«Μη με ξυπνάς απ’ τις έξι....πριν ακόμα ο ήλιος να φέξει, ξυπνητήρι τρελό σε μισώ σε μισώ σε μισώώώ!! Σήκω! Ξύπνα! Σήκω! Ξύπνα! Σήκω! Ξύπνα!....». Αναβολή! Σε δέκα λεπτά επανάληψις: «...Σήκω! Ξύπνα! Σήκω! Ξύπνα!....» Και ο μικρός μαθητάκος, κάτι μεταξύ Σκουντούφλη και Χουζούρη, αφού πατήσει τελικά «απενεργοποίηση» στο ξυπνητήρι του κινητού του, σέρνοντας τα βαριά από το πρωινό ξύπνημα πόδια του, κατευθύνεται προς το μπάνιο να ρίξει νερό στο πρησμένο από τον ύπνο πρόσωπό του. Στη διπλανή κρεβατοκάμαρα, ένα άλλο άσμα, παρεμφερές ως προς το περιεχόμενο της επωδού (συγχωρέστε με για την υβριστική σύγκριση!), σε λαϊκή αυτή τη φορά πενιά προσπαθεί να σηκώσει το μπαμπά από το κρεβάτι με τη φωνή του μεγάλου τροβαδούρου Στέλιου: «Γιατί με ξύπνησες πρωίίίίίίί, μέσα στον ύπνο τον βαθύύύύ..., γιατί την πόρτα μου ξυπνάς, τι θέλεις τώρα τι ζητάς, ω ω ωωω...κλπ κλπ κλπ». Με ακόμη πιο βαριά βήματα ο μπαμπάς, μετά από τρεις περιοδικές αναβολές, κατευθύνεται στο μπάνιο επίσης.
Πάντως, εδώ που τα λέμε, γίνεται με στρουμφάκια, γίνεται με Καζαντζίδη, μια φορά το πρωινό ξύπνημα με τυμπανοκρουσίες ή άνευ είναι λίγο μισητό.
Όταν η τελευταία σου αίσθηση πριν πέσεις για ύπνο είναι η λαχτάρα του μαλακού σου κρεβατιού και του πουπουλένιου σου μαξιλαριού, η απόλαυση της καθαρότητας του προσώπου σου μετά την κρέμα ματιών, χεριών και νυκτός, η φρεσκάδα που αναδύει η μαλακιά σου φρεσκοσιδερωμένη πυτζάμα ή νυχτικιά και κυρίως το εξάωρο- οχτάωρο που απλόχερα προσφέρεται ολοδικό σου στο εγγύς μέλλον μετά τα τρεχάματα της αδηφάγας μέρας, το πρωινό ξύπνημα γίνεται πρωινός εφιάλτης. Τα όνειρα άλλωστε δεν είναι μόνο βραδινά.
Και όλα λειτουργούν με σύμμαχο τη βαρύτητα: το πάπλωμα, ακόμα και στην καλοκαιρινή του έκδοση, τουτέστιν σεντόνι, βαραίνει περισσότερο. Το μαξιλάρι, όσο πουπουλένιο και να ‘ναι, δεν υπακούει στην άνωση αλλά σε έλκει σαν μαγνήτης προς το κρεβάτι. Το σώμα σου ζηλεύει τον Τιτανικό και θέλει να βουλιάάάζει, να χουχουλιάάάζει, όλο και πιο βαθιά στα μαλακά σου σκεπάσματα. Τα μάτια σου αρνούνται να αναλάβουν τα καθήκοντά τους και να ενεργοποιήσουν την αίσθηση της όρασης.
Και σφίγγεις το μαξιλάρι, στριφογυρίζεις σαν τη γη γύρω από τον εαυτό σου και θες με αγωνία να συνεχίσεις το έργο που έβλεπες στα βραδινά σου όνειρα κάτω από το πάπλωμα ή κουκουλώνεσαι με το σεντόνι δημιουργώντας ψευδαισθήσεις περί του αδίστακτου χρόνου. Ρίχνεις μια αναβολή και γυρίζεις από την άλλη. Όμως η αναβολή στο ξυπνητήρι δεν ακυρώνει το χρόνο, που εξακολουθεί αγχωμένα και αγχωτικά να τρέχει σαν τον Σπύρο Λούη!
Κι εσύ πρέπει να αρνηθείς τον πολυαγαπημένο σου φίλο, το κρεβάτι. Πώς? Οι τύψεις σε κατακλύζουν! Το συναίσθημα υπερισχύει. Προδίδεις τους φίλους σου? Στο κάτω-κάτω το κρεβάτι μπορεί και να είναι ο μόνος φίλος που δε πρόδωσε ποτέ. Εσύ γιατί να του το κάνεις αυτό? Είναι ο σύντροφος που σε περιμένει να πλαγιάσετε αγκαλιά, ακόμη κι αν είσαι σ’ αυτή τη ζωή μόνος. Είναι εκείνος που ακούει τις βραδινές σου σκέψεις και αντέχει τα οικογενειακά βάρη που γεμίζουν το κεφάλι σου. Είναι πάντα εκεί, γιατρός, να διώξει τους πονοκεφάλους σου και δε σε παρεξηγεί ποτέ, ακόμη κι αν σε δει απεριποίητο, άβαφη ή ατημέλητο.
Ξεκούραση στην κούραση, γιατρός στον πυρετό σου, συμπαραστάτης, στυλοβάτης στις αϋπνίες σου. Βλέπει τα όνειρα σου, ακούει το παραμιλητό σου, σκουπίζει το βράδυ τον ιδρώτα σου, χαλαρώνει το πιασμένο σου κορμί. Σκούντα το. Κάθισέ το. Πάτα πάνω του για να κατεβάσεις από τη ντουλάπα το χειμερινό σου παλτό. Δε θα πει λέξη. Δε θα παραπονεθεί. Θα σε υπομείνει καρτερικά....
Ωστόσο το στρουμφάκι ή ο Καζαντζίδης θα τραγουδούν κάθε πρωί. Κι εσύ εν τέλει θα αναγκαστείς να σηκωθείς. Προδοσία! Τι να κάνουμε? Κι αυτή η ακούσια προδοσία μες στη ζωή μας είναι. Στη διαδρομή για το μπάνιο, φωνάζεις:
«Μαμάάάά!!! Γάλα!»
«Γυναίκαααα!!! Καφέ»
Γιατί η μάνα-γυναίκα, φύσει και θέσει, δεν περιμένει κανένα στρουμφάκι, κανέναν Καζαντζίδη και κανένα κοκοράκι να τη σηκώσει από το εξίσου γι’ αυτήν θελκτικό και υποτίθεται ακατανίκητο κρεβάτι. Είναι η μόνη σ’ αυτή τη ζωή που στην πρωινή μάχη με το κρεβάτι, έχει την «υπέροχη υπεροχή» και «προνόμιο» να πρέπει να βγει πάντα νικητής...
Καλή σου μέρα αν ξυπνάς...