Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απώλεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απώλεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Αγώνας Τρόμου... των εχθρών και των φίλων της ΖΩΗΣ


...θανάτω θάνατον πατήσας... Σας εύχομαι από καρδιάς
Καλή Ανά(σ)ταση!!!

Η ώρα είχε πια φτάσει. Ήτανε όλα έτοιμα. Το βοηθητικό γήπεδο είχε γεμίσει από τους αθλητές που εδώ και ώρα έκαναν την προβλεπόμενη προθέρμανσή τους. Μία νευρική υπερκινητικότητα, γνωστή πριν τον αγώνα, είχε καταβάλει απαξάπαντες που κουνιόντουσαν ατάκτως στο γρασίδι κάνοντας διατάσεις πριν μπουν στο terrain. Άλλος έκανε επικύψεις, άλλος διέτεινε τους τετρακεφάλους και άλλος χαλάρωνε με κυκλικές κινήσεις τους καρπούς των χεριών του. Περιμένανε όλοι μέχρι που να ακουστεί το σύνθημα και να λάβουν θέσεις στο ταρτάν. Το σύνθημα δόθηκε από τα μεγάφωνα. Ο Μαραθώνιος Αντοχής θα ξεκινούσε σε λιγότερο από ένα λεπτό. Το μόνο σίγουρο ήτανε πως ο αγώνας θα ήτανε αγώνας ΖΩΗΣ και οπωσδήποτε για γερά νεύρα.  
Ακούστηκε ο κρότος και τότε άρχισαν όλοι να τρέχουν με αρκετά γοργό ρυθμό, όχι όμως τον ταχύτερο δυνατό. Άλλωστε το στοίχημα ήτανε να κρατήσουν ένα σταθερό tempo για να αντέξουνε μέχρι τέλους. Πρώτη είχε βγει μπροστά η Μάσκα-Υποκρισία. Ήθελε εξ αρχής να φαίνεται πως είναι πρώτη, καλύτερη και με διαφορά, ενώ ξωπίσω της έτρεχε η Ματαιοδοξία που με μία γκριμάτσα σνομπαρίας έδειχνε πως είναι θέμα χρόνου να περάσει πρώτη. Μεγάλωσε με την ψευδαίσθηση ότι οι πρωτιές και τα αξιώματα έχουν επάνω της την αποκλειστικότητα. Άλλωστε τρέχοντας, είχε το κεφάλι της στραμμένο στο κοινό που την αποθέωνε σε κάθε της βήμα, όταν περνούσε μπροστά από την κερκίδα μία αιθέρια με στητό κορμί ύπαρξη. Γι’ αυτό επέλεξε να τρέξει στον έξω διάδρομο. Τρίτη στη σειρά η Απώλεια. Το ζούσε τόσο πολύ, σαν να της είπανε πως αύριο θα πεθάνει. Έτρεχε καταϊδρωμένη να προλάβει να το ζήσει, να τρέξει για τη δόξα, να τρέξει για να τρέξει, κι όχι απαραίτητα  για να νικήσει.
 Όμως... μία φωνή  ακούστηκε πίσω της και γύρισε να δει ποιος ήτανε. Της φάνηκε γνώριμη, γιατί την άκουγε συχνά: «Παράτα τα! Είσαι εσύ τώρα για αγώνες και τρεξίματα? Κάτσε καλύτερα στο σπίτι σου!». Ξαναγύρισε όμως το κεφάλι μπροστά, γιατί το Φλερτ που ερχότανε πίσω της κόντευε, όπως νόμιζε, να την ξεπεράσει! Τι λάθος! Το Φλερτ ήτανε γεννημένο πειραχτήρι. Ποτέ δεν το ‘νοιαζε να βγει νικητής. Ο στόχος δεν ήτανε γι’ αυτό η Ιθάκη, αλλά ο πηγαιμός. Γι’ αυτό, μία σπίνιαρε να φτάσει τη Μάσκα και μία έκοβε ταχύτητα να πάει δίπλα και να πειράξει τη Ματαιοδοξία. Άλλωστε αυτή κολακευότανε και το Φλερτ είχε καταλάβει το ψώνιο της. Φούσκωνε και τα κομπλιμέντα λίγο παραπάνω και δώσ’ του εκείνη φούσκωνε με τη σειρά της σαν το παγώνι.
Ύστερα, έκοβε ακόμη περισσότερο ταχύτητα για να πατήσει μια ματιά στην Απώλεια, ώσπου... να σου και τους προσπερνάει η Παραίτηση που δεν είχε βάλει γλώσσα μέσα. Γκρίνιαζε και ωρυόταν και αναρωτιότανε τι θέλει η αλεπού στο παζάρι. Μονολογούσε όλη την ώρα: «Τι μας έπιασε και μπλέξαμε εμείς με τον αθλητισμό!? Δεν καθόμουνα καλύτερα στην αγαπημένη μου tv. Είναι αυτά της ηλικίας μου?» και έλεγε... Έτρεχε και έλεγε... Μουρμούριζε σαν τις βλάσφημες κακορίζικες γριές στα παραμύθια. Μα το Φλερτ, δεν έδινε σημασία στα λεγόμενα της. Εξακολουθούσε να κάνει κόρτε ακόμη και μ’ αυτήν την γκρινιάρα Παραίτηση!
Όμως, καθώς ο χρόνος κυλούσε, ο αγώνας είχε εκπλήξεις! Η Μάσκα τελικά σκόνταψε και ως εκ τούτου «έπεσε» και ο πόνος που προκλήθηκε από το πέσιμο, αλλά και τα λόγια της Παραίτησης την καθήλωσαν στο πάτωμα και δεν έκανε καν να σηκωθεί. Έμεινε εκεί, δείχνοντας τον πραγματικό της εαυτό, πως δεν είναι αυτή για μεγάλους αγώνες και μεγαλοστομίες. Έκανε το κομμάτι της για λίγο, έτρεξε πρώτη να φανεί, αλλά ο χρόνος και η αντοχή της έδειξαν ποια πραγματικά είναι.
Τώρα, ήταν η ευκαιρία της Ματαιοδοξίας να γευτεί εκείνη τους καρπούς των κόπων της. Πέρασε πρώτη, όχι γιατί το άξιζε, αλλά γιατί οι συγκυρίες την κάνανε. Άλλωστε το τόσο φτιασίδωμα και τα τόσα αναβολικά κάποια στιγμή θα της ξεγύμνωναν την αλήθεια. Όπερ και εγένετο! Την ξεπέρασε η Απώλεια στην επόμενη στροφή, η οποία όμως έπνεε τα λοίσθια μετά το καρδιακό επεισόδιο που υπέστη στο terrain. Ο αγώνας όμως δεν έπρεπε να σταματήσει, αλλά όλοι να συνεχίσουνε. Οι γιατροί θα αναλάμβαναν από κει και πέρα. Δυστυχώς όμως οι προσπάθειές τους έμειναν άκαρπες, αλλά δεν ανακοίνωσαν τίποτε εκείνη την ώρα μέχρις ο αγώνας να λάβει τέλος.
Από ό,τι έδειχναν τα πράγματα ο πιο χαλαρός αθλητής ήτανε το Φλερτ. Ήταν ξεκάθαρο πως πήγε εκεί για το χαβαλέ. Κι ενώ μια πείραζε τη Ματαιοδοξία και μία την Παραίτηση κατάλαβε πως ξωπίσω του κάθιδρη έτρεχε ασθμαίνοντας μία ακόμη αθλήτρια, σιωπηλή και ταπεινή, που του άπλωσε το χέρι για να τρέξουν μαζί τα τελευταία 100 μέτρα. Ξεπέρασαν επιδεικτικά την Παραίτηση και λίγο πριν το τέλος  και τη Ματαιοδοξία. Τότε το Φλερτ τράβηξε απότομα το χέρι σταματώντας ξωπίσω από την Ελπίδα που έκοβε νικήτρια πια το νήμα φωνάζοντας δυνατά σε ένα κοινό που την αποθέωνε: «Για την Ελλάδα ρε γαμώτο!» 

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012

Εχθροί και Φίλοι της ΖΩΗΣ: Προσοχή! Κίνδυνος-Θάνατος!

Έρχονται όλοι. Φίλοι, γνωστοί, συγγενείς... Όλοι! Ξαναμιλούν οι μαλωμένοι, ξαναβρίσκονται οι χωρισμένοι, ανταμώνουν και οι πιο απομακρυσμένοι. Ο πόνος του άλλου διαλύει τους εγωισμούς, σβήνει τους ενδοιασμούς και ακυρώνει τις πολώσεις στις ενδοοικογενειακές σχέσεις. Η πόρτα είναι όλη τη νύχτα ανοιχτή. Τα φώτα όλα αναμμένα. Τα δωμάτια κατειλημμένα μαζί με τις γραμμές τηλεφώνου που παίρνουν φωτιά.  Γέμισε ο τόπος λουλούδια. Ποτέ «ένα σπίτι που έκλεισε» δεν είναι τόσο ανοιχτό σε όλους!  
 Όλοι οι άνθρωποι, μαυροντυμένοι, στέκονται με μια αμηχανία στο σκυθρωπό τους πρόσωπο. Δεν μιλούν, κοιτούν, απορούν, αναστενάζουν. Η γλώσσα συνήθως μουδιάζει και το μόνο που εκφράζεται εκείνη την ώρα είναι «το λάλον ύδωρ» των ματιών.  Η απόγνωση διαφεντεύει μαζί με τις βαθιές σκέψεις.
        -Δεν θέλω να το ζήσω (πάλι!) αυτό. Έχω δει το ίδιο έργο σε επανάληψη. Το ξέρω. Το εμπέδωσα. Φτάνει!
Μια φωνή έρχεται με αντίλαλο εκκωφαντικό από τις πίσω οδούς του εγκεφάλου  μου και μου υπαγορεύει:
             -Πρέπει να μάθεις να δέχεσαι στη ζωή τα πάντα!
                 Και σκύβω το κεφάλι προχωρώντας μπροστά.
Ανοίγουν πόρτες, ψάχνεις τους «χαροκαμένους». Αγκαλιές ζεστές στην παγωμένη ψυχή μιας μάνας. Πόσο να τη ζεστάνεις? Τι να της πεις? Αφού δεν ακούει. Δε θα ξανακούσει πια από δω και πέρα ούτε τα βήματά του στην αυλή ούτε το άνοιγμα της πόρτας όταν επιστρέφει το μεσημέρι σπίτι του, ούτε την ανάσα του όταν το βράδυ θα πάει να τον σκεπάσει. Μόνο θα ονειρεύεται. Θα ονειρεύεται εφιάλτες και κόσμους μακρινούς ποτέ επίγειους. Θα ονειρεύεται μια άνοιξη που δε θα ‘ρθει ποτέ ξανά.
Η παράσταση τελείωσε. Τα φώτα αύριο θα είναι πια σβηστά. Όλοι θα πάνε στα σπίτια τους και η ζωή θα συνεχίσει από εκεί που την αφήσανε. Παρενθέσεις είναι αυτά τα επεισόδια για τους γύρω. Η επιστροφή στην καθημερινότητα θα τις ξεχάσει. Η μάνα όμως θα κάνει την παρένθεση κυρίως κείμενο και θα ζήσει εις το εξής μέσα σ’ αυτήν. Χωρίς ελπίδες πια, εγκλωβισμένη. Και οι καθημερινές της βόλτες θα αλλάξουνε πορεία προς τα μαρμαρένια αλώνια. Θα είναι μόνη, αυτή και η κακή της μοίρα που επέλεξε να της γνωρίσει τόσο άχαρα τι θα πει ΑΠΩΛΕΙΑ!

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010

Αποφράδα μέρα!!!

Ώρα 13.30. Μόλις επέστρεψα σπίτι! Η μέρα δεν υποσχόταν και πολλά! Ήτανε κακή μαζί μου και επέμενε να μου το δείχνει από πρωί! Τρίτη και 13 Οκτωβρίου… δεν είμαι προληπτική, δεν ήμουν προληπτική! Κι αν κάποια σύννεφα απειλούσανε επίμονα τη μέρα μου από το πρωί, άλλο τόσο επέμενα κι εγώ να αδιαφορήσω! Δεν έδωσα και τόση σημασία. Ο ήλιος πάλευε να τα υπερνικήσει και τα κατάφερε! Ήθελα να βλέπω μια Ηλιόλουστη μέρα! Ή έτρεφα αυταπάτες? Μάλλον! Βάζω το κλειδί στην πόρτα και δεν προλαβαίνει να γυρίσει μια φορά. Το τηλέφωνο χτυπάει επίμονα… «Ορίστε!»… η γραμμή ανοίγει. Λαμβάνω ως απάντηση έναν θόρυβο πολύβουο κεκραμένο με αναστεναγμό! Επαναλαμβάνω: «Ορίστε», μα δε με ορίζει κανείς! Μετά από λίγα δευτερόλεπτα απαντά επιτέλους: «Γύρισες? Όλα καλά?», «ναι!  γιατί?» «Γιατί………………………………………………………………………………………………………………………………….»
ΣΚΟΤΑΔΙ!ΘΟΛΟΥΡΑ! ΣΥΓΚΡΥΟ! Ψάχνω να βρω πού πήγε η γη… Πριν από λίγο ήτανε σίγουρα κάτω από τα πόδια μου και τώρα έφυγε και μ’ άφησε να αιωρούμαι! Επί ξύλου κρεμάμενη! Από την άλλη μεριά της γραμμής κάποιος μιλάει αλλά έχω χάσει την αίσθηση της ακοής! Και της όρασης! Δε βλέπω τίποτε εκτός από σκοτάδι! Η γραμμή έχει κλείσει και «έχω πιάσει» πριν το χαρακτηριστικό τουτ τουουτ τουτ τουουτ  μόνο μια λέξη:
 ΨΥΧΡ-ΑΙΜΙΑ! Δεν ήτανε ανάγκη! Το αίμα είχε παγώσει ήδη! Ενεργοποιείται η μνήμη στο δευτερόλεπτο! Κάνω ένα flash back δέκα ημερών. Γυρίζω στην προηγούμενη Κυριακή, την ώρα που ήλιος ζητιάνευε κάτι ψίχουλα στο φως της μέρας και πεισματικά αρνιότανε να δώσει από νωρίς-νωρίς πια τη θέση στη σελήνη, παρά τις επιταγές του φθινοπώρου! Καταλαβαίνω πως χαμογελάω! Επίσης καταλαβαίνω πως το χαμόγελο οφείλει την ύπαρξή του στην αμηχανία, η οποία γεννάει πολλά παιδιά σε τέτοιες περιπτώσεις!
«Γιατί φεύγεις?» τον ρωτούσα επίμονα!
«Γιατί, βρε μωρό μου, έχω δουλειά. Πρέπει να μπω στο στρατόπεδο αύριο στις 6.00 το πρωί»
«Ναι αλλά εγώ σε περίμενα τόσον καιρό να έρθεις! Μόνο τόσο ήτανε?»
«Θα ξανάρθω! Να τώρα, θα είμαι κοντά από δω και πέρα! Πού νομίζεις ότι είναι η Σαλονίκη? Θα έρχομαι συνέχεια και θα κάνουμε βόλτες! Θα σε πηγαίνω με τη μηχανή όπου θέλεις, θα σε βγάζω έξω και θα σε κερνάω πορτοκαλάδα! Και μετά θα γυρίζουμε σπίτι και θα καθόμαστε μαζί! Θα κοιμόμαστε μαζί και θα παίζουμε! Ε?»
«Αλήθεια λες? Θα έρχεσαι τόσο συχνά?» (δεν το πίστευα μετά από τόσον καιρό που είχα να τον δω)
«Σου είπα εγώ ποτέ ψέματα? Αφού ξέρεις! Ένα κορίτσι έχω εγώ και το λατρεύω!»
Η αλήθεια είναι ότι δε μου είχε πει ΠΟΤΕ ψέματα! Απ’ τη χαρά μου που θα ήμασταν πια μετά από τόσο καιρό μαζί άρχισα τις παλαβομάρες! Γελούσα, Πετούσα, τον κυνηγούσα και με κυνηγούσε στην αυλή, με αγκάλιαζε, με έσφιγγε πολύ πολύ σφιχτά και μου έδινε τα δεύτερα σε γλυκύτητα φιλιά στον κόσμο μετά από αυτά της μαμάς!  
«Πρέπει να φύγω»
Ανέβηκε στη μηχανή, σαν καβαλάρης σύγχρονου παραμυθιού και έφυγε! Θυμάμαι την πλάτη του γυρισμένη, φορτωμένη με έναν σάκο, πάνω σε μια μηχανή μεγάλου κυβισμού, να παίρνει τη στροφή στην άκρη του δρόμου… και να χάνεται μαζί με το τελευταίο φως της μέρας.
Επιστρέφω απ’ το πισωγύρισμα του νου, και θέλω να απαντήσω στη γραμμή. Εξακολουθώ κι έχω το ακουστικό στο χέρι και πάω να το κολλήσω ξανά στο αφτί. Θέλω να πω: «Δεν γίνεται αυτό που μου λες! Δεν σε πιστεύω μαμά! Είσαι μια ψεύτρα! Εμένα μου το υποσχέθηκε! Και δεν μου έχει πει ποτέ του ψέματα, το ξέρω! Μου υποσχέθηκε πως θα είμαστε μαζί…». Πώς να το πω όμως? Αφού αυτό το «τουτ τουουτ» ήτανε ό,τι πιο αποθαρρυντικό γέννησε η τεχνολογία… 
        Είκοσι τρία χρόνια μετά, δεν ξέρω αν πίστεψα τη μαμά σε εκείνο το τηλεφώνημα! Ούτε οι εικόνες που έζησα , αν και ισχυρές,  δεν  με έκαναν να πιστέψω πως ήταν εκείνος! Ένα μαύρο μακρόστενο κουτί θυμάμαι, επτασφράγιστο σαν τα μυστικά που πήρε μαζί του! Η ά-μορφη πια μορφή του ήτανε (μας είπανε) συσκευασμένη, πακεταρισμένη, σαν κούτα έτοιμη…  για μετακόμιση?, για ταξίδι?, για  μετατόπιση?, για μετουσίωση?, για εξαΰλωση?, για ανάληψη? …πάντως όχι για ανάνηψη!
Δεν ξέρω πού πήγες, δεν ξέρω γιατί δεν ξανάρθες, δεν ξέρω γιατί αθέτησες την υπόσχεσή σου! Ξέρω απλά ότι δεν την κράτησες! Δεν ήρθες να με πάρεις να πάμε βόλτα, να παίξουμε με τις ρακέτες, ούτε να με κάνεις σουλάτσα με τη μηχανή μες στο χωριό. Δεν με ξανακέρασες ποτέ πορτοκαλάδα, ούτε και με έσφιξες ποτέ στην αγκαλιά σου για να μου δώσεις ένα ακόμα φιλί. Δεν ήρθες ξανά στο κρεβάτι μου να μου δώσεις το γάλα μου και να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά ώσπου να κοιμηθώ, ούτε εμφανίστηκες ποτέ ξανά στην αυλόπορτα του σχολείου για να μου κάνεις έκπληξη και να με πάρεις να πάμε σπίτι. Τραγούδια δε μού ‘βαλες ποτέ ξανά να ακούσω στο καινούργιο σου πικ-απ κι ούτε με ξανασύστησες ποτέ σε καινούργιους σου φίλους…
Κι αφού ποτέ δε μου είπες πού είσαι για να έρθω κι εγώ, αρνούμαι πεισματικά να σε ενοχλήσω την ώρα που λύνεις ασκήσεις στη χημεία. Κι ούτε θέλω να σου πειράξω το ποδήλατο πάλι. Κι άμα θες να μάθεις δε θα ξαναπεριμένω να γυρίσεις από την προπόνηση για να πάμε μαζί βόλτα. Κι ούτε θα έρθω να ξανατρυπώσω στο κρεβάτι σου, κάτω από τη ζεστή κουβέρτα την ώρα που βλέπεις ελληνική ταινία. Και δε θα σου κάνω τη χάρη να μοιραστούμε ξανά  τη φέτα με τη μαρμελάδα που έφτιαξες για σένα κι ούτε θα πιω κρυφά ξανά από τη ζεστή σου σοκολάτα! Να μάθεις άλλη φορά να με κοροϊδεύεις!
Είκοσι τρία χρόνια κι ακόμα να φανείς! Πού και πού μονάχα, εμφανίζεσαι- επισκέπτης απρόσκλητος- στα όνειρά μου! Μα δε μιλάς! Δε μου λες! Δε μου ζητάς μια συγνώμη! Μόνο με κοιτάς! Αφού το ξέρεις, το λέει κι ο λαός: «Μην τάξεις σε μικρό και σε χαζό». Εγώ μικρή μπορεί να ήμουνα. Χαζή όμως όχι. Κι εσύ μου έλεγες πως μ’ έβρισκες ώριμη για την ηλικία μου. Προτίμησες να με ωριμάσεις και μιαν ώρα αρχύτερα. Εσύ! Εσύ και το φευγιό σου! Που έπρεπε από τα 9 μου να νιώσω με τόσο  σκληρό τρόπο τι θα πει ΑΠΩΛΕΙΑ!
Μόνο η μακρόχρονη απουσία σου που επιμένει να υπάρχει με βάζει σε υποψίες πως, ίσως, και να ‘σουνα τελικά εσύ σ’ εκείνο το μαύρο μακρόστενο κουτί που θάψαμε κάτω απ’ τη γη, πως ίσως, εκείνη η αγγελία στην εφημερίδα που μιλούσε για το 21 χρονών παλικάρι που έπεσε θύμα τροχαίου εκείνη την «αποφράδα ημέρα», την Τρίτη 13 Οκτωβρίου το 1987 στην οδό Αγγελάκη  στη Θεσσαλονίκη, να αναφερόταν σε σένα, πως  ίσως, τα μοιρολόγια που έπλεκε η γιαγιά και τραγουδούσε ήταν για σένα. Ίσως ….
Εν τέλει ομολογώ  πως ναι,
σπείραμε το χώμα με το σώμα σου
και φύτρωσε η ανάμνησή σου,
δέντρο αειθαλές και αιωνόβιο…

ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ……ΠΟΣΟ ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ!!!!