?
ΕΚΕΙΝΗ: Γιατί το ξέχασα!
ΕΚΕΙΝΟΣ: Μετά εμένα λες!!
ΕΚΕΙΝΗ: Εσένα λέω, γιατί εσύ δεν κάνεις τίποτε σε αυτό το σπίτι εκτός από το να το λερώνεις!
ΕΚΕΙΝΟΣ: Κι εσύ τίποτε άλλο εκτός από το να γκρινιάζεις!
ΕΚΕΙΝΗ: Γκρινιάζω γιατί με αναγκάζεις! Αν ήσουνα εντάξει…
ΕΚΕΙΝΟΣ: Γιατί, εσύ είσαι? Επειδή δε σου τα λέω, νομίζεις ότι δεν τα κάνεις?
ΕΚΕΙΝΗ: Ε προφανώς δεν είναι και τόσο ενοχλητικά!
ΕΚΕΙΝΟΣ: Νομίζεις. Απλά είναι ασήμαντα για μένα, ώστε να φτάσω στο σημείο να μαλώσω!
ΕΚΕΙΝΗ: Και γιατί είναι ασήμαντα? Επειδή είναι καθημερινά? Είναι η καθημερινότητα ασήμαντη?
ΕΚΕΙΝΟΣ: Γιατί η γκρίνια σου έγινε συνώνυμο της «Καλημέρας» μέσα σ’ αυτό το σπίτι!
ΕΚΕΙΝΗ: Να φροντίσεις τότε να γίνει αντώνυμο της «Καλής μας μέρας» που έχει γίνει κακή, ψυχρή κι ανάποδη και που θα εξαρτάται από εσένα και από τα νεύρα που δε θα μου σπας!
ΕΚΕΙΝΟΣ-ΕΚΕΙΝΗ (ή ΕΚΕΙΝΗ-ΕΚΕΙΝΟΣ) : Διότι ξεκινήσαμε από το «εγώ», οραματιστήκαμε και επιδιώξαμε το «εμείς», αλλά καταλήξαμε ξανά εκεί από όπου ξεκινήσαμε: σε ένα «πληγωμένο» αυτή τη φορά «εγώ», εξ αιτίας ενός αλαζονικού «σου».
        Γιατί «εγώ» δεν ανέχομαι πολλά. Κι όταν με γνώριζες, σου το έδειχνα. Όταν με διάλεγες, σου το έλεγα κι όταν με παντρεύτηκες σου το απέδειξα! Κι εσύ πόνταρες στο ότι θα άλλαζα! Ότι θα συμβιβαζόμουνα, ότι θα ΜΕ απαρνιόμουνα και θα υποχωρούσα. Να υποχωρήσω? Σε τι? Γιατί? Πού? Πότε? Πόσο? Για πόσο?
        Τσαλαπατάς τη νοημοσύνη και την καλοσύνη μου! Μου βάζεις όρους απεχθείς! Αμφισβητείς! Τη στάση μου, τα «θέλω» μου, τα «έχω» και τα «δίνω» μου. Ποιος? Εσύ! Εσύ που μέσα στο «εμείς», είσαι ένα ολομόναχο «εγώ». Που δεν υποχωρείς, που αδιαφορείς. Εσύ που αλληθωρείς! Που περιμένεις κι απαιτείς, κι αλληγορείς! Που λες πως νοιάζεσαι, μα βιάζεσαι να αλλάξω, να βουλιάξω και να αράξω σε μια κατάσταση νωθρή, σε μια διάσταση σαθρή, χωρίς αντίσταση, σε κάθε περίσταση, δίχως «γιατί», δίχως «όχι», χωρίς άρνηση. Σε κάθε σου στάση, στέμμα η δική μου κατάφαση και η έγκρισή μου, συντροφιά. Και η υποχώρηση… μόνο απ’ τη μία πλευρά! Δε γίνεται αγάπη μου γλυκιά!! Οι σχέσεις φτιάχνονται από δυο! Όχι από εγωισμό! Γι’ αυτό καταντάνε ρημαδιό.
        Μεγάλωσα! Και δεν μπορώ άλλο πια να ανεχτώ, κανέναν πάνω από το δικό μου το «εγώ». Πόνεσα. Πάλεψα. Έχτισα. Νίκησα. Κι ήρθες εσύ: Με Πόνεσες. Με Τσάκισες. Τα γκρέμισες. Με Νίκησες! Κι αναζητώ τις ματωμένες μου ισορροπίες μέσα σε θλιμμένες αισιοδοξίες με ξεφτισμένες ανταρσίες γύρω από ένα σπιτικό, φτιαγμένο από μπετό και σκέτο εγωισμό!
        Κουράσανε τα άπλυτα τα πιάτα, τα ασιδέρωτα πουκάμισα, οι τσαλακωμένες αντοχές, τα ασκούπιστα δάκρυα, τα ξέστρωτα-ξενέρωτα κρεβάτια, τα κολλαριστά και  άπραγα κορμιά, οι μουχλιασμένες ιδέες, οι ανήλιαγες διαθέσεις, το γλυκό που δεν έψησες ποτέ σ’ αυτό το σπίτι, τα άνοστα φιλιά σου, η σκονισμένη πια ομορφιά σου και η ακατάστατη καρδιά σου…
        Όταν σε γνώρισα έδειχνες διάθεση να βοηθήσεις: και τα πιάτα έπλενες, και τα πουκάμισά σου μόνος σου σιδέρωνες, και το κρεβάτι το «στρώναμε» και το «αναστατώναμε» και το κορμί σου λύγιζες, το λίκνιζες, το γύμναζες! Τις ιδέες σου τις αέριζες, τις σκονισμένες και αραχνιασμένες απόψεις σου τις τίναζες και τις ξαράχνιαζες, και η διάθεσή σου ήτανε ευήλια. Κι αν το φαγητό δεν τρώγονταν, χόρταινα με τα νόστιμα φιλιά σου, την ανείπωτη για τα μάτια μου ομορφιά σου και την ολάνθιστη καρδιά σου…
        Τώρα, σου φταίει η καθημερινότητα, η γκρίνια και η αβεβαιότητα. Τα μούτρα μου που σέρνονται στο πάτωμα. Κι εγώ χαμένη, κι εσύ θλιμμένος, κι εσύ θλιμμένη, κι εγώ  χαμένος, μέσα σ’ αυτόν τον κύκλο, που τον λένε Φαύλο, ψάχνουμε από κοινού για το μίτο. Πού είναι η αρχή του κουβαριού, που αβγάτισε και γίνανε πολλά, «κουβάρια και μαλλιά», να δίνουνε λαβή στις λαϊκές παροιμίες, και εμείς, με τις δικές μας ιστορίες, να επιβεβαιώνουμε το λαό! Έχω παγιδευτεί σε έναν λαβύρινθο. Που κάνω να βγω και πέφτω σε τοίχο! Που μιλάω και η φωνή μου τρέπεται σε ηχώ. Χτυπάει πάνω του με ορμή και με οργή. Γυρίζει πίσω και τρυπά τα δικά μου τ’ αφτιά. Γιατί εσύ δεν ακούς. Μόνο μιλάς! Μιλάς! Μιλάς! Μιλάς! Αλλά δε λες τίποτα κυρία Κοκοβίκου! Κούφια τα λόγια σου, αφυδατωμένα και στραγγισμένα από ουσία, Αντωνάκη! Ζητάς εξουσία! Μα λύση δεν δίνεις καμία!
Ξεκίνησα εγώ, ξεκίνησες εσύ. Ξεκίνησα εγώ, το συνέχισες εσύ. Ξεκίνησες εσύ, το συνέχισα εγώ! Τι ‘ν’ το «εγώ», τι είν’ το «εσύ»? Και τι τ’ ανάμεσό του? Μια σχέση κάναμε κι οδυνηρώς και δυστυχώς φαντάζουμε άνθρωποι «άσχετοι» μεταξύ μας! Άσχετοι, γιατί δεν έχουμε ιδέα τι πάει να πει «σχέση»!
        Βρες μου την άκρη απ’ τα μαλλιά-κουβάρια, γιατί αν συνεχίσουμε θα μοιάζουμε με μπαλάκια του πινγκ-πονγκ. Ένα feedback  είναι οι σχέσεις μωρό μου! Ό,τι δίνεις παίρνεις. Ό,τι σπέρνεις, θερίζεις! Κι αν σπείρεις άνεμο, θα θερίσεις θύελλες.
        Αφού όταν ξεκινήσαμε, είπαμε πως θέλαμε να «ενώσουμε τις δυνάμεις μας», να προσθέσουμε τις δυνατότητές μας, να γίνουμε ΕΝΑ. Και τελικά, το μόνο που κάναμε ήταν να διαιρούμε το «εμείς» σε δυο «εγώ» πολλαπλασιάζοντας τις πιθανότητες διάλυσης και αφαιρώντας από το παιδί μας και τους εαυτούς μας το δικαίωμα να ζήσουμε ΩΣ -και όχι ΣΑΝ- οικογένεια!
Πες μου σε παρακαλώ: είναι αυτό σπίτι?