Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιορτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιορτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Η δράση του ξε-


Ισχύει. Πιο εύκολα γκρεμίζεις παρά χτίζεις! Με περισσότερο μεράκι στολίζεις, παρά ξεστολίζεις. Με πιο πολύ κόπο συγκρατείσαι στις αμαρτωλές λιχουδιές παρά ξεκάνεις τα μελομακάρονα από την πιατέλα. Πιο ευχάριστα ξεδίνεις, παρά συμμαζεύεσαι. Πιο απρόσεχτα ξεστρώνεις παρά στρώνεις. Πιο αργά φουσκώνεις παρά ξεφουσκώνεις. Πιο γρήγορα ξεφλουδίζεις παρά μαυρίζεις. Πιο ευχάριστα ξεσαλώνεις παρά δεσμεύεσαι και γενικά πιο...ξε- παρά... ό,τι δεν έχει ξε-....Ξεκάνεις, ξεβολεύεις, ξετρυπώνεις, ξεκουμπώνεις, ξεκλειδώνεις, ξεμοναχιάζεις, ξεπροβάλλεις, ξεκουρντίζεις, ξεκαθαρίζεις, ξεφεύγεις, ξεμπερδεύεις.... όλα ξε-!
Ένα τέτοιο ξε- ακολουθούν τα μεθεόρτια. Πριν τις γιορτές ο χρόνος συμβάλλει στην αδημονία. Όλα πάνε αργά, ακόμη κι αν βιάζονται. Η προετοιμασία είναι γεμάτη όρεξη σαν το μικρό παιδί που λαχταράει μια σοκολάτα. Το χάλασμα όμως? Τα χαλάσματα και τα ερείπια παίρνουνε αξία μόνο εάν τα δώσεις επίσης χρόνο. Εάν τα πιέσεις και τα συμπιέσεις θα είναι ανάξια λόγου στην «μπαζωμένη» σου ζωή! Θα είναι απλά οι βιαστικές κινήσεις που θα χαλούν ό,τι πάσχισες να κάνεις με πολύ κόπο, χωρίς φόβο και με περισσό πάθος. Το ξε- έπεται πάντοτε οποιουδήποτε που δεν έχει ξε-. Το ξε- έρχεται πάντοτε δεύτερο και καταϊδρωμένο. Ένα ξε- δεν υφίσταται εάν δεν προηγηθεί το δημιουργικό κομμάτι. Ένα ξε- μοιάζει με την αγελάδα που, ενώ την αρμέγεις επί πολλή ώρα, δίνει μια κλοτσιά στον κουβά και του χύνει το γάλα! Ωστόσο τα ξε- μπορεί να χρειάζονται για να κρατούν τις ισορροπίες. Ό,τι κλειδώνει πρέπει να ξεκλειδώνει, ό,τι φουσκώνει πρέπει να ξεφουσκώνει και ό,τι κουμπώνει να ξεκουμπώνει. Μπορεί όμως το ξεκλείδωμα στην τελική να είναι δυσκολότερο από το κλείδωμα και μπορεί το ξεκαθάρισμα να κρατάει περισσότερο από το μπλέξιμο. Ίσως μερικές φορές  το να δέσεις έναν κόμπο είναι ευκολότερο από το να τον ξελύσεις. Αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις γνωρίζεις καλά πως ό,τι δε λύνεται σε λίγο χρόνο, απλά κόβεται ακαριαία και άπαξ δια παντός!
Ήμουν ξεκάθαρη?


Αλλά τώρα που το σκέφτομαι ισχύει και το της παροιμίας...ό,τι γράφει, δεν ξεγράφει:



Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Ζείδωρα μεθεόρτια για χαίνουσες πληγές!

Κοίταξα από την πόρτα με την άκρη του ματιού μου το φωτισμένο τζάκι με τη φιγούρα του Αϊ-Βασίλη επάνω στο γραφείο. Κλεφτά. Ίσα που φώτιζε μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο. Ήξερα πως άλλη μια νύχτα ζωής του μένει. Τη Δευτέρα θα ξανάμπαινε στην κούτα του για να τον ξανακυοφορήσει μαζί με την εκκολαπτόμενη ανεμελιά για άλλους έντεκα μήνες, ώσπου να ξαναγεννηθεί η χαρά μαζί με τον Χριστό. Δοκίμασα στη συνέχεια να μασουλήσω ένα μελομακάρονο από όσα περίσσεψαν. Άκαρπη η προσπάθεια. Στην πρώτη μπουκιά το βρήκα άγευστο. Μετά είπα να ξεφυλλίσω εκείνα τα χριστουγεννιάτικα παραμύθια που κάθε χρόνο τέτοιες μέρες γυροβολάνε από καναπέ σε καναπέ και από πολυθρόνα σε πολυθρόνα -δεν πρόλαβα φέτος να τα ξαναδιαβάσω, ούτε τον θείο Σκρουτζ, ούτε τον Χριστό στο Κάστρο- μα ούτε αυτό μπόρεσα. Οι σελίδες δεν γύριζαν για κάποιον λόγο και οι παραμυθάδες θέλανε επίμονα να ξαναμπούν στα ράφια της βιβλιοθήκης. «Ό,τι πρόλαβες, πρόλαβες» μου σιγοψιθύρισε λίγο αυστηρά ο Παπαδιαμάντης σαν να με μάλωνε που φέτος δεν του έριξα ούτε μισή ματιά... Κι εγώ, τον άκουσα, έσκυψα το κεφάλι μου και φόρεσα το επετειακό μου μελαγχολικό προσωπάκι, όπως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες κι άρχισα να ξεσκονίζω το τραπεζάκι του σαλονιού από τις χρυσόσκονες και τις άχνες του κουραμπιέ.
  Έτσι κλείνει κάθε φορά αυτός ο κύκλος. Με τον ίδιο μελαγχολικό τρόπο: με αναμνήσεις ζώσες, με στομάχια ξεχειλωμένα, με συντροφιές μεγάλες και φλύαρες, που ξαφνικά σωπαίνουν, με πολλά φλιτζάνια καφέ που μετά αδειάζουνε και με  άλλες τόσες κουβέντες φαφλατάδικα ειπωμένες. Με φλουριά που κερδίσαμε, με χαρτιά που χάσαμε, με αγάπες που πεθυμήσαμε, με αγάπες που θάψαμε. Με το χαρτί που κερδίζει την αγάπη. Με την αγάπη που κερδίζει το χαρτί. Αιώνιοι ανταγωνιστές οι δυο τους στα κέρδη! Κερδίζει το ένα πάντα εις βάρος του άλλου. Κι έτσι καταστρατηγείται μέσα σου η πλεονεξία. Μαθαίνεις να χάνεις πάντα σε κάτι. Και χάνεις μαζί τους εγωισμούς, χάνεις και τους θυμούς. Από κάπου μια ανάγκη σε σπρώχνει να πετάξεις τα βάρη της ψυχής σου για να σου δείξει πως ο καινούργιος χρόνος δε σε θέλει μικρόψυχο: «Πέτα! Πέτα! Πέτα! Πέτα ό,τι άχρηστο σε βαραίνει! Να ελαφρύνεις! Και μετά πέτα ψηλά και πιο ψηλά, έτσι ανάλαφρος που είσαι!».
Κάπως έτσι περισσότερο από κάθε άλλη χρονιά αισθάνθηκα εκείνη την εξομολόγηση που μας έβαζαν οι θεολόγοι στο σχολείο να κάνουμε, για να συνδέσουμε τις γιορτές με το πραγματικό τους νόημα. Εκείνη η εξομολόγηση είναι τελικά στον εαυτό σου, είναι σε έναν φίλο που αγαπάς και που δε βαριέται να σε ακούει, σαν σε βλέπει να τον έχεις ανάγκη. Είναι ο πνευματικός διαλογισμός με τον εαυτό σου για να ξαναθυμηθείς τι έκανες τη χρονιά που πέρασε, τι σου κάνανε και πώς θα το προσπεράσεις, πώς θα το τινάξεις από πάνω σου να μην το κουβαλήσεις στην επόμενη χρονιά.
Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, ξεφυλλίζοντας το περσινό μου πια ημερολόγιο διαπίστωσα πως κάθε του σελίδα ήτανε γραμμένη με άλλο χρώμα. Αλλού διάλεγα ένα συμβατικό μπλε, ίσα που έγραφα όσα έζησα, απλά για να μην περνάει η μέρα απαρατήρητη στον ταξιδιάρη και ξεχασιάρη χρόνο. Αλλού έγραφα με μαύρο μαρκαδόρο-σημειολογική έκφανση μιας μαύρης σκέψης πένθιμης. Κι αλλού, το κόκκινο της φωτιάς ζωγράφιζε το αλλοτινό πάθος, αλλά και τα αλλοτινά πάθη, καταγράφοντας  στιγμές έντονες, αλλά και διαγράφοντας λάθη σοβαρά.  
Τελικά το κόκκινο στυλό είναι το πιο διαστροφικό. Χρησιμεύει για να τονίζει, χρησιμεύει και για να διορθώνει (λάθη). Ή μήπως χειρότερη είναι  η μνήμη που επιμένει να καταγράφει εκείνο που την πλήγωσε και το φυλάει στα άδυτα του μυαλού, σε μια ψυχική άβυσσο απύθμενη, όπως ο σάπιος οισοφάγος του αδηφάγου γέρου χρόνου που έφυγε ανεπιστρεπτί...? Ιδού η απορία! Δεν ξέρω! Το μόνο που ξέρω είναι ότι από φέτος αποφάσισα τις πληγές που μου ανοίγουνε να τις γράφω με μολύβι.... όσο για εκείνες που ανοίγω σε κάποιους... ας σκεφτούν αυτοί οι κάποιοι με τι χρώμα θα τις καταγράφουν!


Καλή Χρονιά-Καλά Μυαλά!

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

Θα σας τα «ψάλω»… μέρες που ‘ναι!

Η ξενάγηση στο μουσείο κινηματογράφου στην Α αποθήκη στο λιμάνι τελείωσε στις 12.35. Το ραντεβού είναι στην Ικτίνου στις 13.30. Ο ξαφνικός αέρας (μέχρι χθες είχαμε 23 βαθμούς)  σφυρίζει από τα μαύρα ακόμα μεσάνυκτα τσουχτερός και λυσσομανής  σε συνεργασία με τα δόντια του ήλιου κι εγώ πρέπει να βρω τρόπο να ροκανίσω  τη μία μου ώρα ευχάριστα και ζεστά, αν δε θέλω να με βρουν παγωμένη με χαμόγελο που δεν οφείλεται σε ευτυχία αλλά στο ψύχος.  
        Περπατώ κατά μήκος της λ.Νίκης. Δεν αντέχω πολύ τον αέρα, αδυνατώ να δω την πεντακάθαρη θέα που απλώνεται μπροστά από το μάλλινο σκούφο μου και ανάμεσα από το τρυπητό πλεκτό κασκόλ μου και περνώ απέναντι ανηφορίζοντας την Κομνηνών. Τα στενά ανακόπτουν τον αέρα κι όπως στρίβω στη Μητροπόλεως… μια περαντζάδα ανείπωτη!!! Στην χιλιοδιαφημισμένη στοά Χιρς βλέπω ανθρώπους να αναδεύονται με άλλους ανθρώπους, με ήχους, με χρώματα, με χαμόγελα, με τεράστιες χάρτινες τσάντες επώνυμων εταιριών στα χέρια καλοντυμένων γυναικών, καλοστεκούμενων ανδρών, αμήχανων παιδιών...
        Εδώ είμαστε… θα μπω μέσα! Ευκαιρία να ζεσταθεί το πουντιασμένο κοκκαλάκι μου! Κι αυτό ήτανε η αφορμή. Αναδεύτηκα κι εγώ με τον κόσμο και στο πρώτο μεγάλο κατάστημα που μπήκα ήτανε ένα εορτοστόλιστο βιβλιοπωλείο  γεμάτο βιβλία πρώτης «ποιότητος». Από αυτά που έχουν ωραίο περιτύλιγμα αλλά επί της ουσίας ίσως δε λένε και πολλά ή λένε λιγότερα από όσα υπόσχεται το εξώφυλλο. Έκανα βόλτες, πάνω-κάτω, ξεφύλλιζα τα φρεσκοκομμένα στο τυπογραφείο φύλλα των βιβλίων, υποδυόμουν τον λαθραναγνώστη σε υποψήφιους αγοραστές βιβλίων που αναφωνούσαν δυνατά την έκπληξη και την αρέσκειά τους σε αυτό που κρατούσε η χούφτα τους  και σκεφτόμουνα πού οφείλεται το όργιο παραγωγής  τόσων πονημάτων.
Βγήκα από το βιβλιοπωλείο και ανέβηκα με τις ηλεκτρικές σκάλες στον επάνω όροφο. Όχι ότι ήθελα κάτι. Έτσι! Από περιέργεια! Γελούσα, γιατί θυμήθηκα πόσο με αγχώνανε οι σκάλες  αυτές, όταν ήμουνα μικρή. Νόμιζα ότι  θα πατήσω στο κομμάτι της σκάλας που θα γίνει εν κινήσει το κάθετο κομμάτι του σκαλοπατιού και θα πέσω… Φςςς!!! Σαΐνι στη μηχανολογία! Και πήγα στον πρώτο όροφο και μετά στο δεύτερο. Κι όταν κίνησα για τον τρίτο γύρισα πίσω. Δεν ήθελα να δω τίποτε άλλο. Μου έφτανε το  μουσειακό μου σεργιάνι (τύπου «βλέπετε αλλά μην εγγίζετε») μέχρι εκεί. Έβλεπα απλώς φίρμες γραμμένες σε περίοπτες ταμπέλες που διαλαλούσαν τα ρούχα τους, γιορτινά και με κορδέλες κόκκινες. Και πιο πέρα άλλες φίρμες διαφήμιζαν τα φιλικά προς το περιβάλλον προϊόντα καθημερινής χρήσης και με αυτό το πρόσχημα είχαν ακριβότερες τιμές από τα «εχθρικά» προς το περιβάλλον προϊόντα! «Κοίτα να δεις πόσο πιο ακριβά «πουλιέται» η φιλία» σκέφτηκα  «ενώ τους εχθρούς τους έχεις τζάμπα!»
Ξανακατέβηκα τις σκάλες που μου δημιουργούσαν κάποτε άγχος, και ξαναμπήκα στο βιβλιοπωλείο. Αφού το ξέρω. Εκεί είναι ο χώρος μου. Αφού είμαι σαν τη μέλισσα, που όπου κι αν πάει, θα σταθεί πάνω από τη γύρη, εν προκειμένω τα βιβλία. Αν με πάρεις από εκεί είμαι σαν το ψάρι έξω απ’ το νερό. Και προς μεγάλη μου έκπληξη, έξω από το τζάμι, μέσα στη στοά, είδα κόσμο να φωτογραφίζει και να απαθανατίζει με τα σύγχρονα κινητά κάτι. Τι ήταν αυτό το «κάτι»; Το αυτονόητο των ημερών αυτών: Μια χορωδία να ψέλνει   Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα!!!!!!!!


Ωραία ήταν! Αλλά έγιναν τα Κάλαντα απλά θέαμα προς απαθανάτιση? διερωτήθηκα. Ο συνειρμός με έστειλε 20 χρόνια πίσω. Κι ενώ περπατούσα επί της Τσιμισκή, πήγα σε εκείνα τα Χριστούγεννα που ήτανε «κατεψυγμένα» κάθε χρόνο, που ξυπνούσες πρωί-πρωί, χωρίς να έχεις χορτάσει ύπνο, γιατί όλη νύχτα έκαιγες λάστιχα, κούτσουρα και τη φόρμα της γυμναστικής (αυτήν την τελευταία κατά λάθος πάντα) στο κόλντε* της γειτονιάς,  που έψαχνες διπλές κάλτσες ορειβάτη για να μην πας από κρυοπαγήματα και που έδινες ραντεβού με την παρέα σου νωρίς το πρωί για να προλάβεις να γυρίσεις ψέλνοντας όλα τα σπίτια του χωριού μέχρι το σούρουπο. Εγώ πήγαινα πάντα με την ξαδέρφη μου τη Σοφία. Καμία προσπάθεια δεν ευόδωσε για μεγαλύτερη παρέα. Όσες φορές κι αν προσπαθούσαμε να την αβγατίσουμε στη μέση της διαδρομής ή και  νωρίτερα χωρίζαμε. Στο ένα χέρι είχαμε το τρίγωνο, στο άλλο τη σακούλα. Ο μποναμάς δεν ήτανε μόνο λεφτά αλλά και μανταρίνια, καρύδια ή κάστανα και καραμέλες. Ξενέρωτα βέβαια αλλά τι να πεις?: «Αυτά δεν μπαίνουνε στον κουμπαρά και άρα δεν τα παίρνω?» Τα παίρναμε και λέγαμε κι ευχαριστώ. Φαγητό? Ούτε που μου πέρασε ποτέ από το μυαλό, παραμονή Χριστουγέννων να φάω κανονικά μεσημεριανό στην ώρα μου! Αν δεν τελείωνα και το τελευταίο σπίτι στην άκρη του χωριού, εγώ σπίτι μου ΔΕΝ ΠΗΓΑΙΝΑ!
Και φέτος λέω, να αντισταθώ σε αυτό το καταναλωτικό όργιο των μεγαλεπήβολων χάρτινων φιρμάτων σακουλών με το ακριβό επώνυμο προϊόν που σουλατσάρει πάνω-κάτω στην Τσιμισκή μέχρις ότου να βγάλουν τα πόδια μου κάλους! Είναι και η κρίση βλέπετε! Άλλωστε, για να περάσεις καλά τα Χριστούγεννα δε χρειάζεται να κλαις τη μοίρα σου που σου κόψανε το επίδομα. Είναι αρκετό να δώσεις σημασία σε ό,τι κοιτούσες αλλά δεν έβλεπες τα τελευταία χρόνια:
Όταν έψαχνες τη χριστουγεννιάτικη περιρρέουσα ατμόσφαιρα στα μεγάλα πολυκαταστήματα παιχνιδιών, ρούχων και όχι μόνο, όταν αγόραζες τα έτοιμα μελομακάρονα από τα επώνυμα ζαχαροπλαστεία της πόλης σου, όταν δεν είχες όρεξη να ακούσεις τα παράφωνα παιδάκια που από αγγαρεία τραγουδούσανε τον Άη Βασίλη που ΔΕΝ μας καταδέχεται κι είχανε διαστρεβλώσει τα λογάκια από τα κάλαντα, όταν ταύτισες τις γιορτές με τα ταξίδια στην πόλη του Φωτός και με το γιορτινό μπλουζάκι που θα το έβαζες και καλά τη μέρα του ρεβεγιόν για να ξεχωρίζεις αλλά κανείς δεν το πρόσεχε, γιατί είχαν τουλάχιστον άλλες δέκα το ίδιο μπλουζάκι με σένα σε διαφορετικές παραλλαγές.
Υπάρχουν και τα άλλα Χριστούγεννα, εκείνα που ξεχάσαμε, εκείνα που παραγκωνίσαμε, εκείνα που περιφρονήσαμε.
Δεν βρίσκονται στα ακριβά πακέτα διακοπών στη Fontana di Trevi, ούτε κάτω από το Big Ben αλλά στην πλατεία του χωριού μας την προπαραμονή των Χριστουγέννων, παρέα με τα παιδιά από τη γειτονιά μαζεύοντας ξύλα μια βδομάδα για να ανάψουμε την ωραιότερη φωτιά, να ψήσουμε και να χορέψουμε σε παραδοσιακούς ρυθμούς γύρω από αυτήν.
Τα Χριστούγεννα δεν αγοράζονται από κάποιο πολυκατάστημα της Ερμού, του Mall ή του Cosmos αλλά προσφέρονται με μεγάλη δόση αγάπης ανήμερα  στα νοσοκομεία, τα ιδρύματα αναξιοπαθούντων  και τα ορφανοτροφεία, στους γέρους που μένουν μόνοι τους και περιμένουν να τους ανοίξει κάποιος την πόρτα.
Δεν τα γεύεσαι ψωνίζοντας κουραμπιέδες και μελομακάρονα τυποποιημένα από το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς αλλά πλάθοντας γλυκίσματα και πίτες με τις υποδείξεις της μαμάς, ακόμα κι αν τα κάψεις λίγο παραπάνω και μοσχομυρίσει καμένη ζάχαρη το σπίτι.
Δεν τα ζεις πηγαίνοντας μόνο στα μπουζούκια, ρεζερβάροντας το πρώτο τραπέζι πίστα αλλά βάζοντας τη γιαγιά σου να σου διηγηθεί χριστουγεννιάτικες ιστορίες και εμπειρίες από τα δικά της φτωχά χρόνια μέσα από τις γλυκές της αναμνήσεις
Δεν τα ακούς έχοντας μόνο τη βελόνα του ραδιοφώνου σου κολλημένη στους γνωστούς νεανικούς ρυθμούς της πόλης που τιμούν καθόλα το Last Christmas των Wham αλλά βάζοντας τα παιδάκια στο σπίτι σου και ακούγοντάς τα χωρίς μόνιμη βιάση να «σου τα ψάλουν» από την αρχή ως το τέλος, έστω και παραφώνως (..που λέει ο λόγος...δεν υπάρχουν παράφωνα παιδάκια καλέ!!!)
Δεν τα νιώθεις μόνο ψωνίζοντας για το γιορτινό τραπέζι αλλά προετοιμάζοντας τον οργανισμό σου κάνοντας μια αποτοξίνωση από αρτύματα. 
Και δε θα γεννηθεί ο Χριστός μέσα σου, αν δε συγχωρήσεις ατοπήματα συνανθρώπων σου.
Γι’ αυτό κι εγώ λέω να ξαναξεκαταχωνιάσω τα Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα του χιλιοδιαβασμένου μου Παπαδιαμάντη, να ξαναδώ την ταινία εποχής  του Κάρολου Ντίκενς χουχουλιάζοντας στο κρεβάτι κάτω από την κουβέρτα με πάμπολλα κεράκια αναμμένα και το δέντρο στολισμένο, τρώγοντας τα ξεροψημένα μελομακάρονά μου (ακόμα κι αν δεν τρώγονται) και τους μισοψημένους κουραμπιέδες μου, πετώντας πάνω στην κεραμική-έστω- τις φλούδες μανταρίνι να μοσχοβολήσει το σπίτι και να ξανασμίξω με το μεγάλο μου σόι, τα ξαδέρφια, τους θείους, τους παππούδες και λοιπούς που αριθμούν κάθε χρόνο στο γιορτινό τραπέζι, οι μισοί, τουλάχιστον30-35 άτομα στο σπίτι της γιαγιάς που δε μας χωράει όλους σε καθίσματα… Αλλά θα καθόμαστε στο πάτωμα, πάνω στις βελέντζες, ο ένας επάνω στον άλλον και γελώντας με ή χωρίς λόγο, έτσι, από τη χαρά μας….
Η ώρα πήγε 13.30. Έφτασα στην Ικτίνου. Ροκάνισα το χρόνο μου ζεστά εν τέλει. Από τη σκέψη για τα ζεστά Χριστούγεννα ή από το περπάτημα?
Όπως και να ‘χει σας εύχομαι «Καλές, Παραδοσιακές και Οικογενειακές Γιορτές»
*κόλντε: το έθιμο με τις φωτιές που γίνεται στην κεντρική και δυτική Μακεδονία, προπαραμονή Χριστουγέννων και σχετίζεται με τη γιαγιά του σπιτιού που την καλούν να κρύψει τα βρέφη της οικογένειας για να μη τα σφάξει ο Ηρώδης