Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διάλεκτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διάλεκτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Ζάβαλη Μάικω... μαρ’ Μάικω, μας «κόψαν» τη γλώσσα!

Όταν πριν από χρόνια διάβαζα τη θεωρία του Fallmerayer σχετικά με τους Έλληνες τη βρήκα υπερβολική, προσβλητική και φυσικά, όπως όλοι, ανθελληνική! Στην πορεία προσπάθησα να αποστασιοποιηθώ, να μάθω, να διαβάσω, να ωριμάσω μέσα από τη μελέτη για να καταλήξω πως και χωρίς να τα κάνω όλα αυτά, τα χρόνια που μεγάλωσα μου θύμιζαν και μου αποδείκνυαν κατά καιρούς πως το όμογλωσσο που μαζί με το ομόαιμο και το ομόθρησκο ήθελαν κατά Ηρόδοτο να συνέχουνε «και» το γένος μου, χανότανε σε μία κατάσταση multi-culti στο μακεδονικό χωριό μου!
Έτσι, θυμάμαι τη γιαγιά μου τη βλάχα τα πρωινά σαν έρχονταν η γειτόνισσα για καφέ να τη ρωτάει «Τσι φάτσι τσαλ Πέτρου?» κι εκείνη να απαντάει στα βλάχικα επίσης «Γκίνι τσαλ Χίλιου». Από τη γιαγιά μου πάλι στα Γρεβενά έχω επίσης αναμνήσεις διόλου ξεθωριασμένες: Σαν μας έβλεπε να κάνουμε καμιά ζημιά με τον αδερφό μου μας φώναζε «Προυπάσκα μι τα προυπάσκα σας! Σκιώρματα!» κι εμείς γουρλώναμε όλο απορία τα ματάκια μας χωρίς να ξέρουμε τι είναι μήτε τα «προυπάσκα» μήτε τα «σκιώρματα», αλλά δε χρειαζότανε και διδακτορική διατριβή στη διαλεκτολογία για να αντιληφθείς από τα εξωγλωσσικά και παραγλωσσικά στοιχεία πως έπρεπε απλά να το βάλουμε στα πόδια και να διακτινιστούμε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα για να μην ακούγεται εκείνο το ισοπεδωτικό «Τσιφτιλίθκα!». Η ανεξίτηλή μου μνήμη θέλει να θυμάται ακόμα μία θεια του μπαμπά, θρακιώτισσα αυτή τη φορά, στην οποία όποτε πήγαινα, την έβλεπα να φοράει  πάντα «ντ’ μπρουστουμούνα τς» γιατί έκανε «δ’λειές»! Τέλος, η θεία Στάσα, μία άλλη θεια, γνήσια Σμυρνιά, και σαν  μετενσάρκωση της Λωξάντρας, αφού ο κατεξοχήν αγαπημένος της χώρος ήτανε η κουζίνα, μου έλεγε μόλις με έβλεπε στην αυλή: «Στέκα! να ΣΕ φτιάξω λουκουμάδες! Γιά πασπάτες? Τι θες?»
Επιστρέφοντας στο παρόν, που είναι  ο αντίποδας της μνήμης, δλδ η ζήση, έχω να καταθέσω ότι ο γλυκύτατος και κατά τα άλλα ήρεμος μπαμπάς μου μόλις προχθές ήτανε που, αφού εγώ, το σπλάχνο του, του έσπασα λίγο τα νεύρα με τη μουρμούρα μου, γύρισε και μου είπε ένα ξεσυγυρισμένο «κι τι τσλιάτναμ!!!», οπότε και έβγαλα απλά το σκασμό ώστε τελικά η συνεργασία μας να υπάρξει εις το εξής αγαστή! Για να μη μιλήσω για μένα την ίδια που αν με ακούσει κανείς γνωστός μου πώς μιλάω όταν υπάγω στο χωριό μου ή όταν μιλάω στη φίλη μου τη μουρ-Λέγκω θα πει πως μάλλον δεν με ξέρει γιατί δεν θα με αναγνωρίζει γλωσσικά!
Συμπερασματικά και αδιαμφισβήτητα, γενικά και ειδικά μπορούμε να πούμε ότι εγώ είμαι και ήμουνα ένα παιδί που από μικρό γύριζα από θεια σε γιαγιά και τούμπαλιν, όπως μπορεί εύστοχα να καταλάβει κανείς, κι αυτό μπορεί να σημαίνει πως α. είμαι γέννημα-θρέμμα παιδί του χωριού, β. αγαπάω τις γιαγιάδες γιατί λατρεύω τη σοφία τους και γ.  υποκλίνομαι στον αυθορμητισμό και τον παλμό της γλώσσας τους!
Αυτό δεν ήτανε καθόλου αδιάφορο ως προς τις μετέπειτα επιλογές μου. Καθορίστηκε ο χαρακτήρας μου, τα ενδιαφέροντά μου και φυσικά οι σπουδές μου! Δεν ξέρω τι θα επέλεγα εάν είχα γεννηθεί απλά σε ένα χωριό της Κρήτης ή έξω από την Άμφισσα ή έστω σε ένα νησί του Ιονίου. Ξέρω πολύ καλά όμως πως και το χρόνο να γύριζα πίσω το μόνο που θα άλλαζα θα ήτανε να αφουγκραστώ πολύ καλύτερα όλες αυτές τις βαλκανικές διαλέκτους για να μάθω να τις μιλάω όχι μονάχα παθητικά, αλλά και ενεργητικά. Και τότε θα γινόμουνα πιο δραστήρια και δραστική στις σπουδές μου και ίσως πιο μάχιμη.
Κι αν μέχρι στιγμής έχω πάει σε μερικές δεκάδες χωριά αναζητώντας με το κασετοφωνάκι και καταγράφοντας παππούδες στα καφενεία, σε πλατανοσκέπαστες πλατείες ή γιαγιάδες γύρω από το τζάκι, τον κήπο τους ή το μαντρί, κι αν μέχρι στιγμής έχω απομαγνητοφωνήσει άλλο τόσο υλικό μέσα σε εργαστήρια ανάλυσης γλώσσας και διαλέκτων ακούγοντας ιστορίες πονεμένες κάποιας άλλης εποχής ανθρώπων που μίλησαν στη γλώσσα της ψυχής τους, σήμερα νιώθω πως ήτανε το ελάχιστο που θα μπορούσα να  προσφέρω σε αυτόν τον κλάδο της επιστήμης μου που λέγεται διαλεκτολογία.
Γιατί ναι, με πονούσε σαν άκουγα έναν ανείπωτο ρατσισμό για «εμάς» εδώ ψηλά τους μεθόριους που δεν μιλάμε μόνο ελληνικά. Γιατί ναι, με έτσουζε σαν περιγελούσανε τα ξαδέρφια μου από τα Γρεβενά που όταν έρχονταν τα καλοκαίρια στο άλλο μου το χωριό δε λέγανε «τρόμαξα», αλλά πολύ αυθόρμητα φωνάζανε «σκιάχτκα», κι ούτε κατάλαβα ποτέ γιατί ο βλάχος είναι περισσότερο άξεστος από έναν Αθηναίο που δεν έχει τρόπους και φωνάζει μυγιάγγιχτος και όντας στριμωγμένος σαν την παστή σαρδέλα μέσα στο τρόλεϊ. Και δεν κατάλαβα επίσης για ποιον λόγο θα έπρεπε ένας λαός εδώ πάνω με διόλου μικρότερο φρόνημα ελληνικό από έναν Πελοποννήσιο, μα ίσα-ίσα πιο ενισχυμένο, να ορκίζεται  μαζικά με άλλους ότι θα ξεχάσει εν μία νυκτί  τη γλώσσα της καρδιάς του, των τραγουδιών και των εθίμων του, τη γλώσσα των παππούδων του και της ιστορίας του για να αποδείξει ότι είναι πιο Έλληνας. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί μαίνονται ακόμα λάβρες συζητήσεις για τέτοια «λεπτά αλλά αυτονόητα θέματα» και γιατί η ανόητη προπαγάνδα των βορείων γειτόνων μας παντρεύτηκε με την πιο ανόητη ημιμάθεια τη δική μας και γέννησε  ρατσιστικές απόψεις περί θεμάτων για τα οποία δεν ακούσαμε κάποιοι ποτέ, δε ρωτήσαμε κανέναν να μάθουμε τίποτα, δε διαβάσαμε πουθενά για όλα αυτά και κυρίως δεν θελήσαμε να ασχοληθούμε καθόλου!
Όλα αυτά τα «ποτέ δεν κατάλαβα...» παρέα με το «τίποτε», το «πουθενά» και το «καθόλου» αποτέλεσαν μια πολύ καλή αιτία και αφορμή να καθίσω να διαβάσω, να μαζέψω υλικό και να το μελετήσω. Και το σπουδαιότερο να σπουδάσω ενδελεχώς και συστηματικώς για να «μάθω» να αντιμετωπίζω, να υποστηρίζω και να μελετώ αυτήν την πανσπερμία των γλωσσών και των διαλέκτων, αυτό το μωσαϊκό των ιδιωμάτων, να βάλω ένα μικρό λιθαράκι στην αποθησαύρισή τους και να γυμνάζομαι να απαντώ σε κάθε ημιμαθή που δεν θέλει να καταλάβει σε τι χρησιμεύουν όλα αυτά.
 Και λέω να «μάθω» και όχι μάθω, γιατί είναι υπό συζήτηση το τι μαθαίνει κανείς, πώς το μαθαίνει, γιατί το μαθαίνει και πώς το υποστηρίζει ή το χρησιμοποιεί! Γιατί η μάθηση κρύβει παγίδες στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων μιας διαλέκτου να αναγνωριστεί ανάμεσα σε άλλες λιγότερο ή περισσότερο αναγνωρισμένες, να συναγωνιστεί μια Κοινή με κύρος, έστω ενίοτε δήθεν και εικονική, να επιβιώσει υπό τον ιμπεριαλισμό κοινωνιολέκτων που εισβάλουν στα σαλόνια μέσω της τηλεόρασης και να διεκδικήσει μερίδιο στον πλούτο της εθνικής μας γλώσσας. Και γιατί το να «μάθω» συνεπάγεται ότι αναγνωρίζω το λόγο για τον οποίο κάτι δε λέγεται όπως στην Κοινή, αλλά λέγεται έτσι ώστε να υπηρετεί κάποιον σκοπό.
Κι όμως, πολλοί ήτανε αυτοί που σαν άκουγαν τι έκανα έσπευδαν να μου μιλήσουνε για τις «λέξεις» τις διαφορετικές που έχουνε στο χωριό τους. Κι όμως πιο πολλοί είναι εκείνοι που καταλαβαίνουνε αυτήν τη στιγμή τι σημαίνει να έχεις πολλές και διαφορετικές γλωσσικές καταγωγές. Κι όμως, ακόμα περισσότεροι είναι εκείνοι των οποίων ο κόσμος τους γλωσσοποιήθηκε σε ένα περιβάλλον ιδιωματικό με μία γιαγιά ή έναν παππού που δεν έβγαλε άλλο πανεπιστήμιο πέρα από εκείνο της ζωής, όπως έλεγε ο αείμνηστος Δάσκαλος, κι ωστόσο δεν έμειναν καθόλου πίσω σε σχέση με όσα διδάχτηκαν στο σχολειό, αλλά ίσα-ίσα πλούτισαν τις εμπειρίες τους, έμαθαν πάμπολλα για τις σκέψεις των απλών ανθρώπων, τις έκαναν δικές τους και βρέθηκαν πιο πλούσιοι γλωσσικά -και όχι μόνο!- σε σχέση με αποστειρωμένους υποστηρικτές της μεγαλορρημοσύνης!
Κι όμως, κι εσύ που διαβάζεις τώρα θυμάσαι κάτι από τους παππούδες σου σε κάποιο χωριό χαμένο στο χάρτη. Κι όμως, αναρωτιέμαι γιατί πολλοί ακόμα δεν ένιωσαν ή δε διάβασαν σπουδαίους λογοτέχνες σαν τον Μυτιληνιό -κατά τα άλλα-  Στρατή Μυριβήλη που περιέγραψε τόσο ζωντανά και παραστατικά σε ένα αντιπολεμικό έργο αυτήν τη γνήσια εμπειρία, κι εμείς «σκοτωνόμαστε» δήθεν για να λάμψει η αλήθεια:
 

“Είναι μια βδομάδα τώρα που η ζωή μου κυλά σαν μια κορδέλα νερό ανάμεσα στη χλόη. Νιώθω μέρα με τη μέρα πιο δυνατή τη σώψυχη ανάγκη να συναγρικηθώ με την πρωτόγονη ψυχή των ανθρώπων που με φιλοξενούν. Αυτό μ’ έκανε από την πρώτη κιόλας μέρα να βαλθώ πεισμωμένα να μπω μέσα στο νόημα του γλωσσικού ιδιώματος.
Έκανα ένα γλωσσάριο που το πλουτίζω, το συμπληρώνω μέρα με τη μέρα. Μιλάνε μια γλώσσα που ‘ναι παρακλάδι σλαβικό, με πολλά τούρκικα και ρωμαίικα στοιχεία. Η αντρίκεια της φτογγολογία μού δίνει ένα τονωτικό συναίσθημα. Τα φωνήεντα είναι σπάνια. Η μαλακιά θηλυκάδα τους πνίγεται σ’ ένα κατρακύλισμα από φωνές αδρές και σκληρές.  Σαν μιλάς ακούς να δρομίζουν τον κατήφορο βότσαλα και χαλίκια στρογγυλεμένα στ’ ορμητικό ρέμα του Δραγόρα. Μερικές λέξεις έχουν την παρθένα παραστατικότητα των πρωτογέννητων γλωσσών, που δεν ήταν παρά ηχητική μίμηση των κρότων και των θορύβων της ζωντανής ζωής. Για να πούνε πως το πουλί «πέταξε», λένε «π’ρρλιτς». Σε καμιά γλώσσα δεν άκουσα τόσο αληθινό το πέταγμα ενός πουλιού.
Στην σπουδή μου τούτη προχώρεσα κιόλας τόσο όσο χρειάζεται για να τους κάμω να ξεκαρδίζονται στα γέλια σε κάθε φράση που ιδρώνω  να συνταιριάξω. Φαίνεται πως τις πιο πολλές φορές ξεφουρνίζω πολύ αστείες γλωσσικές γκάφες που οι μεγάλοι τις σχολιάζουν με δυνατά χάχανα, ώσπου δακρύζουν από τα γέλια, ενώ τα κορίτσια κοκκινίζουν και δαγκάνουνται. Όμως το σπουδαίο είναι που σχεδόν πάντα στο τέλος τα καταφέρνω να μαντέψουν τις απλές ιδέες που πολεμώ να τους εκφράσω. Αυτό βέβαια δείχνει περισσότερο την εξυπνάδα τους και την καπατσοσύνη πόχουν να διαιστάνουνται. Φαντάσου όμως το πανηγύρι που γίνεται μ’ αυτό το μπέρδεμα, αφού το δικό μας το «όχι» το προφέρουν «ναι»!”
Στρ. Μυριβήλης, Η Ζωή εν Τάφω, 1924

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

«Έτσι»...

Ως Πρόλογο έχω να θυμάμαι:

Γυμναστική ή Γραμματική? Ιδού η απορία! Μ’ αυτό το δίλημμα μεγάλωνα από τα 7 μου! Λες και ήξερα τι ενδιαφέροντα έχει η ζωή για να τα αποκτήσω! Λες και γνώριζα ποιες ήτανε οι δυνατότητες και ποιες οι ικανότητές μου για να τις καλλιεργήσω! Κι όμως...Πορεύτηκα μ’ αυτό το δίλημμα δέκα ολόκληρα χρόνια: από τα 7 έως τα 17 μου. Σχοινοβατούσα ανάμεσα σε δυο μεγάλες μου αγάπες και αισθανόμουνα πως βρισκόμουνα σε έναν μπρεχτικό κύκλο από κιμωλία σαν να περίμενα ποια απ’ τις δυο θα με τραβήξει! Τελικά η επιλογή ξεχείλισε (και) από λογική: η γυμναστική γίνεται χόμπι, η γλωσσολογία δύσκολα, αν θες να μη λέγεσαι ερασιτέχνης γλωσσολόγος! Άλλωστε η γλωσσολογία σέρνει από πίσω της συμπαρομαρτούσες ασχολίες, όπως το πολύ διάβασμα, το ψάξιμο, το ξεσκόνισμα σε αραχνιασμενα λεξικά, την μπόλικη φιλολογία, τη διδασκαλία, την έρευνα, το κουβεντολόι με ανθρώπους του χωριού ή των γραμμάτων και πολλά άλλα δελεαστικά πεδία!
Κάπως έτσι κύλησαν οι σπουδές μου, κάπως έτσι κύλησαν και οι δουλειές μου. Εκεί, ανάμεσα σε ανθρώπους του πνεύματος και της γνώσης, ακαδημαϊκούς και σχολαστικούς, άλλοτε μεγαλόψυχους και άλλοτε με σοβαρή έλλειψη συναισθηματικής νοημοσύνης, όφειλα να βρω τρόπους σε κάθε περίπτωση να συνεννοηθώ, να συνεργαστώ, αλλά και να συγκρουστώ. Διότι και οι συγκρούσεις θέλουν τρόπο!

Το (Κύριο) Θέμα είναι ότι...

... σήμερα, δηλώνω περισσότερο εκ-παιδεύτρια. Εκ του «παιδεύω» ή «παιδεύομαι» (?), είπαμε, δεν έχω καταλάβει. Αυτό όμως δεν αναιρεί το ότι αγαπώ πάρα πολύ τη δουλειά μου. Θαρρώ πως δε χρειάζεται να το βροντοφωνάξω. Μάλλον φωνάζει από μόνο του! Το ότι επέλεξα το επάγγελμα που κάνω ήτανε μία πολύ συνειδητή επιλογή τελικά από μικρή! Ναι, ήμουνα πολύ μικρή για να ξέρω τι μου ταιριάζει. Θεωρούσα όμως πως ήμουνα και πολύ μεγάλη για να ξέρω τι θέλω. Η ζωή ευτυχώς ή δυστυχώς μου χαρίστηκε απλόχερα από τα 18 μου με αυτή τη δουλειά τη μερικώς στρωμένη που κληρονόμησα ευχάριστα, αλλά που την εξέλιξα ακόμη πιο ευχάριστα για να τη φτάσω ως εδώ.
Συνεχίζω να την εξελίσσω. Και συνεχίζω να την καλλιεργώ. Και συνεχίζω να σέβομαι κάτι από το οποίο τρώω ψωμί –ενίοτε και παντεσπάνι-  και ναι, τολμώ να πω, τη χαίρομαι! Κι αν κάποτε στεναχωριόμουνα, επειδή την ώρα που εγώ ξεκινούσα δουλειά παίρνοντας το δισάκι μου στον ώμο, όλοι οι άλλοι επιστρέφανε στα σπίτια τους για τη μεσημεριανή τους σιέστα, σήμερα το ‘χω ξεπεράσει και έχω πάρει κοντά σε άλλες και το ίδιον της φύσης της δουλειάς μου απόφαση! Άλλωστε τα χειρότερα που υπάρχουν σε κάνουν να σέβεσαι ως καλύτερα αυτά που έχεις.

Βαδίζοντας στον Επίλογο μιας μέρας λοιπόν...
 
... θεωρώ ότι για μένα δεν ξεκινάει η δουλειά, αλλά η παρέα. Κάθε μεσημέρι έρχονται οι συντροφιές μου κάπου εκεί στις 14.30. Οι φατσούλες αλλάζουνε εκ περιτροπής μέχρι να πάει 22.30 και να καταλάβω πως πέρασε άλλη μια μέρα που μου μάθανε. Πέρασε άλλη μια μέρα που δε με αφήσανε έξω από τον κόσμο τους, τις αγωνίες και τα θέλω τους. Που με επιλέξανε για να συμπληρώσουμε μαζί τα κενά τους και κοντά στα δικά τους να συμπληρώσω κι εγώ τα δικά μου κενά. Που μου μάθανε πως η δουλειά θέλει παρέα, θέλει υπομονή, θέλει επιμονή και άσκηση και πως ο ίδιος ο «πελάτης» είναι ταυτόχρονα ο εργοδότης σου, ακόμα και στην περίπτωση που δεν έχεις κανένα αφεντικό πάνω από το κεφάλι σου. Που μου μάθανε πως η δουλειά μου είναι συνάμα η διαφήμιση ή η δυσφήμισή μου.
Κάπως «έτσι» περνάω μια καθημερινή μου στη δουλειά μέρα. Βάζοντας μια κούπα τσάι και κουτσομπολεύοντας τον Αριστοτέλη που αναίρεσε ή εξέλιξε τον Πλάτωνα, αλλά παράλληλα πελαγοδρομώντας ανάμεσα σε ψιλές, δασείες και περισπωμένες, γενικές κτητικές ή αντικειμενικές, σε έτυμα και ανέτοιμα μυαλά που προσπαθούν να κατανοήσουν τι ήθελε να πει ο ποιητής που ανάθεμα κι αν ο ίδιος του ήξερε! Παλεύουμε αντάμα να ξεκλειδώσουμε φωνηέντα κείμενα του Ισοκράτη και του Αντιφώντα, σφραγισμένα με το λουκέτο της αρχαίας αττικής διαλέκτου, που όμως σαν ανοίξει, οι αρχαίοι ρήτορες φαντάζουνε Μεγάλοι Αδερφοί που περιγράφουν την σημερινή και στάσιμη εδώ και 2500 χρόνια ελληνική πραγματικότητα! Στοιχηματίζουμε στις ιδέες και τις αξίες που εξομολογείται η μετάφρασή μας, η άλλοτε ελεύθερη και άλλοτε πιστή, αλλά ενίοτε και άπιστη στη γλώσσα του τότε, που κάποτε σου ψιθυρίζει με έναν θαυμάσιο τρόπο και κάποτε τσιρίζει - εξαρτάται από τη διάθεσή σου να την ακούσεις. Στοχεύουμε να συνταχθούμε με τα υποκείμενα, αλλά και να υψώσουμε κεφάλι στις προστακτικές εξασφαλίζοντας μετοχές στην αρχαία αγορά του Σωκράτη. Τολμούμε να υπερβούμε τις αυτοπάθειες ή τις αντιπάθειες που μας προκαλούν οι υπογεγραμμένες και να βρούμε τα κατηγορούμενα για να τα αθωώσουμε.
Κάπως «έτσι» τσουλάνε οι μέρες: συζητώντας παράλληλα για τα κακώς κείμενα της πλανεύτρας τηλεόρασης και της ψεύτρας διαφήμισης, για την προπαγάνδα και τον λαϊκισμό των πολιτικών και τον κομφορμισμό των πολιτών, με στόχο να φτιάξουμε καλώς κείμενα με συνοχή και αντοχή στο χρόνο που έχουνε επιλόγους γεμάτους ελπίδα στη ζωή. Κάπως «έτσι» τσουλάει μια μέρα μαθαίνοντας για τη ζωή του Οβίδιου του ποιητή που εξορίστηκε στη γη του Πόντου..κάπως έτσι...
Κι αυτό το «έτσι» έχει επεξηγήσεις. Άλλες φορές είναι με κέφι, με γέλια, με χαχανητά και με πειράγματα. Το «έτσι» αυτό έχει όρεξη για δουλειά, έχει πολλή συζήτηση, έχει κανόνες που καλλιεργούν τη δημοκρατία, την ελευθερία και την ανταλλαγή απόψεων. Έχει πολλά ζευγάρια μάτια στραμμένα επάνω στα δικά μου. Έχει αφτιά τεντωμένα σαν το σκοινί του ακροβάτη που θέλει προσοχή και τόλμη. Τόλμη να απορείς, να ρωτάς και να διεκδικείς απάντηση από εκείνον που σου «πουλάει» πνεύμα και γνώση. Αυτό το «έτσι» είναι ένα δίκοπο μαχαίρι, που οξύνει μυαλά, αλλά και στριφογυρίζει μέσα στην βαθιά πληγή μου.
Γιατί  αυτό το «έτσι» έχει και κούραση, δική μου και δική τους. Έχει μια επανάληψη - μητέρα της ορφανής μας μάθησης, που συνεπάγεται όμως μάλλιασμα της γλώσσας (μου) και κούραση στο χέρι (τους). Αυτό το «έτσι» έχει νεύρα, ίσως και κλάματα, έχει άγχη, αγωνίες, ανοησίες και ενίοτε βαριεστημάρα. Η άλλη όψη του νομίσματος που λέγεται «έτσι» περιέχει φωνές και τόνους υψηλούς. Καμιά φορά αυτό το «έτσι» όμως μένει και άφωνο, γιατί δε σέβομαι τις φωνητικές μου χορδές που βραχνιάζουν και απεργούν, αλλά τις καταχρώμαι. Αυτό το άλλο «έτσι» έχει μάτια κάτω από συνοφρυωμένα μέτωπα πολέμου! Συγκρούσεις και συμπεριφορές που οδηγούν σε ουρλιαχτά. Και τα ουρλιαχτά αυτά βγάζουν και πόδια που παίρνουν σβάρνα όλη τη γειτονιά και φεύγουν παρακάτω. Και ναι, τότε με ακούει όλο το οικοδομικό τετράγωνο και το Δημαρχείο μαζί (τρία τετράγωνα πιο πέρα). Και οι φωνές φέρνουν κούραση, εξάντληση και νύστα που πολλές φορές με θέλει να πέφτω επάνω στο γραφείο και να με παίρνει ο ύπνος πριν τα παιδιά προλάβουν να κλείσουν την πόρτα πίσω τους λέγοντάς μου «Κυρία, καληνύχτα!». 

«Παιδάκια μου γλυκά, συγνώμη!»