Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πηνελόπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πηνελόπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

Τα παιδεία δεν παίζει πλέον, αλλά σαστίζει ...!

Πες πως δεν  ξέρεις τι ώρα είναι, τι μέρα ή τι μήνας! Πες πως το ρολόι σου έσπασε... υπάρχει όμως στην ατμόσφαιρα κάτι που σε κάνει να νιώθεις τη στιγμή, να αισθάνεσαι το χρόνο μέσα από άλλες διαστάσεις...λίγο το χώμα που μυρίζει φρέσκια βροχή, λίγο ο αέρας που έγινε πιο δροσερός, λίγο η μέρα που βράχυνε το φως της, λίγο τα χρυσάνθεμα που έχουν την τιμητική τους...και πολύ, πιο πολύ οι καινούργιοι μπόμπιρες  που με νέα βάρη στην πλάτη αυτήν τη χρονιά, προσθέτουν νέα διαδρομή στην καθημερινότητά τους....
        Ακόμη θυμάμαι εκείνη την πρώτη μέρα στο δημοτικό, να με βρίσκει, μετά από μια εξαετία γεμάτη παιχνίδι και μόνο, στο προαύλιο ενός σχολείου τεράστιου, που τα κάγκελά του χάνονταν μαζί με τους ορίζοντές μου και που η αμηχανία μου απέναντι σε νέες συνομήλικες φατσούλες παιδικές είχε χτυπήσει κόκκινο. Αλλά και στο γυμνάσιο τα ίδια. Σοβάρευαν τα πράγματα και σοβάρευε και η αμηχανία...και στο λύκειο επίσης! Και στο πανεπιστήμιο! Μια επανάληψη ήταν το σχολείο σε κάθε του βαθμίδα. Επανάληψη της προηγούμενης με προσθήκη τη σοβαρότητα της επόμενης!  
Βάζεις στο σάκο σου αντοχές, φοράς το φρεσκοπλυμένο σου λευκό πουκάμισο, τακτοποιείς  στις εσωτερικές σου θήκες τα καλοκαιρινά σου βιώματα αποτυπωμένα στις Α4 ως φόντο, στις εξωτερικές σου τσέπες έχεις το κέρμα για το κουλούρι του κυλικείου μαζί με τα κλειδιά σου και ξεπορτίζεις. Στη γωνιά σε περιμένει η τσακαλοπαρέα! Έχετε κανονίσει να φοράτε τα ίδια ή περίπου τα ίδια και τα σχηματισμένα πηγαδάκια πριν τον κώδωνα ποντάρουν σε ανασχηματισμούς και αναδιαρθρώσεις...μεγαλώνουν, μικραίνουν στο λεπτό, μπολιάζουν και συρρικνώνονται... και ύστερα ο αγιασμός των μικρών διαβολακίων... ζιζάνια και μη, στη σειρά. Το καλωσόρισμα του διευθυντή, τα «πρωτάκια», αυτά τα εξιλαστήρια θύματα που σε κάθε σχολείο, από το δημοτικό ως το  πανεπιστήμιο, μας κάνουν να αισθανόμαστε «εμάς τους μεγαλύτερους» καλύτερα, οι νέοι δάσκαλοι και οι καινούργιοι καθηγητές. Και τα σιγοψυθιρίσματα  δίνουν και παίρνουν: «Πώς είναι έτσι αυτή!», «Κοίτα τη μύτη εκεινού!», «Δες τη φοράει η άλλη!» κ.α.ό.!!!!
Κρούει ο κώδων, όχι του κινδύνου αλλά της προγραμματισμένης σου πια καθημερινής υποχρέωσης. Ξύνεις τα μολύβια και οξύνεις τις διαθέσεις σου. Σβήνεις τα θέλω σου και καταγράφεις τα πρέπει, τραβάς μια μονοκοντυλιά στην τεμπελιά και ανασυνάζεις  τις ορέξεις και τις αντοχές σου μαζί με τις λευκές σου κόλλες. Ξεφυλλίζεις το φετινό σου μέλλον μαζί με τα νέα φρεσκοκομμένα βιβλία που μυρίζουν τυπογραφείο και μελάνι και παίρνεις μια γεύση της ύλης που θα σπουδάσεις φέτος.  Ξέρεις καλά ότι «κάθε πέρσι και ευκολότερα, κάθε φέτος και χειρότερα». Σε παρηγορούν οι φίλοι που έχασες το καλοκαίρι και ξαναβρήκες το Σεπτέμβρη. Μαζί θα αναγνώσετε τις εμπειρίες, όπως θα γράφονται στα καινούργια σας τετράδια. Μαζί θα μετρήσετε τις νέες ατασθαλίες που θα στήσετε στο δάσκαλο και μαζί θα πειραματιστείτε στο χημείο του σχολείου σε από κοινού εμπειρίες που θα προστίθενται στο σχολικό σας βιογραφικό.
Η Δευτέρα σου δεν θα διαφέρει ιδιαίτερα από την Τετάρτη σου και η Τρίτη σου θα είναι παρόμοια με την Πέμπτη. Η Παρασκευή σου όμως θα σου δίνει κουράγιο ότι την άλλη μέρα δεν έχεις υποχρεώσεις. Θα βγεις με τους φίλους σου στο πάρκο ή θα σε παν οι γονείς σου μια εκδρομή. Ή πάλι, θα κοιμηθείς στη γιαγιά και στον παππού που σε πεθύμισαν από το περασμένο καλοκαίρι. Και ο χρόνος, αυτός ο φίλος και γιατρός σε κάθε σου βήμα, θα συμπορεύεται μαζί σου στην ακαδημαϊκή σου πορεία με βροχές, αέρα ή χιόνια, ηλιοφάνεια ή συννεφιά!
Μα εσύ θα βλέπεις μονίμως ως αντάρα τα όσα έχεις μπροστά σου. Η υποχρέωση θα είναι πάντοτε συνώνυμο της καταπίεσης. Σε πνίγει μια θηλιά στο λαιμό, γιατί βλέπεις βουνό τις γνώσεις που σε περιμένουν στη γωνία! Είναι και οι τόσες πληροφορίες που σε γεμίζουν καθημερινώς τα χαζοκούτια! Πόσα να χωρέσει ο κουβάς του εγκεφάλου σου?
«Αφού σου είπα!», φωνασκεί η συνείδηση, «Άσε λίγο χώρο για ουσία!. Δε μ’ ακούς! Του κεφαλιού σου! Σε κάνανε δίβουλο σε κάθε σου βήμα! Γιατί τους άφησες? Πιάσε την ουσία απ’ τα μαλλιά, σαν να ‘ναι ευκαιρίες. Τα όνειρα δεν φτιάχνονται από μαγικά ραβδιά αλλά από αγώνες που μυρίζουν ιδρώτα. Και συ βρομάς αρώματα γαλλικά, μαθητάκο μου, να καμουφλάρεις την ασχήμια. Ψευδαίσθηση είναι οι πληροφορίες. Η γνώση είναι η αλήθεια. Η γνώση είναι η περηφάνια σου και η tv η γνωστική ορφάνια σου. Κι αν ήξερες πόσα παιδιά στον κόσμο ετούτο, θα ήθελαν να ‘ναι στη θέση σου, η υποχρέωση του σχολείου θα ήτανε αυτόματα δικαίωμα!»
Είναι καλό να αγαπάω τον αγώνα και την εργασία. Είναι καλό να έχω όρεξη. Δε μου τα μάθανε όμως όλοι καλά τα γράμματα. Δε μου είπαν όλοι πως η δουλειά είναι ευλογία και όχι κατάρα. Δε μου εκμυστηρεύτηκε κανείς πως η κούραση αγλαΐζει τη μαθητική μου πορεία, γιατί οι καρποί που δρέπεις στο τέλος είναι πιο γλυκείς.
Αναζητούσα κι εγώ το σχολείο της χαράς. Εκείνο στο οποίο, όταν θα πηγαίνω, θα ξεχνιέμαι, θα μαθαίνω μέσα από το παιχνίδι και δε θα θέλω να γυρίσω σπίτι. Δε θα αποζητάω την επιστροφή, δε θα γεμίζω αποστροφή, δε θα γνωρίζω την καταστροφή. Πού είναι? Μου το τάξανε! Τι έμαθα? Τα αντίθετα: Να θέλω να επιστρέφω! Από πού? Από το ταξίδι στην ανακάλυψη. Επιστρέφεις από εκεί που δεν πήγες ποτέ? Να θέλω να αποστρέφομαι! Τι? Το διάβασμα. Αποστρέφεσαι κάτι που δεν γνώρισες ποτέ? Να θέλω να καταστρέφω! Ποια? Τη γνώση μου. Μα αυτήν δεν την έχτισα ποτέ.
Κάτι κουρασμένα ταξίδια, μια οδύσσεια ενός ξενιτεμένου μυαλού θυμάμαι. Να αναζητάω την Ιθάκη της παιδείας μου και να θαλασσοδέρνομαι στις μεταρρυθμιστικές της τρικυμίες! Να με χτυπάν αλύπητα στα βράχια κάτι ξιπασμένες ιδέες δήθεν σοφών πολιτικών που είναι τιμονιέρηδες σε αλίκτυπες σχεδίες. Να φτάνω σε λιμάνια ξένα ή να με ξεβράζει το κύμα επάνω σε βράχια κοφτερά, έτοιμα να τσακίσουν τον εγκέφαλό μου. Αλλά ο νόστος ισχυρός! Εκεί! Πυξίδα στο ταξίδι! Να επιμένω να βρω το τζάκι του σχολείου αναμμένο. Μία γωνιά, μια θαλπωρή να με αγκαλιάσει. Το ξέρω πως εκείνη έχει υπομονή και αναμένει. Της το ‘μαθε η Πηνελόπη. Τη βρήκα. Έφτασα. Μπήκα μέσα. Μα οι αγώνες μου ποτέ δε σταματήσανε. Μου είπανε πρέπει να ξαναπολεμήσω. Έπρεπε, λέει, να σκοτώσω τους μνηστήρες. Αυτούς, που κλέψανε από εκείνη την τέχνη του «ράβε-ξήλωνε» και την κάνανε τέχνασμα. Αυτούς, που διατείνονται πως φροντίζουν για το μέλλον μου, αλλά μόνο καρπώνονται την προίκα, το παρόν μου. Και φάγανε από το παρελθόν μου κριάρια τροφαντά...
Να εύχεσαι σε αυτήν την περίπτωση ή να απεύχεσαι να είναι μακρύς ο δρόμος, σαν βγεις στον πηγαιμό? Ιδού η απορία!
Αγώνας. Αγωνία. Άγονες προσπάθειες και πάλι από την αρχή! Νομοσχέδια και αποφάσεις! Αναλαμπές. Μέτρα πυροτεχνήματα! Λάμπουν για ένα δευτερόλεπτο κι ύστερα μένουν τ’ αποκαΐδια! Διάττοντα αστέρια τα πειράματα. Μαθητές πειραματόζωα...Λείπουν κι αυτοί οι Δάσκαλοι! Οι πεφωτισμένοι, όπως ήταν κάποτε. Δεν ακούγονται κι εκείνοι οι ποιητές...κάπου χαμένοι σ’ ένα λαβύρινθο που το λένε πανελλήνιες είναι. Ο λόγος τους όμως, και των Δασκάλων-εξαιρέσεων και των ποιητών βρίσκεται  ΕΔΩ!!!!!!: (κάνε ΚΛΙΚ, μήπως και σου κάνει «κλίκ»)


«Δουλεύτε τον ξανά τον κόσμο στην φωτιά
και τα καλά του ξανανθίστε και τα κρίματα,
χτυπώντας τον με το σφυρί και με τ' αμόνι!»

Καλή Χρονιά Παιδιά...Καλή δουλειά!

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

από το ΕργοΣτάσιο στη ΣτάσηΕργασίας

Πολλές φορές, πολλές στιγμές, ξαφνικές, στη μέση του ποτέ και στη μέση του πουθενά, σε στιγμές ηρεμίας, καθώς ποδηλατώ, προσπαθώντας να αποβάλω όλη την υπερένταση της δουλειάς,  πιάνω τον εαυτό μου υπό τη  μουσική υπόκρουση ενός ipod να θέλω να γράψω μια έκθεση σαν μαθητούδι του Δημοτικού!
        Να βάλω μέσα μια γιαγιά που συνομιλεί με τη γειτόνισσα για το πώς έφτιαξε τα φασο(υ)λάκια στη γάστρα, έναν παππού που κάνει βόλτα το εγγόνι του, έναν μπαμπά που περπατάει βιαστικά με το γιο του, ανθρώπους που πάνε κι έρχονται μέσα στο χρόνο, που περιστρέφονται γύρω από τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους, που γράφουν πολλά χιλιόμετρα στην προσωπική τους ζωή.
 Κι όχι μόνον ανθρώπους αλλά και κτίρια. Όπως το Εργοστάσιο της γειτονιάς μου! Το παλιό και κάποτε ένδοξο εργοστάσιο που κάποτε έσφυζε από ζωή! Κάποτε. Τώρα σκουριάζει μέσα στην καταθλιπτική ερημιά του και η μόνη ζωή που πλανάται στους χώρους του είναι οι σαύρες, οι κουκουβάγιες και τα φίδια που μπαινοβγαίνουν από τα σπασμένα πορτοπαράθυρα. Πού? Στο εργοστάσιο αυτό, όπου κάποτε μπαινοέβγαιναν  στους κόλπους του τρένα με βαγόνια που γεμίζανε και αδειάζανε φρούτα, παίρνοντας στη συνέχεια το δρόμο του εξωτερικού. Το τρένο δεν μπαίνει πια! Σηκώσανε απαγορευτικό οι αράχνες που σαν σύγχρονες Πηνελόπες υφαίνουν τον ιστό τους στις πόρτες περιμένοντας τι? Είκοσι χρόνια πέρασαν από κείνο το κάποτε. Ο Οδυσσέας είχε γυρίσει στην εικοσαετία, μα οι εργάτες του κάποτε δεν κάνουν να φανούν!
Οι Εργάτες!  Εκείνοι οι άνθρωποι του μεροκάματου με τα ροζιασμένα χέρια. Με τα χέρια τα σημαδεμένα από τα μικροατυχήματα της δουλειάς. Και η γιαγιά μου. Εργάτρια κι αυτή. «Πρωτεργάτρια» θα ‘λεγα! Κι αν δε δούλεψε όχι σ’ ένα, όχι σε δύο αλλά σε όλα τα εργοστάσια της περιοχής. Πήγαινε όπου είχε μεροκάματο. Αρκεί να έπαιρνε κάτι για τον κάματο της ημέρας. Κι εδώ μέσα? Εδώ κι αν δεν έριξε δουλειά, κι αυτή και όλοι  σ’ αυτό το εργοστάσιο που οι  πύλες  του είναι πια κλειστές και δε δέχονται κανέναν άλλον σήμερα παρά τους παράνομους επισκέπτες που έρπονται κάτω από αυτές ή που παραβιάζουν το FIR του εργοστασίου.
Πόσα άραγε μυστικά κρύβουν οι τοίχοι του? Πόσος ιδρώτας χύθηκε στα πατώματά του? Πόσα ταπεινωτικά λόγια των επιστατών αντήχησαν στις αίθουσές του? Πόση υποταγή στο δίκαιο του ισχυρότερου μαρτυρεί η ζωή του? Πόσα διπλά μεροκάματα μετρούν τα κρυφά βιβλία του? Όλα αυτά τα έκρυψε και τα ‘πνιξε ο χρόνος!  Τα πήρε μαζί της η σιωπή που σφράγισε το άδοξο τέλος του! Κι έμεινε απλώς στην ιστορία, να το μνημονεύουνε στα καφενεία οι παλιοί εργάτες, επιστάτες, εργοστασιάρχες.
        Σαν να μην μπορούνε να κάνουνε τίποτε πια για να το αναστήσουνε! Δεν έχει νόημα! Όσοι θεωρούσανε κάποτε τη δουλειά ευλογία, μέχρι πρό τινος κορόιδευαν λέγοντας πως δουλεύουν τα ρολόγια και οι βλάκες. Οι ίδιοι που έμαθαν να δουλεύουν από παιδιά ακόμα και με μισό μεροκάματο δίπλα στον εργάτη πατέρα τους, έφτιαξαν τα δικά τους παιδιά από «βούτυρο» και όλα τα κομφόρ. Εκείνοι που πάλευαν με τα διπλά μεροκάματα και έφτιαξαν κάποτε μία περιουσία, την έφαγαν με τον πιο ξιπασμένο τρόπο με αγορές-δείκτες μεγαλομανίας…
        Και καθώς σκέφτομαι έξω από το Εργοστάσιο, πάνω στο ποδήλατο, αφαιρέθηκα… Με κορνάρανε! Θα με πατούσανε! Και έκανα στην άκρη… και τότε συγκεντρώθηκα και άρχισα να «προσέχω» τα αυτοκίνητα που περνούσανε: ήταν μια BMW σειρά 5, ένα Porsche Cayenne, ένα άλλο BMW Z4, μια Mercedes CLC Sport Coupe, μια Maserati Quattroporte και άλλα παρόμοια. Είχανε κοινή κατεύθυνση. Πάρκαραν λίγο πιο πέρα: εκεί που είναι οι καφετέριες μαζεμένες κι όταν θες να πιεις καφέ δεν βρίσκεις κάθισμα!
Πέρασα κι εγώ με το ποδήλατο μετά από λίγο και ένιωσα μιαν ανακούφιση! Είπα κι εγώ! Επειδή κλείσανε τα εργοστάσια πάει να πει πως ερήμωσε και η πόλη μας? Όχι βέβαια! Η νέα γενιά είναι εδώ! Δουλειές μπορεί να μην έχει αλλά ξέρει καλά πώς να ζει σε βάρος της προηγούμενης, να τρώει από τα έτοιμα και να γεύεται τους καρπούς των κόπων όλων όσοι κάποτε έσταξαν ιδρώτα σε εκείνα τα εργοστάσια! Άλλωστε πού να τρέχουν τώρα? Αφού πια δουλειές δεν υπάρχουν!