Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Παρα-τράγουδα!

Σε ένα παραδοσιακό γλέντι σίγουρα δε θα ήμουνα αυτή που θα με παρακαλούσανε να σηκωθώ για να σύρω το χορό! Δεν θα υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να με τραβάνε και να με σβαρνίζουνε, αφού σίγουρα τα πόδια μου θα είχανε ακολουθήσει ήδη την ψυχή μου που με κάποιον τρόπο θα είχε ανέβει ήδη στην πίστα και θα έδινε ρεσιτάλ. Ευτυχώς από παιδί τέτοια κολλήματα ή κωλύματα δεν είχα. Φρόντισαν μάλιστα κάποιοι εκουσίως ή άθελά τους ώστε ο ήχος του κλαρίνου, της τρομπέτας ή του σαντουριού να αποτελεί για μένα μια γλώσσα ερεθιστική που να μου δίνει πάντοτε διαζύγιο από την αναπαυτική μου καρέκλα και να με γνωστοποιεί στους θεατές που κάθονται ολόγυρα της σκηνής. Και η παράσταση αρχίζει...
Με μια διάθεση να ανεβαίνει σαν το καλοκαιρινό θερμόμετρο και μια κούραση να με τραβάει απ’ το μανίκι, αλλά εγώ να της λέω επιδεικτικά «Άσε με!», μπορώ επί ώρες και μισοεξαντλημένη να χορεύω επάνω στα δωδεκάποντά μου σε μια πίστα από φώσφορο ή μέσα στα ζεστά μου μποτάκια σε κάποια πλατεία ενός χωριού ή ξυπόλυτη εκεί που σκάει το κύμα σε ένα νησί. Και καθόλου δε μ’ ενδιαφέρει αν ο κόσμος απλώς με κοιτάει με το απλανές βλέμμα του ροφού και αδιάφορα, και καθόλου δε με νοιάζει αν με γδύνουν κάποια μάτια με ύφος μπλαζέ και υποτιμητικό και καρφάκι δε μου καίγεται αν μερικοί δεν καταλαβαίνουν τον παθιασμένο μου έρωτα εκείνη τη στιγμή με το χορό, ίσως γιατί δεν τον γνώρισαν, δεν τους τον μάθανε, δεν τους τον καλλιεργήσανε, δεν τους τον μεταδώσανε.
Αντίθετα και αντίστοιχα, εμένα πολύ μου αρέσει να βλέπω ανθρώπους που θέλουν να χορέψουν, αλλά δεν μπορούνε γιατί δεν τους βαστάν τα πόδια τους, λόγω ηλικίας ή ολικής ή μερικής ανικανότητας. Κουνιούνται μόνο ρυθμικά επάνω-κάτω στην καρέκλα. Άλλοι πάλι τολμούνε να σηκωθούνε στην πίστα χωρίς να ξέρουν τα βήματα. Ωστόσο χορεύει η καρδιά τους. Και ακόμη περισσότερο ενθουσιάζομαι όταν ενσαρκώνεται ο ορισμός του τσάμικου που θέλει τον πρώτο να χορεύει αγρίως και τους υπόλοιπους να κοιτάζουν ηλιθίως! Ο κύκλος δεν προχωράει, αλλά σταματάει και περιμένει τον πρώτο ο οποίος είτε δίνει παράσταση δεινού χορευτή είτε κλέβει την παράσταση λεβέντη είτε απλά χορεύει η καρδιά του ενώ τα βήματα θυμίζουν εργάτη σε παλιό πατητήρι. Δεν με νοιάζει, τον αγαπώ!....
Μα σαν θυμάμαι εκείνην την κρατική, την κατ’ ευφημισμόν τηλεόραση, εκείνη που ορά από μακριά και καμιά φορά αφ’ υψηλού -παρόλο που βάσει του χάρτη είμαστε ψηλότερα, ενώ εκείνη και το επιτελείο της κεντρικοχαμηλότερα- αδυνατώ να φέρω κατά νου μία φορά μια προβολή «Εθίμων και Παράδοσης, τραγουδιών και χορών» από άλλους πλην βρακοφόρων και φουστανελοφόρων… και πληγώνομαι.
Εξ ου και ο επαγγελματίας dj -όπως λέγεται νεοελληνιστί (!)- σε γλέντι της Πρωτεύουσας που του ζητάς να παίξει κάτι μακεδονικό για να το χορέψεις, πέρα από τα νησιώτικα, τα κρητικά ή τα τσάμικα και τους συρτούς Πελοποννήσου, και σου βάζει ένα θρακιώτικο ζωναράδικο, επιμένοντας πως είναι μακεδονικό, γιατί ο «καημένος» μαζί με πολλούς άλλους δεν έμαθε να ξεχωρίζει ότι και από τα Τέμπη και πάνω Ελλάδα είναι και πως άλλο γεωγραφικό διαμέρισμα είναι η Θράκη και άλλο η Μακεδονία...γαμώτο! (ποσω δε μάλλον τα τραγούδια τους)

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010

Τι προτιμάς? Το Παραδοσιακός ή το Παραδομένος ?

Ήταν κάποτε ένα κοριτσάκι 17 χρονών, που προβληματιζόταν πάνω στο θέμα της «παράδοσης και της ιστορίας και πώς αυτά διαφυλάσσονται ΚΑΙ μέσα από την τηλεόραση». Ήθελε να γράψει έκθεση, λέει, στο σχολείο και –κλασικά- δεν ήξερε τι. Έψαχνε ολημερίς πληροφορίες στο internet και παρακολουθούσε τηλεόραση για να βρει στοιχεία, να πάρει ιδέες, να αποσπάσει γνώσεις. Αλλά εις μάτην. Ο προβληματισμός έδωσε τη θέση του στην απόγνωση και αυτός ο καθημερινός πιστός σαν τον σκύλο φίλος, η tv, ένιωσε πως την πρόδωσε. Κατάλαβε πως δεν είχε ΤΙΠΟΤΑ να της δώσει παρά ψήγματα…
Και μια φωνή, συνείδηση τη λέγαν, είπε:
«Κι αναρωτιέσαι τι είναι η παράδοση και ποια η ιστορία σου? Αν είναι ο Παρθενώνας και ο Περικλής, ο Ιουστινιανός και η Θεοδώρα, ο Διγενής Ακρίτας, ο Ερωτόκριτος,  ο Κολοκοτρώνης και η Μαντώ Μαυρογένους, ο Σεφέρης, ο Παπαδιαμάντης, ο Ελύτης και η Δημουλά? Οι χοροί σου, το λεβέντικο Τσάμικο και ο πολεμικός  Πυρρίχιος? Τα πανηγύρια σου? Το ιδίωμα που μιλούν στο χωριό σου? Τα πετσετάκια που σου ‘πλεξε η γιαγιά σου βγάζοντας τα μάτια της και τα έθαψε σε ένα σεντούκι για την προίκα σου? Η φασολάδα της μαμάς? Τα πασχαλινά τσουρέκια που ζύμωσε όλη η γειτονιά και σου ‘σπασαν τη μύτη, πειρασμός στη νηστεία σου? Τα μπουζούκια και τα ξενύχτια μέχρι πρωίας και η μεταμεσονύχτια μπουγάτσα ή ο πατσάς που στρώνει το στομάχι από τα ξίδια, η βοκαμβίλια με τα ασβεστωμένα σπιτάκια σε φόντο γαλάζιο, το χειροκρότημα στην παράσταση  «Αντιγόνη» στην Επίδαυρο, οι εκκλησιές του Αϊ-Λια στις κορφές των βουνών και τα κρεμαστά στα βράχια μοναστήρια? Αυτά είναι ναι, αλλά και…
Ο συνοφρυωμένος φιλόλογος Παπαγιαννόπουλος  που απαγγέλλει το «Ναυσικα, τ ν σ δε μεθμονα γενατο μτηρ;/εματα μν τοι κεται κηδα σιγαλεντα,/σο δ γμος σχεδν στιν…» στην ξενυχτισμένη Πετροβασίλη που «είχε τριάντα καλεσμένους και της μαθαίνανε κουν-καν», ο καρπαζοεισπράκτορας Τζανετάκος που επιμένει να μας πληροφορεί για το γάμο του αφεντικού του «αλλά δε μας το λέει», ο βλακέντιος Γκιωνάκης που ρωτάει αν «Θέτε Μπορντογκαλλάδα αμπό μπορντογκάλια», ο θρασύτατος υπάλληλος Ζήκος που στέλνει στο «Διάααλο» το κεφάλαιο πληροφορώντας το ότι «πάει στο γιατρό, γιατί έχει γίνει σα σουβλί και μπορεί και ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες» χωρίς να φοβάται την απόλυση και κοροϊδεύει τον «Βατραχονύσσ’» γιατί «κάτι τέτοιους στου χουριό τ’ τς πνίγουνι στου νιρουχύτ’ για να μη χαλάσ’ η ράτσα», η αφράτη Σαμιωτάκη που «τρώει πολύ για να ‘ναι αεράτη», το μαγαζί του Αθηνόδωρου Προύσαλη που έγινε «σαν δρόμος που του περνάνε καλώδια από τον ψηλό, όμορφο, βουτυράτο με την αψηλή τσιριμπίμ τσιριμπόμ», ο κατά φαντασίαν εφευρέτης Ξαρχάκος του οποίου η αυτόματη πόρτα δε βασίζεται στη λογική του φωτοκύτταρου αλλά στο άκουσμα του «Βαγγέλη» και η ανύψωση του αεροπλάνου στο «τράβα μαλλί-άσε μαλλί», τα αξέχαστα χαστούκια του νεοπροσληφθέντα καθηγητή της κλασικής φιλολογίας, Δημήτρη Παπαμηχαήλ,  που δεν ιδρώνει το αφτί του από τις «επιταγές» του «Θεμιστοκλέους Βεβαίως-Βεβαίως», ο διαχρονικός στην Ελλάδα υποψήφιος «Γκόοορτζος, Γκόοορτζος», η «κηδεμονευομένη μαθητρία της ογδόης, Λίζα Πετροβασίλη»-Βουγιουκλάκη που «δεν της κάνει πια η ποδιά», η σοφερίνα που παρακαλάει το Νίκο της «να φύγουνε, να φύγουνε» από το δικαστήριο, ο ψευτοαριστοκράτης Βουτσάς που «έχει κι ένα κότερο» και μας προσκαλεί «να πάμε μια βόλτα», οι στάμνες της θείας από το Σικάγο, ο Κωνσταντάρας που δεν εφαρμόζει το «Χούφτωσ’ την, χούφτωσ’την», ο Κωνσταντίνου που «δε θέλει να το πει το Πρόοφιτερολ αλλά να το φάει», η Σαπφώ Νοταρά που βλέπει ότι εκεί «μέσα γίνονται Σόδομα και Γόμορρα» … Αλλά και η «Στέλλα που πρέπει να φύγει» γιατί ο Φούντας «κρατάει μαχαίρι», κι ο Κούρκουλος που «δε θέλει άλλο κάρβουνο»
Είναι το Σάββατο το βράδυ που είχε νερό βραστό με την καραβάνα στο πετρογκάζ ή στη σόμπα για να κάνεις μπάνιο στη σκάφη πριν ξεκινήσει η ελληνική ταινία στη ΕΡΤ-1 και την χάσεις. Και την είχες δει πολλές φορές, την ίδια ταινία αλλά δε σε πείραζε. Δεν είχες καλωδιακή τηλεόραση, ψηφιακά κανάλια και πιάτα δορυφορικά, ούτε youtube… Είχες ένα κανάλι, σε ασπρόμαυρη τηλεόραση αναλογική, που έπαιζε μία ταινία την εβδομάδα. Δεν είχες επιλογή? Δεχόσουνα τους όρους που ορίζανε άλλοι στη διασκέδασή σου? Είτε έτσι είτε αλλιώς, οι ταινίες αυτές μπήκαν στην καρδιά σου, μονοπώλησαν τη σαββατιάτικη ζωή σου, έβαλαν το πηγαίο χιούμορ στο μυαλό σου, σου έμαθαν τι θα πει γέλιο, τι είναι ο σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η αποστροφή στο χυδαίο και σου δίδαξαν πώς να επικοινωνείς με την παρέα σου μιλώντας με ατάκες που μόνο ένας Έλληνας μπορεί να κατανοήσει…
Παράδοση είναι… αυτές οι ταινίες γιατί είναι διαχρονικές, αξεπέραστες και επίκαιρες. Παράδοση είναι να γνωρίζεις την υπόθεση, το τέλος της ταινίας αλλά κάθε φορά που την ξαναβλέπεις  είναι σαν να πρόκειται για πρώτη προβολή. Παράδοση είναι να γελάς πριν από την επικείμενη σκηνή που γνωρίζεις το περιεχόμενό της. Παράδοση είναι να γελάς με τις φιγούρες αυτών που ποιούν ήθος χάρη στο πηγαίο ταλέντο τους και όχι χάρη στους κοιλιακούς και τις πλαστικές προσώπου των όλως τυχαίως εξαιρετικών καλλονών. Παράδοση είναι ο Χρόνος! Παρεξηγημένος ο χρόνος! Δε φθείρει μονάχα αλλά εκτιμά και προσδίδει αξία. Σε κάποια πράγματα. Σε αρκετά πράγματα. Διυλίζει τα πράγματα, και ό,τι  αφήνει άθικτο στα βάθη των αιώνων, ό,τι παλιώνει αλλά ανεβάζει την αξία του, το αποκαλεί παράδοση: σαν τις αντίκες στις δημοπρασίες ή το παλιό κρασί.
Παράδοση όμως δεν είναι… όταν το γελοίο γίνεται συνώνυμο του γέλιου, όταν το πρόστυχο παίρνει τη θέση του  αστείου, όταν το συζυγικό κέρατο αποτελεί τον κανόνα και πάει να παραβγεί τον ηθικό αρραβωνιαστικό που φεύγει μετανάστης στη Γερμανία για να μαζέψει λεφτά για την αποκατάσταση της αρραβωνιάρας του, όταν ο χωρισμός και οι μονογονεϊκές οικογένειες είναι ο ορισμός και όχι η εξαίρεση, όταν η νοητική υστέρηση αποτελεί για τους «αρτιμελείς» και «διανοούμενους» αυτής της χώρας λόγο ξεκαρδίσματος μπροστά στην οθόνη, όταν η λογική της κλειδαρότρυπας έχει μονοπωλήσει το ενδιαφέρον σου, όταν προσέχεις το θόρυβο που προκαλούν μόνο οι άδειοι τενεκέδες αυτής της κοινωνίας, όταν η αφρόκρεμα, η ελίτ αυτού του τόπου είναι απλώς φελλοί, εξ ου και επιπλέουν, όταν δέχεσαι, αποδέχεσαι και καταδέχεσαι να συναγελάζεσαι με ανθρώπους μιας μάζας που απλώς μεμψιμοιρεί  στην καθημερινότητα, γιατί η κούραση σε εξαντλεί και δεν έχεις τι άλλο να κάνεις –αλίμονο!!!!- από το να δίνεις απλά το σχήμα του κορμιού σου στον καναπέ του σαλονιού σου με το δάχτυλο στη σκανδάλη-τηλεκοντρόλ σαν ετοιμοπόλεμος στρατιώτης σε αμυντικό ζάπιγκ, όταν δίνεσαι και παραδίνεσαι άνευ όρων σε μία διασκέδαση που αποφάσισαν κάποιοι άλλοι για σένα, χωρίς εσένα, γιατί κατάλαβαν ότι δεν έχεις τη δύναμη να αντισταθείς στο φθηνό χιούμορ, τον κακόγουστο και κιτς τρόπο διασκέδασης, γιατί αντιλήφθηκαν νωρίς πως το μυαλό σου καθοδηγείται και είναι εύκολο να σε αποτρέψουν από την ελεύθερη επιλογή και την πρωτοβουλία, γιατί σε έκαναν πρώτα ανήξερο, μετά ανίδεο και εν τέλει ανήμπορο.
Και ξέχασες τη ζωή, εγκλωβισμένος στις έγχρωμες 3D τηλεοράσεις των πολλών ιντσών. Δε θυμάσαι το πετυχημένο grafity «έγχρωμη tv, ασπρόμαυρη ζωή». Δεν κατάλαβες ότι αυτό το χαζοκούτι δεν παράγει πια αλλά αναπαράγει, δεν εκπέμπει αλλά αναμασά εκπομπές της προηγούμενης ζώνης, δεν πετάει αλλά ανακυκλώνει την είδηση που την πλασάρει αν όχι με το ίδιο αλλά με παρόμοιο περίβλημα λίγες μέρες μετά, και το μόνο που δημιουργεί είναι απλώς κακέκτυπα…
Αλλά γελάς: Επειδή τη βρίσκεις αστεία ή γιατί προσπαθείς απεγνωσμένα να βρεις το χιούμορ σου? Και παρακολουθείς: Επειδή είναι ενδιαφέρουσα ή γιατί προσπαθείς αγχωμένα να είσαι μέσα στα πράγματα? Και τη βρίζεις: Επειδή όντως «δεν έχει τίποτα» ή γιατί σε κάνει να μην αισθάνεσαι αγελαίος? Αλλά είσαι! Ή έγινες? Ή σε κάνανε? Τι σημασία έχει το λογικό Υποκείμενο? Σημασία έχει το παράλογο Κατηγόρημα
Αν δεν ξυπνήσεις από τον τηλεοπτικό λήθαργο, αν δεν καταλάβεις ότι η ζωή σου βρίσκεται έξω από την tv, αν δεν βρεις τη δύναμη να πατήσεις το off, θα παραδοθείς σε ό,τι θέλουν οι άλλοι να ξέρεις.
 Και επειδή δεν είμαστε προγονόπληκτοι, αγιοποιητές του παρελθόντος και πολέμιοι της τεχνοκρατίας αλλά δημοκράτες, τεχνολάτρες και αισιόδοξοι που πιστεύουμε στην ελεύθερη πρωτοβουλία της σκέψης απλά προτείνουμε:
Επίλεξε τι θα δεις, για ποιο λόγο θα το παρακολουθήσεις, πόση ώρα θα αφιερώσεις, ποια χρονική στιγμή θα το κάνεις και φυσικά τον τρόπο που θα το αφομοιώσεις! Φίλτραρέ το! Μη μασάς και καταπίνεις ό,τι σου πλασάρουν! Και προπαντός, φτύσε ό,τι δε σου χρειάζεται, ακόμα κι αν το μάσησες. Ποτέ δεν είναι αργά…
Γιατί διαγράφοντας την πορεία μας, γράφουμε την ιστορία μας. Εμείς και όχι οι άλλοι… Λέμε ναι στην « ελληνική παράδοση» αλλά όχι στην «άνευ όρων παράδοση»
Κοριτσάκι σε βοήθησα ή ου?

Κυριακή 29 Αυγούστου 2010

Στου παναΰρ’



Τόσοι Άγιοι, άλλοι τόσοι Όσιοι, Μεγαλομάρτυρες, Απόστολοι, Εκκλησίες, εκκλησιές, εκκλησάκια, μονές, μοναστήρια, χωριά και χωριουδάκια με έναν πολιούχο ή με δύο εκκλησιές, ή δυο ξωκλήσια. Με μια αφορμή και μια γιορτή. Ένα λαϊκό πανηγύρι…
        Η τσίκνα από τις καντίνες πλαισιώνουν τις εκκλησιές και η καμένη ζάχαρη από τα «επίδοξα» μαλλιά της γριάς σε προϋπαντούν στο πανηγύρι. Γυρολόγοι σε πλευρίζουν ή στήνονται αδιακρίτως και  ευθαρσώς μπροστά σου επιβάλλοντάς σου να ρίξεις μια ματιά στην πραμάτεια τους, η οποία πλούσια και φθηνή, πλαστική και εμφανώς Β’ διαλογής φιγουράρει πάνω στους ξύλινους πτυσσόμενους πάγκους. Αλλά τη ρίχνεις τελικά τη ματιά! Εκείνοι το απαιτούν, εσύ συνωμοτείς. Περπατάς και περιδιαβάζεις χαϊδεύοντας με το βλέμμα σου ακόμη και πράματα που φύσει και θέσει δεν εμπίπτουν στα ενδιαφέροντά σου. Χαζεύεις κάθε λογής καροτσάκια για παιδικές κούκλες, αυστηρώς ακατάλληλα για ενηλίκους, κουζινικά για εκκολαπτόμενες νοικοκυρές ετών εννέα και κάτω! Πιο πέρα κοκαλάκια, βραχιολάκια, κλαμεράκια και αλυσίδες για το πόδι ή το χέρι. Πιο κει πάλι κουβέρ-λι και πετσέτες πολύχρωμες και παραδίπλα κατσαβίδια, σφυριά και πριόνια. Χαζεύω τα ρούχα: μπλούζες, φουστάνια, πουκάμισα και σόρτς. Τιμές εξευτελιστικές. Για ποιον? για μας που τα αγοράζουμε ή για εκείνους που τα πουλάνε? ακόμη πιο πίσω: μήπως για εκείνους που τα φτιάχνουνε? Α, να και τα παιχνίδια! Πολλά παιχνίδια: κοριτσίστικα, αγορίστικα, unisex. Δεν έχει σημασία. Όλα έχουν θέση στο πανηγύρι. Ό,τι πιο άσχετο, ό,τι πιο αταίριαστο, ό,τι πιο όμορφο, ό,τι πιο άσχημο! Πουθενά δεν ταιριάζουνε τόσα και τόσο αταίριαστα πράγματα μαζί, πουθενά δε δικαιούνται για πιο δίκαιο λόγο πρώτη θέση αντικείμενα Β’ διαλογής, πουθενά δεν είναι πιο νόστιμο το μη σπιτικό φαγητό, το «βρόμικο», όπως συνθηματικά το λέμε στη γλώσσα της μεταμεσονύχτιας τσάρκας και όχι μόνο. Και φυσικά πουθενά αλλού δεν συμβαίνει να έχουν όλοι οι άνθρωποι το δικαίωμα να παρευρεθούν δίπλα-δίπλα ανεξαρτήτως πορτοφολιού, καταγωγής ή παιδείας. Μην κοιτάτε που στα επίσημα gala δεν καταδέχονται και απαξιούν να υπάγουν οι λαϊκοί άνθρωποι. Στα πανηγύρια πηγαίνουν όλοι. Οι «λαϊκοί» και οι «ελίτ», οι «αλήτ-ες» και η «αφρόκρεμα», οι «επίσημοι» και οι «ανεπίσημοι», οι «άσημοι» και οι «διάσημοι». Κάποιοι το περιμένουν πώς και πώς: να βάλουν τα «καλά» τους, να ντυθούν, να βγουν, να δείξουν, να χορέψουν, να φάνε, να πιούνε, να κεράσουν και να κεραστούνε. Περιμένουν το πανηγύρι, γιατί είναι ο μόνος λόγος που θα τους ξεκουνήσει από την καθημερινότητα.
 Παλιότερα, στο όχι και πολύ μακρινό παρελθόν περίμεναν το «παϊνύρ’» ή το «παναΰρ’» για να γλεντήσουν, να χορέψουν, να στολιστούν, να φάνε, να πιούνε! Σήμερα οι περισσότεροι χορεύουν κάθε μέρα, εκτός από τη μέρα του πανηγυριού και  χορεύουν παντού εκτός από την πλατεία όπου γίνεται το πανηγύρι (γιατί οι χώροι και οι λόγοι διασκέδασης βρίθουν τον κόσμον όλον!). Σήμερα χορεύουν όλοι, εκτός από αυτούς που βγαίνουν σημαιοστολισμένοι στο πανηγύρι (γιατί οι γυναίκες φοβούνται πως θα σκαλώσει το τακουνάκι ανάμεσα στα πλακάκια ή θα καρφωθεί η γόβα στο χώμα ή θα γρατσουνιστεί στο χαλίκι, αλλέως και λαϊκιστί: φοβούνται «μη σκίσουν κανά καλσόν»…) Σήμερα τρώνε παντού (οι ηγεμόνες δε αυτού του τόπου «από παντού») εκτός από το πανηγύρι, γιατί ντρέπονται να φάνε φασολάδα και γίδα βραστή! Η δικαιολογία: «αυτοί που τρώνε στα πανηγύρια είναι (οι) γύφτοι». (Αν όπου γύφτος=ο γύφτος από τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» του Παλαμά, θα ήμουνα περήφανη να ήμουνα ένας τέτοιος). Ένα κατάλοιπο είναι το πανηγύρι… έχει κι αυτό μεταλλαχθεί πια!
        Η διασκέδαση μετατράπηκε σε κατανάλωση, ο χορός μετουσιώθηκε σε οφθαλμόλουτρο παραστάσεων παραδοσιακών συλλόγων με «δήθεν» αναβίωση παραδοσιακών εθίμων και χορών παρουσιασμένων βάσει «στημένων» χορογραφιών (αλήθεια, ποιος εγγυάται την πατρότητα και την αυθεντικότητα τους?)!! Δεν ‘ν’ κακό!!!! Αλλά… προτιμώ να σεργιανίσω ανάμεσα στους πάγκους. Με παρέσυρε το καταναλωτικό μου ένστικτο που θέλει να βολτάρει ανάμεσα στα «τζιβιτζιλάκια», αφήνοντας πίσω μου την εξέδρα των χορευτών και παίρνοντας μονάχα για παρέα τη μουσική υπόκρουση των λαϊκών οργάνων…. Όλο και κάποια χαζομάρα θα αγοράσω: ένα βραχιολάκι, κανά σκουλαρίκι ή ένα τραπεζομαντηλάκι για τη μαμα μου που έχει πολλά μα δεν ενοχλείται να τα κάνει περισσότερα! Θα φάω ένα σουβλάκι από τον πλανόδιο ψήστη ακόμη κι αν δεν πεινάω, θα πιω και μια ρετσίνα σε πλαστικό μιας χρήσεως ποτηράκι για να μην ξεχνώ πού βρίσκομαι. Θα ανεχτώ τη χειραψία των υποψηφίων δημάρχων ή βουλευτών που σεργιανίζουν πάντα στα πανηγύρια (τυχαίο? δε νομίζω!) ανάμεσα στα «υποψήφια» θύματά τους. Θα κριτικάρω για άλλη μια φορά την απεγνωσμένη προσπάθεια των συλλόγων να παρουσιάσουν ως παραδοσιακό ό,τι πιο μοντέρνο χωρίς την υπογραφή των παππούδων, χωρίς να προσυπογράψει η παλαιά γενιά. Θα κουνηθώ ωστόσο και θα λικνιστώ στο άκουσμα της χάλκινης τρομπέτας και του κλαρίνου, θα μιλήσω με ανθρώπους που δε συνάντησα ποτέ ξανά στο παρελθόν και πιθανώς να μη ξανασυναντήσω (ΑΝ… μου το επιτρέψει η μοίρα!!), θα πιάσω στα χέρια μου με πρωτοφανές ενδιαφέρον πραμάτεια από τους πάγκους που δε θα αγοράσω ποτέ αλλά θα την αγγίξω, θα την μυρίσω, θα την απορρίψω (ωστόσο θα την χαζέψω, γιατί –είπαμε-το δικαιούται). Και θα συνεχίσω την περιπλάνηση ανάμεσα από τις ψησταριές για να μυρίσουν τα ρούχα μου τσίκνα, θα κεράσω στο μπαμπά ένα σουβλάκι, για να αρχίσω να ξεχρεώνω όσα με κέρασε όλα αυτά τα χρόνια (ματαιοδοξία!)…
        Όπως και να ‘χει, το πανηγύρι είναι θεσμός, σταθμός, δεσμός, ελιγμός για άλλους εθισμός και για άλλους καταναγκασμός! Για μένα είναι καημός! Και κρίνω πως πρέπει να είναι και σεβασμός αυτό καθεαυτό ως οντότητα αλλά και για αυτό που εκπροσωπεί, για αυτό που φέρει παλαιόθεν! Είναι λοιπόν θεσμός και μάλιστα ελληνικός, ελληνοπρεπής, ελληνοκεντρικός! Και πώς όχι? Το πανηγύρι δεν είναι ντροπή. Το πανηγύρι είναι ανατροπή στα ευρωπαϊκά και εν γένει ξενόφερτα δεδομένα, είναι προκοπή για τα ελληνικά κεκτημένα!
        Ας μην το ξεπουλήσουμε! Ας το στηρίξουμε κι αυτό θα μας ανταμείψει. Αφού κι εγώ κι εσύ, το ξέρουμε καλά πως είμαστε ομαδικώς και όλοι «για τα πανηγύρια».
        Χρόνια σας Πολλά! Βοήθειά σας!