Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βουβός κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βουβός κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

Βάλε καφέ….!!!

-Λιτσάάάάά …. κατέβα! Έκανα καφέ!...φωνάζει η Τούλα τη γειτόνισσα από τις σκάλες (μένει στον από πάνω όροφο για!)
-Άντε, να μας πει και το φλιτζάνι! Που λες Κατίνα σήμερα σηκώθηκα αργά. Με πήρε ο ύπνος και ξύπνησα στις 6.00!! Πήγανε όλα πίσω. Κι ο Γιωργάκης πήγε σχολείο αργά, γιατί το αγροτικό δεν έπαιρνε μπρος από την παγωνιά. Ε θέλει να πηγαίνει με τον παππού του. Αλλά τελικά εντάξει. Όλα γίνονται!
-Κι εγώ Τούλα δεν πρόλαβα εχθές να πάω στην αγορά. Όλη μέρα ασβέστωνα την αυλή
-Ο καφές, ο καφές!!! Χύθηκε!
-Άιντε δεν πειράζει. Λεφτά, λεφτά!
-Καλημέρα σας!
-Καλημέρα Λίτσα! Σου χύσαμε τον καφέ! Θα πάρεις λεφτά!
-Πούούού λεφτά τώρα κι εσύ? Τίποτα δε μας έδωσαν ακόμα για τα ροδάκινα. Δε βαριέσαι…. θα κάτσω λίγο και θα πάω επάνω, έχω το φαΐ στη φωτιά
-Ααα! Τι έφτιαξες? Ρεβίθια έβαλα μωρέ σήμερα. Παρασκευή είναι
-Εγώ έκανα φακές. Πολύ βραστερές ε! Αν βρω αύριο στο παζάρι θα πάρω κι άλλες…
-Κι εγώ είχα από χθες…
…και όλο το πρωί λέγανε…
        Άπειρες οι τέτοιου είδους συζητήσεις καθημερινής ρουτίνας, όπως ακούγονται στα σπίτια μιας μικρής γειτονιάς της επαρχίας. Η Κίτσα θα φωνάξει την Τούλα για καφέ κι αν περνάει η Βαρβάρα με τη Χαρίκλεια θα σταματήσουν για μια «καλημέρα». Που λέει ο λόγος! Στην πραγματικότητα θα σταματήσουν για να απολογηθούν για τις γαστριμαργικές τους επιλογές, για να δώσουν οι ίδιες αλλά και να πάρουν από τις άλλες αναφορά για τις δουλειές που έκαναν ή δεν έκαναν, για να εκφράσουν τις ενοχές τους επειδή δεν ξύπνησαν πριν αλέκτωρ λαλήσει και έχασαν τη μέρα τους, για να εξομολογηθούν τις σκέψεις τους σε κάποιον που τους ακούει, για να διαδώσουν τα νέα που έμαθαν για την κόρη της τάδε από την άλλη τη γειτόνισσα σε έναν άλλον καφέ. Ή που της το σφύριξε κάποια από ένα μπαλκόνι την ώρα που πήγαινε να πάρει ψωμί.
        Ενδεδυμένες όλες με τη ρόμπα, κουμπωμένη ή ξεκούμπωτη, με τα μπικουτί στο κεφάλι, την τρουακάρ κάλτσα, το τερλίκι το πλεκτό, το μακρύ γιλέκο, το μαλλί μαζεμένο κότσο ή κοντοκουρεμένο και ψαρό και χέρια ζαρωμένα από τα σκαψίματα, τις δουλειές στα χωράφια, στον κήπο… χαίρονται τον πρωινό τους καφέ σαν το πιο απολαυστικό πράγμα στον κόσμο. Ανέμελες από ενοχλητικές για τις σπιτικές τους δουλειές παρουσίες σαν αυτές του άντρα τους και των παιδιών που μεγάλωσαν πια και είναι φευγάτα. Καθημερινά αναμένουν αυτή τη μικρή χαρά της απόλαυσης σαν την πιο πρωτόγνωρη στον κόσμο ολόκληρο.
        Πρόκειται για στιγμή ιερή, σεβαστή, για μία ιεροτελεστία απαράβατη και απαράμιλλη. Η ώρα του καφέ είναι στιγμή απόλαυσης, συζήτησης, εξομολόγησης. Υπάρχει ο πρωινός αλλά και ο απογεματινός καφές. Ο πρωινός είναι ο απαραίτητος! Υπάρχουν άνθρωποι που μόλις ξυπνήσουν, βάζουν τον καφέ πρώτα να γίνει και μετά πλένονται! Είναι από τις λίγες φορές που η ανώδυνη αυτή εξάρτηση αποτελεί μέρος των πρωινών συνηθειών και ζητά να συγκαταλεχθεί δικαίως στις πρώτες ανάγκες. Με παρέα ή χωρίς, με τσιγάρο ή άνευ, γαλλικός ή νες, διπλός ή μονός, σκέτος ή με ζάχαρη, με γάλα ή όχι, ο καφές μονοπωλεί τη ζωή της πρωινής ζώνης με πολλές δόσεις υπερβολής και αλήθειας ή ακόμη και υπερβολικής αλήθειας στη δράση, την επίδραση και τις ιδιότητές του. Η στέρησή του προκαλεί πονοκέφαλο, «δεν ανοίγει το μάτι». Αποτελεί σημείο αναφοράς ως δηλωτικό έναρξης της ημερήσιας σου διάταξης: «Πρωί-πρωί? Ούτε καφέ δεν ήπιαμε!»
        Ο καφές είναι η συντροφιά μας! Αποτελεί καλή αφορμή να βρεθούμε με την παρέα μας! Λέμε σε  κάποιον «έλα για καφέ στο σπίτι» εννοώντας όχι για φαγητό. Προτείνουμε κάποιον να «πάμε για καφέ» εννοώντας να βγούμε να τα πούμε, «κερνάμε καφέ» για να κάνουμε την αρχή στις σχέσεις μας. Ζητάμε τον καφέ στην πίκρα μας, γιατί είναι η παρηγοριά μας και προστάζουμε  τη γειτόνισσα «να βάλει καφέ» γιατί έχουμε νέα-κουτσομπολιά.
        Και το απογευματάκι, μετά τη μεσημεριανή σιέστα, η κυρα-Κατίνα θα πάρει το πλέξιμο, η κυρα-Λίτσα το κέντημα και θα σεργιανίσουνε στη γειτονιά. Η ώρα είναι 17.30. Χειμώνας είναι. Νυχτώνει νωρίς. Η κουρτίνα τραβηγμένη στην άκρη να μπαίνει το λιγοστό φως. Τα φώτα αναμμένα, για να βλέπουν καλύτερα η μία την άλλη. Μαυροφορούσες και οι δύο, με γυαλιά, καθισμένες αντίκρυ, γίνονται άθελά τους οι πρωταγωνίστριες της σκηνής. Κι εγώ στα σκοτάδια του δρόμου παρακολουθώ, σαν παράνομος θεατής τις ζωές των άλλων να πίνουν καφέ! Δεν ακούω τι λένε. Η παράσταση ανήκει στο βουβό κινηματογράφο. Εικάζω όμως πως δε θα ‘ναι κάτι λιγότερο ή κάτι περισσότερο από όσα ακούω να λέει καθημερινά η Λίτσα στην Κατίνα.
        Δυο μέρες αργότερα κάθομαι στο roof garden του Ηλέκτρα Palace περιμένοντας μια φίλη. Στο διπλανό ακριβώς τραπεζάκι μια παρέα στην ηλικία της γιαγιάς μου και βάλε, από πέντε σημαιοστόλιστες κυρίες με μαλλί φρέσκο από το κομμωτήριο βγαλμένο,  α λα φωλιά πελαργού φουσκωμένο και λακαρισμένο, με μακιγιάζ έντονο που τονίζει μάτια και χείλη σε αποχρώσεις μη διακριτικές, που δεν μπορεί όμως να καλύψει τα σκαψίματα του αμείλικτου χρόνου στα πρόσωπα, με τσιγάρο φινέτσας στα χέρια τα εμφανώς περιποιημένα από μανικιουρίστα και στολισμένα με χρυσαφικά μεγάλης αξίας επιδίδονται σε συζητήσεις του ίδιου τύπου με αυτές της Κατίνας, της Βαρβάρας και της Χαρίκλειας. Αλλά  αυτές έκαναν, όπως έλεγαν,  τις ίδιες δουλειές –περίπου- υπό το ρόλο του ηθικού μονάχα αυτουργού, τουτέστιν με άλλα υποκείμενα: κάποια κυρία που τη λέγανε Σεράντα άργησε να έρθει το πρωί για να καθαρίσει το σπίτι της μιας. Το σχολικό είχε βλάβη και δεν πέρασε στην ώρα του να πάρει τα εγγόνια της αλληνής για το σχολείο. Και η τρίτη της παρέας ήτανε στενοχωρημένη γιατί τελικά δε βρήκε θέση στο ξενοδοχείο για το τριήμερο για να αφήσει το σκυλάκι της και δυστυχώς στο σαλέ της ορεινής Γαλλίας όπου θα πάει για σκι δεν επιτρέπονται τα κατοικίδια…
        Ανεπαίσθητα γέλασα! Όχι από ειρωνεία. Αλλά από το πόσο ίδιος είναι αυτός ο κόσμος πολλές φορές όπως στην παρεΐστικη διάθεση για την απόλαυση του πρωινού καφέ με τις φίλες σου αλλά και πόσο διαφορετικός σε χρόνο, σε τόπο, σε τρόπο και σε περιεχόμενο «κουτσομολιού»! Διαφορετικός σαν δυο σταγόνες νερό…
        Στην υγειά σας!