Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαμά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαμά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Χρόνια Πολλά Μπαμπά και Μαμά!!!!

Αναμνήσεις εκπάγλου κάλλους. Μεταξύ φασαρίας και παρηγοριάς, χαδιού και παντόφλας, επαίνου και τιμωρίας, απειλής και προστασίας. Συνισταμένη ετερόκλιτων στοιχείων συνθέτουν ένα πρόσωπο τόσο ίδιο και τόσο διαφορετικό συνάμα για κάθε άνθρωπο. 

Μανούλα Καλημέρα!
Σου εύχομαι  να είσαι γερή, δυνατή, βράχος όπως είσαι πάντα, λεβέντισσα που σε λέει ο (υ)ιός σου και παρούσα στη ζωή μας με τον τρόπο που ξέρεις. Να ξυπνάς πριν από εμάς και να κοιμάσαι αφού μας βάλεις για ύπνο. Να ακούς ό,τι σου λέμε και να τρέχεις να μας το πραγματοποιείς ακούραστα.
Μαμά θέλω να σου πω κάτι όμως: Μου τη δίνει που όσα χρόνια κι αν περάσουν καταλήγεις να έχεις (ΣΧΕΔΟΝ)πάντα δίκιο και να φαίνομαι μπροστά σου μικρή, χαζή κι ανόητη. (Αυτό τώρα ξέχασέ το όμως, γιατί θα το πάρεις πάνω σου και θα μου το κοπανάς).
Και να σου πω και κάτι άλλο? Προχθές η Βάσω μας περιέγραφε μία καινούργια συνταγή για μια τούρτα που είχε φτιάξει και ομολογώ πως ήτανε πολύ προκλητική η περιγραφή και η τούρτα μαζί! Κι όταν τη ρώτησα «Γιατί δε μας έφερες ένα κομμάτι?» εκείνη απάντησε: «Γιατί κράτησα για μένα και τον άντρα μου από ένα κομμάτι και την άλλη τη μοίρασα!» Και τότε της είπα: «Α! σαν τη μαμά μου κάνεις κι εσύ! Ό,τι σου περισσέψει το μοιράζεις!» Αλλά μετά το ξανασκέφτηκα και το διόρθωσα: «Λάθος. Η δική μου η μαμά» της είπα «πρώτα μοιράζει στους άλλους και ό,τι περισσέψει το κρατάει για το σπίτι».
Και εμείς όταν σου κάνουμε με τον Παύλο δώρο, σου το κάνουμε δια δύο γιατί μας έμαθες να μοιραζόμαστε τα πάντα, ενώ εσύ όταν μας κάνεις δώρα μας τα κάνεις επί δύο, γιατί η αγάπη σου πολλαπλασιάζεται επί του αριθμού των παιδιών σου.

Κι η μάνα αυτή, που είναι μόνο ΜΙΑ, είναι καταδικασμένη από τη φύση της να κουβαλάει τα πιο γλυκά βάσανα και μάλιστα αδιαμαρτύρητα. Κι αν γκρινιάζει καμιά φορά δεν πειράζει. Δε μετράει. Τη φύση της που τη θέλει να νοιάζεται για το τι θα φάνε τα πουλάκια της, που τη θέλει να ξενυχτάει στο προσκέφαλο για να κατέβει ο πυρετός απ’ τα παιδάκια της, να φροντίζει το ζεστό περιβάλλον για τα τζιέρια της και να προνοεί για το μέλλον διαισθανόμενη τις κλίσεις των μωρών της δεν την έχει απολύτως κανένας!
Η μάνα είναι το αποκούμπι και η παρηγοριά μας. Κι ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο μαζί με το μπαμπά που ό,τι κι αν κάνουμε θα μας συγχωρήσει. Που όσο κι αν μας μαλώσει, θα ξεθυμώσουμε. Που όλο αυτό το ξέρουμε και το εκμεταλλευόμαστε. Και το ξέρω και το ξέρεις. Της μιλάμε όπως να ‘ναι. Της υψώνουμε φωνή. Της βγάζουμε γλώσσα. Οι κοινωνικές συμβάσεις αίρονται με τη μάνα, γιατί όλο αυτό δεν έχει συνέπειες. Κι αν σε έχει και χαϊδεμένο...Κι αν σε έχει και κανακάρη... τότε τα πράγματα χειροτερεύουν για κείνη, συμφέρουν περισσότερο σένα.
Και αισθάνομαι κάθε χρόνο τέτοια μέρα ότι αδικούμε τον μπαμπά. Η μάνα πονάει, η μάνα γεννάει, η μάνα ηρεμεί. Αλλά τη μάνα αυτή μου τη διάλεξε ο μπαμπάς. Βρήκε ανάμεσα σε άλλες την πιο άξια γυναίκα, την πιο ικανή να κυοφορήσει τα παιδιά που ήθελε να κάνει και να φτιάξει την οικογένεια που ονειρευότανε.
Χρόνια Πολλά Μπαμπά και Μαμά!!!!!!!

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

Μια νύχτα επισκέφθηκα το σπίτι MOY!

«Κάθε φορά μπαινοβγαίνεις σαν κλέφτης», «Εμείς δε σε βλέπουμε ποτέ», «Όλο οι άλλοι έχουνε προτεραιότητα» «θα μας χάσεις και τότε θα μας αναζητάς»… Αυτά είναι λίγα από τα παράπονα της δικής μου μάνας όλα αυτά τα χρόνια από τότε που «έφυγα» από το σπίτι. Πρόσθεσε κι άλλα αν θες, με βάση τα όσα λέει η δική σου! Κι αυτή της η επιμονή, να υπενθυμίζει μονίμως την επικείμενή της  απώλεια από τη ζωή (σου), που είναι τόσο φυσική αλλά τόσο απάνθρωπη,  σου την περνάει σαν εμμονή, χειριστή των κινήσεών σου, πυξίδα των αποφάσεών σου.
        Απογαλακτίζεσαι νωρίς (θες να πιστεύεις!), ανοίγεις τα φτερά σου, φεύγεις, μα δε βρίσκεις ποτέ τη δύναμη να πας μακριά. Δεν τολμάς να ξεμυτίσεις, ξαναγυρίζεις. Κι αν δεν γυρίσεις, το νου σου θα τον έχεις πάντα εκεί, κοντά σ’ αυτήν που σε γέννησε, σε ανάθρεψε, σε λάτρεψε όσο κανείς, κι ας διεκδικεί ο έρωτας της ζωής σου τα πρωτεία στη λατρεία!
Παίρνοντας το δισάκι μου στον ώμο, μαζί με την οδοντόβουρτσα, τις πυτζάμες και μια λαχτάρα να φωλιάσω στο παιδικό μου το κρεβάτι-σημειολογικό άλλοθι περί (δήθεν) αποκοπής του ομφάλιου λώρου απαρνήθηκα το δικό μου σπίτι, και «επισκέφθηκα  νυχτερινώς» το σπίτι των γονιών μου: λίγο από τάσεις αλλαγής, λίγο από τάσεις ενοχής, πολύ από νοσταλγία και επιδιωκόμενη ευτυχία, τρύπωσα στο πατρικό  μου και καταχώνιασα στο δωμάτιό μου που ήταν σε κατάσταση όπως την είχα απαιτήσει: εκεί καταλαβαίνεις ότι οι μάνες έχουν ένα τέτοιο και τόσο  διαστροφικό ίδιον: να υποτάσσονται εκουσίως και ασμένως σε όποια παράλογη και ατίθαση επιθυμία, εκπεφρασμένη ή μη, έχεις ως παιδί της! Θα λιώσουν, θα φέρουν τα πάνω κάτω, θα στερηθούν, θα παρακάμψουν το «εγώ» και το «υπερεγώ» τους προκειμένου να υπηρετήσουν τα «θέλω» και τα «απαιτώ» σου.
 Όπερ και εγένετο! Η σόμπα αναμμένη, το μονό κρεβάτι μου στρωμένο, σαν φωλίτσα, όπως μας έλεγε όταν ήμασταν μικρά, και φυσικά ο φυσικός χυμός στυμμένος, το έπαθλό σου, μια προσφορά της ικανοποίησης της, όταν σε βλέπει να διαβάζεις και να την υπακούς.
Μα η κούραση με πρόδωσε. Δε μ’ άφησε να «έχω τα μάτια μου ανοιχτά», να παρατηρώ καθετί που έκανε, που έλεγε, που τραγουδούσε και να το τυπώνω, να το αποτυπώνω, να το εξετάζω και να το υιοθετώ. Κοιμήθηκα! Από υπερφίαλη δόξα ότι ό,τι ήταν να μάθω το έμαθα? Από φυσιολογική της ηλικίας μου τάση να κρίνω και να απορρίπτω? Από πεποίθηση πως ξέρω πολλά, δε θέλω άλλα? Από απλή εξάντληση των δυνάμεων που με εγκατέλειπαν κατά την κατάκλιση? Δεν έχει και πολλή σημασία. Κοιμήθηκα!
Και η επόμενη μέρα με βρήκε σε στάση εμβρυακή, κουλουριασμένη σαν στον αμνιακό μου σάκο, πάνω σε ένα κρεβάτι και ένα δωμάτιο κρύο που δεν έμοιαζε σε τίποτε το δωμάτιο της περασμένης νύχτας! Ήταν γιατί η σόμπα είχε πια σβήσει, σκέφτηκα αρχικά! Αλλά έπεσα έξω: ήταν γιατί η μαμά είχε φύγει στη δουλειά, τελικά!
Και το σπίτι κρύωσε…
Καλημέρα Μαμά!