Επέστρεψα στις αλλοτινές μου
συντεταγμένες. Εκεί όπου περιφερόμουνα κάποτε, άλλοτε ασκόπως, άλλοτε σκοπίμως
και άλλοτε κατασκοπευτικά. Αυτή τη φορά ήμουν σαν τον δολοφόνο γύρω από το έγκλημα.
Ένα έγκλημα, όμως, χωρίς τιμωρία. Ωστόσο, ένα έγκλημα πάθους. Βρέθηκα, λοιπόν,
εκεί όπου τέμνεται ο Παράλληλος 48° 52' με
τον Μεσημβρινό 2° 19'. Εν τέλει ήταν όλα όπως τα άφησα. Τότε! Δώδεκα περίπου
χρόνια πριν. Ευτυχώς δεν είχαν αλλάξει και πολλά! Αυτό σημαίνει πως ή τότε αυτή
η πόλη ήτανε πολύ μπροστά ή τώρα έμεινε απλά πίσω με ανεπαίσθητες αλλαγές.
Ο Πύργος του Άιφελ στιβαρός και
αγέρωχος. Επιβλητικός! Η Μονμάρτη εξακολουθούσε να με κοιτάει αφ’ υψηλού! Τι κι
αν σκαρφάλωσα στη ράχη της! Είχε κάθε δικαίωμα να το ‘χει πάρει πάνω της με
τέτοια γραφικότητα. Ο Σηκουάνας πάλι, κι εκείνος εκεί. Ήρεμος και ατάραχος σαν
να μη συμβαίνει τίποτα. Το χαβά του! Γνήσιος ποταμός! Κυλάει, κυλάει, κυλάει
και φυσικά δεν γυρίζει πίσω ποτέ! .....
Αν πάλι πάρει να νυχτώνει, στην πόλη
αυτή, ξεκινά η δεύτερη μέρα. Η πρώτη θέλει τα boulevards γεμάτα, μποτιλιαρισμένα και τους
ανθρώπους να τρέχουν σε δουλειές ή σε σπουδές. Η άλλη, που ξεκινά με την
ανατολή του φεγγαριού, θέλει βόλτες, χορό και σκέψη, αλλά και τέσσερις τοίχους,
βιβλίο και ποτό. Μπορεί τότε η πόλη να γδύνεται τη ρομαντική της αίγλη και να
απεκδύεται πάσης ευθύνης, όταν σου δείχνει τα αστραφτερά μα κοφτερά της δόντια.
Και να παίρνει άλλη όψη. Πιο ωμή, πιο ψυχρή. Τότε από Πόλη του Φωτός μπορεί να
γίνει πόλη του σκότους. Μπορεί να χάσει τη λάμψη της και να σε βάλει στα
παρασκήνια. Να δεις ποιοι δουλεύουν πίσω από τις πασαρέλες και πόσο. Να μάθεις
πως η λαμπρή και στραφταλίζουσα ζωή των οίκων μόδας βασίζεται σε εργατοώρες
κοπιώδους δουλειάς χωρίς ωράριο στις γειτονιές των ραφτάδων, των γουναράδων και
των βυρσοδεψών! Και οι περισσότεροι από αυτούς...μετανάστες. Στο Παρίσι μεν,
αλλά μετανάστες. Τρίτης ή τέταρτης γενιάς πια, άνθρωποι της ξενιτιάς, αλλά και
του ξενυχτιού με άγχη, deadline και προθεσμίες που τους στερούν τον ύπνο και τη siesta, μια ζωή που με τίποτα δεν ξορκίζει
την αγωνία, σαν αυτή του τουρίστα που ανεβαίνει στην Αψίδα του Θριάμβου για να
φωτογραφίσει τα περίλαμπρα Ηλύσια Πεδία. Ούτε πρόκειται για ανθρώπους που
βολτάρουν κάθε μέρα στα bateaux mouches για να προφθάσουν τον Σηκουάνα.
Είναι άνθρωποι που άφησαν τον τόπο τους για ένα καλύτερο μέλλον, που ήρθαν
ξένοι μέσα στους ξένους για να χτίσουν τη ζωή τους.
Αυτοί οι άνθρωποι με δέχθηκαν τότε.
Τέτοιοι άνθρωποι μου άνοιξαν την αγκαλιά τους σαν φτερούγες, όταν βρέθηκα για
λίγους μήνες εκεί μακριά από τους δικούς μου και έκαναν το παν να μην αισθανθώ
ότι μου λείπει τίποτε. Μπορεί να έκανα τουρισμό. Εκπαιδευτικό μεν, αλλά
τουρισμό. Και μπορεί να πήγα για να δω το άλλο, να γευτώ το ξένο, να δοκιμάσω
το διαφορετικό. Αλλά συνάντησα τη με ζέση και ζέστη φιλοξενία τους και προθυμία
τους να με βοηθήσουν. Ξέρανε από μοναξιά μέσα στο άγνωστο. Κι η μοναξιά, λέει ο
Ελύτης, έχει όπως και η γλώσσα, τα δικά της ιδιώματα. Τα καταλαβαίνουν μονάχα
οι ομόγλωσσοι. Εκείνοι που νιώσανε κάποτε εξίσου μόνοι και αβοήθητοι. Εκεί
γεννιέται το αλληλέγγυο. Εκεί που σμίγει η κούραση μιας επίπονης μέρας με το
άλλο της μισό, την απόσταση από αυτούς που αγαπάς και εκείνους που σ’ αγαπούν.
Γι’ αυτό κι εγώ δεν ξεχνώ τον θείο
Κυριάκο που με παρέλαβε από το αεροδρόμιο, σαστισμένο ταξιδιώτη άγνωστης
διαδρομής, με τα μπαγκάζια μου, και με δίδαξε τον «κοινωνικό γραμματισμό» μιας
μεγαλούπολης που είχε ΜΕΤΡΟ, γιατί
στο χωριό μου δεν είχα. Δεν ξεχνώ
τη Νόνη που μου ‘κανε συντροφιά στα ζεστά bistro των Boulevard του Παρισιού. Δεν ξεχνώ τη θεία
Σπυρούλα που δε μου στέρησε τα ζυμωτά σμυρναίικα τσουρέκια για να αισθανθώ το
Πάσχα ελληνικό. Ούτε ξεχνώ τον Νίκο, που κάθε τι που του ‘λεγα πως δεν έχω ή
χρειάζομαι, πριν προλάβω να αποσώσω λέξη, μου το ‘φερνε. Την Τόνια που με τη
μαγειρική της φρόντιζε να μη μου λείπει σπιτικό φαγητό. Τον Γιώργο που με
κάλεσε την Κυριακή του Πάσχα να ψήσουμε μαζί αρνί στο σπίτι του στα προάστια, τον
Κώστα με τη Χριστίνα που με τραβούσανε στην ελληνική κοινότητα κάθε Σάββατο για
να κάνουμε πρόβες στο Λύκειο Ελληνίδων, αλλά και την Κατερίνα, την Έφη, τον Χρίστο, τον Θανάση, τον Φάνη, τη
Σουζάνα με τις εξαιρετικές φιλοσοφικές της συζητήσεις και τον κυρ Διαμαντή που με
την απίστευτη ιστορία της ζωής του, που πήγε στο Παρίσι για ένα Σαββατοκύριακο,
κι έμεινε τελικά εκεί 40 χρόνια με δίδαξε πως η ζωή είναι απρόβλεπτη!!!
Δώδεκα,
λοιπόν, χρόνια μετά, ήτανε όλοι τους εκεί. Μου φάνηκαν ίδιοι. Μόνο η μικρή Δήμητρα άλλαξε εμφανώς. Τότε 5, σήμερα 17.
Και φυσικά ο μικρός Αντώνης. Τότε στην κοιλιά της μαμάς του, σήμερα 11.
Ωραίο
ταξίδι. Αν και ο αέρας ήτανε παγωμένος, η βροχή συνεχής και το χιόνι δηκτικό, έκανα
ένα PAUSE. Τι κι αν μάζεψα το κρύο της ζωής
μου πάνω στη Μονμάρτη φουλ στο χιόνι? Η χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα με
αποζημίωσε. Τι κι αν ξύλιασα στην υγρή Eurodisney? Το ευτυχισμένο πρόσωπο του μικρού
Αντώνη που μου ‘σφιγγε το χέρι από χαρά που τον πήγα βόλτα, με έκανε να ξεχνάω
το κρύο. Τι κι αν πηγαίνοντας έφαγα παγωτό κριθαράκι και γυρνώντας παγωτό
κοτόπουλο? Με αποζημίωσαν τα ξαδέρφια μου με γαλλική και γιαπωνέζικη κουζίνα
στα καλύτερα εστιατόρια της πόλης. Και τι κι αν μας τάισαν στο αεροπλάνο μεσημεριανό
σε ώρα μοναστηριακή, ήτοι στις 10.30 το πρωί? Και τι κι αν σήμανε συναγερμός
για βόμβα στο αεροδρόμιο του Παρισιού και έτρεχα πανικόβλητη να κάνω check-in στου διαόλου το κέρατο μη χάσω την
πτήση? Τι κι αν μου χάσανε ή μου
ξεχάσανε τη βαλίτσα οι υπάλληλοι της air France και μου τη στείλανε να πάρει αέρα στο
Μόναχο!???
Τι να την κάνω τη βαλίτσα! Ας πάει
μακριά! Άλλωστε είχε άχρηστα πράγματα
μέσα. Τα πιο σημαντικά τα κουβαλούσα πάνω μου και δεν μπορούσε να μου τα πάρει
κανείς: τις γλυκές σοκολάτες στο τσαντάκι μου και τις πιο γλυκές μου αναμνήσεις
στην καρδιά μου.
.