Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεσσαλονίκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεσσαλονίκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Της Σαλονίκης μοναχά...


Ζεστό, σχεδόν καυτό τσάι σε λευκό φλιτζάνι, φλερτάρει με φοβισμένα χείλη, παγωμένα από τα κρύα του χειμώνα. Φρεσκοκομμένα κουλουράκια με άρωμα βανίλιας και μία κυκλοφοριακή κίνηση που έχει φορά τόσο προς το «πήγαινε» όσο και στο «έλα» έξω από το παγωμένο και το δακρύβρεχτο τζάμι,  μιλούν ακατάπαυστα και εκκωφαντικά σιωπηλά σε γνώριμο και αγαπημένο, αν και μελαγχολικό σκηνικό. Ο σκοτεινιασμένος ουρανός δε συμβιβάζεται με την αδιακρισία. Ανάψτε τα φώτα, τα τεχνητά, τα ηλεκτρικά, τα κεριά. Ανάψτε πρόωρα το φεγγάρι. Θέλω να βλέπω... Να βλέπω το παραλήρημα της καθημερινότητας σε αυτήν την πόλη, όπως πηγαινοέρχεται πάνω σε ρόδες λεωφορείων και ταξί και όπως σπουδάζει την μηχανική της μάθηση στα αμφιθέατρα του Αριστοτελείου. Όπως καταναλώνει τα κατασκευασμένα του ένστικτα στα εναπομείναντα καταστήματα της ένδοξης μακεδονικής πρωτεύουσας, πανελλήνιας δευτερεύουσας, και όπως συζητιέται σε ομηγύρεις εκλεπτυσμένων κυριών συντροφιά με βραζιλιάνικο καφέ και πικρά αμήχανα χαμόγελα.
Μια αεικίνητη στατικότητα και όχι μια στατική κίνηση. Τα πάντα κινούνται, μετακινούνται, σταματούν για λίγο στο κόκκινο, πάνε πιο πέρα με το πράσινο, αλλά... μένουν στην ίδια θέση. Η γη είναι στρόγγυλη και ό,τι γυρίζει είναι γύρω από εκείνη και όχι εκείνη γύρω από τους άλλους. Οι άνθρωποι, τα αεροπλάνα, τα καράβια έχουν έναν μονάχα άξονα: αυτόν της γης. Δεν την παρατούν, δεν απιστούν, δεν εκτροχιάζονται. Ακόμη κι αν εξοκείλουν, η βαρύτητα θα τα επαναφέρει.
Πού πας ματαιόδοξε διαβάτη? Πού κατευθύνεσαι ονειροπόλε επιβάτη?  Ο τόπος σου, η δουλειά σου, οι άνθρωποί σου, οι πρόγονοι και το μέλλον σου βρίσκονται πάνω στην τρελή μαγνητική αυτή σφαίρα. Σε έλκει με δύναμη και συ κολλάς πάνω της σαν μαγνητάκι-σουβενίρ στο ψυγείο. Όπου κι αν πας, ό,τι κι αν δεις, ό,τι κι αν ψάξεις, ό,τι κι αν βρεις, ό,τι κι αν ανακαλύψεις όλα ανήκουν εδώ. Σ’ αυτήν την μικρομέγαλη πόλη, σ’ αυτήν τη μικρή μαγνητική σφαίρα που καταπίνει είτε με τη βοήθεια της θάλασσας τους ζωντανούς, είτε με τη βοήθεια της ξηράς τους νεκρούς. Σ’ αυτήν που όλα τα θέλει και τα επανεγκαθιστά στα σπλάγχνα της. Αυτοί που γυρίζουν, αυτοί που φεύγουν, εκείνοι που απομακρύνονται κι εκείνοι που ξανάρχονται. Δεν έχουν να παν πουθενά. Πουθενά αλλού. Πουθενά μακριά.
Κι εσύ ζωή, σαν βγάλεις φτερά και καταφέρεις ποτέ να εγκαταλείψεις το επίγειο σώμα, να το σκεφτείς καλά αν ο χωρισμός αυτός αξίζει.
Γιατί μάλλον δεν αξίζει. Είναι ωραίες οι επίγειες απολαύσεις και αυτό το μάταιο καθημερινό τρέξιμο πάνω σε ρόδες ή πεζή, παρακολουθούμενο από μυστικούς πράκτορες μέσα από το τζάμι σε ήχους τζαζ με μυρωδιές βανίλιας και θερμοκρασίες χειμερινού αφεψήματος και μ’ ένα χέρι που υπό τις επιταγές της ξέμπαρκης και άπιστης σκέψης πάει και έρχεται ιχνηλατώντας τις κενές γραμμές ενός λευκού σημειωματαρίου, κάποιο γκρίζο απόγεμα της λατρεμένης όλων Σαλονίκης...σ’ αυτήν όπου ανήκεις! 

Ξενοδοχείο ABC.DEFG….
Είναι 17.00!
Πήρε και βραδιάζει...




Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Άρτ(ο)ι αφιχθέντες!

Ώρα 5.00 προ μεσημβρίας! Πολύ νωρίς για πρωί ή πολύ αργά για βράδυ. Το κρεβάτι χάσκει άδειο. Έχει όλη νύχτα μια αγκαλιά κενή. Πήρε και χαράζει. Και οι άδειοι δρόμοι, νοτισμένοι από τη νυχτερινή δροσιά, αρχίζουν να αγκομαχούν κάτω από τις ρόδες αγουροξυπνημένων αυτοκινήτων και βιαστικών ανθρώπων που κροταλίζουν τα παπούτσια τους στα σπασμένα κράσπεδα της Τσιμισκή. Στο βάθος ξεπροβάλλει ένα καροτσάκι. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο. Ένα αρτσούμπαλο, ψηλό και αυτοσχέδιο καροτσάκι με δυσανάλογες ρόδες προς την τάβλα του και ένα φθηνό προφίλ, που δε θυμίζει τίποτε το φοβερό, σέρνεται από τον γνωστό γεράκο που τέτοια ώρα αρχίζει να κόβει βόλτες στο μεγάλο εμπορικό δρόμο. Κουρασμένος και σχεδόν κουρελιασμένος. Γραφικός θα ‘λεγα. Και άυπνος λογικά, σπρώχνει το καρότσι το γεμάτο φρέσκα ολόφρεσκα ζεστά και αχνιστά ολοστρόγγυλα κουλούρια που προσπαθούν να μπει το ένα δίπλα στο άλλο και να αράξει εκτεθειμένο στην τσίγκινη λαμαρίνα, ώσπου να το αγοράσουνε και να καταλήξει κατακερματισμένο σε κάποιο άδειο στομάχι.  
Το κουλούρι Θεσσαλονίκης, δεν είναι ένα οποιοδήποτε κουλούρι. Και δη το κουλούρι της Τσιμισκή. Ξεχωρίζει καταρχήν από το σχήμα του. Διαπρέπει σε σχέση με τα υπόλοιπα κουλούρια της περιοχής. Καθόλου λεπτό, αλλά μιας γενναίας περιφέρειας και ενός αξιοζήλευτου εκτοπίσματος, διαγράφει έναν κύκλο ορκισμένο στον διαβήτη με πιστή προσήλωση στο πατρόν του. Ροδαλού χρώματος και χωρίς να επιρρίπτει ευθύνες στον φούρναρη που το ‘ψησε λίγο παραπάνω, κρατάει το ανοιχτότερο χρώμα του στο σημείο ζεύξης του ζυμαριού. Εκεί που το ένα μπράτσο έρχεται και ξαπλώνει επάνω στο άλλο. Και από πάνω, σουσάμι μπόλικο και γευστικό τόσο, που δεν προλαβαίνουν οι κάλυκές σου να το αγγίξουν και στο στόμα σου μόλις που αντιλαμβάνεσαι την τρικυμία που προκαλείται από τους σιελογόνους αδένες σου! Κόλαση! Διότι από μέσα σε περιμένει άλλη έκπληξη! Κάτι σε ζυμάρι, που ενώ ξέρεις πως είναι β’ ποιότητας, η γεύση σε διαψεύδει. Και σαν γευσιγνώστης έμπειρος προσπαθείς να αναγνωρίσεις τα εξ ων συνετέθη αυτό το άσημο, καθημερινό και φθηνό θεσσαλονικιώτικο απλό απλούστατο κουλούρι.
Πιο κάτω στον ίδιο δρόμο μοσχοβολάνε φρεσκοψημένα τσουρέκια. Αυτά για τα οποία μποτιλιάρει πάντα ο δρόμος. Γεμιστά ή σκέτα, μάλλον με όχι αγνά υλικά. Άλλωστε τι έμεινε αγνό σήμερα για να ‘ναι το τσουρέκι? Το ψωμί? Που κι αυτό βγαίνει με κόπο πολύ και αν? Το ψωμί που κάποιοι το ‘πανε ψωμάκι? Ή το παντεσπάνι?Ο άρτος ημών ο επιούσιος ή ο άρτος σφων των πλούσιων? Που πολλοί από αυτούς που τον τρώνε αρπάξανε και το τελευταίο ψίχουλο πολλών από όσους ψάχνουνε την επιβίωσή τους μέσα στα σκουπίδια!



Σας εύχομαι Καλό Πάσχα και Καλή Ανάσταση στα όνειρα του καθενός που γίνανε εφιάλτες! Αποφάσισα φέτος να φάω φρεσκοψημένο τσουρέκι την ώρα που θα βγει από το φούρνο (ήτοι, άρτι αφιχθέν) και θα πάρω την αμαρτία επάνω μου!!!!

Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010

Θεσσ…αλωνίζοντας!!


Ραντεβού (κλασικά) ως φοιτητές στην καμάρα. Ο φίλος μου ο Αντώνης έμενε κοντά στην Ευαγγελίστρια. Ο φίλος μου ο Απόστολος είχε το δικηγορικό του γραφείο στην Κομνηνών. Εγώ έμενα δέκα ολόκληρα χρόνια στην Παπάφη. Το στέκι μας  ήτανε χρόόόόνια στο Καρντού απέναντι από το Λευκό Πύργο. Το πάρκινγκ της πλατείας Ελευθερίας φιλοξενεί χρόνια ολόκληρα το αμαξάκι μου, όταν το κατεβάζω στο κέντρο. Στη Ναβαρίνου κόβω άλλοτε σκόπιμα και άλλοτε άσκοπα βόλτες! Την Τσιμισκή την γνωρίζω μόνο για τα καταστήματα της, ενώ η Αριστοτέλους είναι για μένα απλά η ωραιότερη πλατεία της Θεσσαλονίκης! Αυτά και άλλα πολλά ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ σημεία της πόλης περνάνε από μπροστά μου τόσο ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΑ που δεν μπήκα ποτέ στον κόπο να εξετάσω σε βάθος αυτήν την πόλη που ΝΟΜΙΖΑ ότι την έζησα για τα καλά. Αλλά νόμιζα…
Έχω γυρίσει τόσες πόλεις και χωριά στον κόσμο, παραμάσχαλα με έναν τουριστικό οδηγό. Ξεποδαριάστηκα επισκεπτόμενη το κάθε μουσείο τους, σημαντικό ή ασήμαντο και στη Θεσσαλονίκη επισκέφτηκα μοναχά με το σχολείο αυτά στα οποία με πήγαν. Διάβασα για ναούς γοτθικού ρυθμού, σήματα κατατεθέντα της μεσαιωνικής Ευρώπης αλλά δεν εντρύφησα στο στολίδι αυτής της πόλης, τον Άγιο Δημήτριο. Μπορεί να αγόρασα μινιατούρες για τον Πύργο του Άιφελ ή για το Κολοσσαίο αλλά δεν έχω ούτε μια κάρτα με τον Πύργο το Λευκό. Και ενώ μπορεί να πόζαρα μπροστά σε αγάλματα που δε θυμίζουν πια σε μένα τουλάχιστον τίποτε περισσότερο από την Αναγέννηση, διαπίστωσα πως δεν πήρα χαμπάρι για το άγαλμα του Κασομούλη στην Αγγελάκη.
Ποτέ δεν είναι αργά! Τηλεφωνώ στη φίλη μου τη Μαρία, αιρετική από τα γεννοφάσκια της και της ξεστομίζω την ιδέα μου. Δε θα μπορούσε να αρνηθεί σε μία τόσο δελεαστική πρόταση. Για να εγκλιματιστούμε καλύτερα, της προτείνω να μείνουμε για ένα τριήμερο σε ένα ξενοδοχείο της πόλης! Κρίση μετά σου λέει! Ε και? Άλλοι τρέχουν αυτές τις μέρες στην Κων/πολη ή στην Πράγα! Εμείς τουλάχιστον δε θα ‘χουμε αεροπορικά στα έξοδά μας! Κατά τ’ άλλα, της υποσχέθηκα πως θα κάνουμε αυτό ακριβώς που κάνουν οι άλλοι στην Πράγα!
Ετοιμάζουμε βαλίτσες, ξεχνάμε τα σπίτια μας και οδεύουμε προς  το ξενοδοχείο, φθηνό αλλά αξιοπρεπές! Με τον τουριστικό οδηγό στο χέρι κάνουμε πλάνο. Το ξενοδοχείο μας βρίσκεται πάνω από την Αριστοτέλους! Από δω θα ξεκινήσουμε: από την ομορφότερη πλατεία της Θεσσαλονίκης, δημιούργημα της Διεθνούς Επιτροπής Σχεδιασμού με πρόεδρο τότε τον Αρχιτέκτονα Ερνέστ Ερμπράρ, που κλήθηκε να σχεδιάσει την πόλη μετά την πυρκαγιά του 1917. Η πλατεία Αριστοτέλους μαζί με την Πλατεία Δικαστηρίων, όπου επρόκειτο να φιλοξενηθούν όλα τα δημόσια κτίρια της πόλης, ορίστηκαν να ακολουθήσουν το νεοβυζαντινό στιλ. Με αρκετές τροποποιήσεις των αρχικών σχεδίων η πλατεία πήρε τη μορφή που βλέπουμε σήμερα. Περνώντας βιαστικά έξω από το ζαχαροπλαστείο του Τερκενλή, μας σπάει τη μύτη η μυρωδιά απ’ τα τσουρέκια. Τσεκάρουμε να επιστρέψουμε στο γυρισμό από την ίδια διαδρομή για να τσακίσουμε ένα οι δυο μας. Οι τύψεις των θερμίδων δεν έχουν δικαίωμα στις διακοπές. Βαδίζουμε προς τα Δυτικά. Στάση στο Ut Kapan (Καπάνι) και στο Μοδιάνο για μια φωτογραφία, όπως έχουν όλοι οι τουρίστες και ακριβώς δίπλα, στο Γιαχουντί Χαμάμ, δημόσιο λουτρό από την εποχή της τουρκοκρατίας (τέλη 15ου αιώνα). Ααα! Δεν είναι ανοιχτό για το κοινό! Κρίμα!  Μια στιγμή! Βγάλε με μια φωτογραφία εδώ στο Μπεζεστένι της Θεσσαλονίκης. Δεν είχα προσέξει ποτέ τους τρούλους.
Κατεβαίνοντας πεζή την οδό Βενιζέλου, στεκόμαστε μπροστά στο γλυπτό του Β.Δορόπουλου, στο σημείο που δολοφονήθηκε το 1963 ο Γρ. Λαμπράκης, βουλευτής τότε της ΕΔΑ. Λέω να μπούμε και στον Ι.Ν.του Αγίου Μηνά που διαθέτει εικόνες με πολύ εμφανή την επιρροή από τη ρωσική σχολή. Φυσικά δεν θα μπορούσαμε να παραβλέψουμε το Εβραϊκό μουσείο, στην ίδια οδό. Κοίτα να δεις που από δω περνάω σχεδόν κάθε Σάββατο για να πάω στα μπαράκια της Βαλαωρίτου κι αυτό δεν το είχα πάρει είδηση. Και φτάνουμε στην Πλατεία Ελευθερίας, η οποία, όπως διαβάζω στον οδηγό, σχεδιάστηκε επίσης από τον Ερμπράρ. Είναι συνδεμένη με το εβραϊκό ολοκαύτωμα, αφού εκεί ο αξιωματικός των Ες-Ες, Αλοΐς Μπρούνερ συγκέντρωνε τους Εβραίους για να τους στείλει στο Άουσβιτς με το τρένο. Επίσης όμως η πλατεία αυτή αποτελεί τον πρώτο χώρο στάθμευσης της πόλης αλλά και το οικονομικό της κέντρο, καθώς εκεί συγκεντρώνει πάρα πολλές τράπεζες! Ώστε αυτό το περίεργο κτίριο με τα οθωμανικά παράθυρα και τον μικρό πύργο στην ταράτσα  είναι το μέγαρο Στάιν, οικοδομημένο από το 1908 με αρχιτέκτονα τον Ερνστ Λεβί, ενώ το κτίριο που φιλοξενεί την Τράπεζα της Ελλάδος διαβάζω πως αποτελεί κτίριο Νεοκλασικού ρυθμού, όπως και αυτό της Alpha Bank αλλά με πολλά διακοσμητικά στοιχεία από την Αρ Νουβό.
Από την πίσω μεριά, σεργιανίζουμε τα καλντεριμάκια στα Λαδάδικα, περιοχή όπου γνώρισε δόξες το χονδρεμπόριο κατά το 19ο αιώνα και που μετά την εμπορική παρακμή του με κοινή απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού και του Δήμου Θεσσαλονίκης ανακηρύχθηκε ολόκληρη διατηρητέα! Ευτυχώς! Από την άλλη η ανάδειξη της Θεσσαλονίκης σε ευρωπαϊκή πολιτιστική πρωτεύουσα το 1997 μας άφησε μία πολύ πλούσια πολιτισμική προίκα. Στα Λαδάδικα, στεγάζεται το Μουσείο αρχαίων, βυζαντινών και μεταβυζαντινών μουσικών οργάνων, κατασκευασμένων με βάση τις φιλολογικές και εικαστικές μαρτυρίες. Η περιπλάνηση στη Λέοντος Σοφού μας θυμίζει πως υπάρχει και η άλλη Θεσσαλονίκη, εκείνης που δεν έχει σχέση με το μπετό, το τσιμέντο και τα σίδερα. Μιας Θεσσαλονίκης γεμάτης ιστορία, γούστο και πολιτισμό.
Ήξερες εσύ τι είναι αυτό το τείχος πίσω από το οποίο παρκάρουμε στα Δικαστήρια? Δεν έχει σχέση, λέει, με τα παλιά Βυζαντινά κάστρα, αλλά είναι του Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Το τείχος καταλήγει στον Πύργο, γνωστό ως Τοπ Χανέ, που βρίσκεται σε καλή κατάσταση γεμάτο προμαχώνες και πολεμίστρες, πράγμα λογικότατο, αφού εκεί ήταν η είσοδος της πόλης, εξού και το λιμάνι!
Πλατεία Βαρδαρίου! Πάμε γρήγορα! Κακόφημη περιοχή! Μια στιγμή όμως! Μήπως να περνούσαμε από το Μουσείο Ύδρευσης? Μηχανολόγοι μπορεί να μην είμαστε για να μάθουμε όλες τις λεπτομέρειες περί μηχανισμών άντλησης νερού και πετρελαιομηχανών πρώτης και δεύτερης γενιάς αλλά νομίζω πως έχει εγκυκλοπαιδικό τουλάχιστον ενδιαφέρον να δούμε αναλυτικά τον τρόπο παραγωγής ατμού για την κίνηση ατμομηχανών. Ε! Και επί τη ευκαιρία, μιας και πιάσαμε τις ατμομηχανές, εντελώς συνειρμικά και συμπτωματικά λόγω περιοχής δεν πεταγόμαστε στο Μουσείο Σιδηροδρόμου στη Μοναστηρίου? Ξέρεις ότι εκεί εκτός από στολές σταθμαρχών, όργανα, γραφεία και βιβλία αρχείων με τα δρομολόγια της Ελλάδας και όχι μόνο φιλοξενείται και ένα αυθεντικό βαγόνι-εστιατόριο του θρυλικού Orient Express?
Στη δε Σταυρούπολη, λέει, βρίσκεται το μεγαλύτερο στρατιωτικό νεκροταφείο της Ελλάδας από τον Πρώτο Παγκόσμιο. Και αν αναρωτιέσαι προς τι η (μακάβρια) όρεξη για επίσκεψη σε νεκροταφείο, θα σου πω πως έχει να κάνει όχι με τη μελαγχολική πλευρά του εαυτού μου αλλά με την άγνοια που δέρνει τόσο όλους τους Θεσσαλονικείς ακόμα και τους κατοίκους της περιοχής που δεν γνωρίζουν βασικά πράγματα της ιστορίας όπως ότι οι νεκροί στρατιώτες είναι θαμμένοι κατά εθνικότητα και ότι κάθε περιοχή έχει το παρεκκλήσι της, φιλοξενεί χιλιάδες ξένους που έρχονται να βρουν κάποιον δικό τους που έπεσε εδώ κατά τον πόλεμο και ότι κάθε που γαλλικό πολεμικό πλοίο μπαίνει στο λιμάνι της πόλης, στέλνει στρατιωτικό άγημα για να αποτίσει φόρο τιμής στους γάλλους στρατιωτικούς, ενώ οι οικογένειες Σέρβων που έχασαν δικό τους άνθρωπο επισκέπτονται το νεκροταφείο χρόνο παρά χρόνο με τιμητικές εκδηλώσεις στη μνήμη τους!
Και μια που φτάσαμε Σταυρούπολη, πάμε μια βόλτα μέχρι το Μουσείο Σύγχρονης τέχνης στη Μονή Λαζαριστών. Είμαστε απαράδεκτες. Εδώ ερχόμαστε μόνο για παραστάσεις και συναυλίες! Εμείς μόνο το Τελλόγλειο ξέρουμε για μουσείο σύγχρονης τέχνης και τούτο γιατί «σκοντάφτεις» επάνω του. Αλλιώς…
Φτάνει για σήμερα! Αρκετά! Ξεποδαριαστήκαμε αλωνίζοντας τη δυτική Πλευρά. Πάμε να ξεκουραστούμε και θα κεράσω ουζάκι το βράδυ στο Τσινάρι. Έτσι, να θυμηθείς τα παλιά και μια γωνιά που μοιάζει παρακμή αλλά είναι αυθεντική. Και λέω να πάμε για κουλουράκι σαλονικιώτικο στο φούρνο εκείνον τον γνωστό, πίσω από τη Βίλκα, κοντά στο Μύλο μωρέ, εκείνα τα παλιά εργοστάσια που κάποιοι ευφυείς τα μετέτρεψαν σε πολυδύναμα πολιτιστικά κέντρα, χωρίς να αλλάξουν τίποτα στην εξωτερική και στην εσωτερική τους φυσιογνωμία…
Το πρωί θα κατηφορίσουμε από το άγαλμα του Βενιζέλου κι αφού επισκεφθούμε το Μπέη Χαμάμ, χτισμένο από το 1444, το αρχαιότερο στην Ελλάδα, γνωστά και ως «Λουτρά Παράδεισος», θα σεργιανίσουμε στο βιβλιοπωλείο του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων, δίπλα στον Ι.Ν. της Παναγίας των Χαλκέων που πήρε το όνομά της από τους χαλκωματάδες που είχαν το σινάφι τους τριγύρω. Πιο πάνω λέω να περιηγηθούμε στη Ρωμαϊκή αγορά, για να πάμε στο Μπιτ Παζάρ ή αλλιώς την Πλατεία Αβυσηνίας για να χαζέψουμε στα παλαιοπωλεία . Το Τζαμί Χαμζά Μπέη είναι αυτό που βρίσκεται μπροστά στη στάση Αλκαζάρ, ενώ το Δημαρχείο της πόλης φιλοξενείται, όπως διαβάζουμε στον οδηγό, στο κτίσμα Καραβάν Σαράι και το Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, γνωστό ως Διοικητήριο είναι ένα κτίριο χτισμένο από το 1891, προορισμένο, τότε, να στεγάσει τις αρχές του Οθωμανικού κράτους.
Ανηφορίζουμε προς την Άνω Πόλη, τη γεμάτη γραφικά σπιτάκια με χαγιάτια, καλντεριμάκια, μονές και ιστορικές εκκλησίες, δημόσια λουτρά, οθωμανικές δημόσιες κρήνες και μουσεία περίεργα όπως αυτό των Χαρτών, γνωστό ως Εθνική Χαρτοθήκη που καταγράφει, διασώζει, αρχειοθετεί, συντηρεί, εκθέτει και προβάλλει τον πολιτιστικό και επιστημονικό ρόλο των χαρτών και συνεργάζεται με ελληνικούς και διεθνείς φορείς παρέχοντας ειδικές βάσεις δεδομένων. Όσο για το περιτείχισμά της νομίζω ότι οφείλουμε να γνωρίζουμε πως έγινε από τον Κάσσανδρο το 315 π.Χ. Αργότερα ο Μέγας Κων/νος, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, ο Μέγας Θεοδόσιος και  η Άννα Παλαιολογίνα ενίσχυσαν κατά καιρούς το τείχος.
Πάει και τούτη η μέρα. Αύριο λέω να αλωνίσουμε προς ανατολάς. Να περιηγηθούμε σε γνωστά κτίρια νεοκλασικά, όπως τη Βίλα Μπιάνκα, Μορντώχ, Ζαρντινίδη και Αλλατίνη που φιλοξενούν έργα Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών. Για το τέλος θα αφήσουμε κάτι πιο φουτουριστικό: το κέντρο Διάσωσης των Επιστημών, γνωστό και ως Πλανητάριο.
Ναι το ξέρω: Αρχαιολογικό, Βυζαντινό, Μακεδονικό και Πολεμικό Μουσείο τα αφήσαμε! Μα δεν προλαβαίνουμε σε αυτό το τριήμερο! Θα τα αφήσουμε για καμία Κυριακή που θα μου παραπονιέσαι τι να κάνουμε ΠΑΛΙ. Πάω στοίχημα πως όσο κι αν πιστεύουμε πως την ξέρουμε καλά αυτήν την πόλη, αν θέλουμε μπορούμε να ανακαλύπτουμε κάθε μέρα και μία «ευμορφιά»!
Κάποτε το όνειρό μου ήτανε να περάσω στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης: να σπουδάσω  σε μία από τις πιο ιστορικές σχολές, να γνωρίσω πολλές από τις πιο σπουδαίες προσωπικότητες της πόλης αυτής, να περπατήσω στα σοκάκια της, να γευτώ τα φαγητά της, να ακούσω τους βραδινούς παλμούς της, να ταπεινώσω την άγνοια και την αμάθειά μου στον πολιτιστικό της πλούτο. Ήρθα εδώ πριν ακριβώς 13 χρόνια. Κι αυτή η πόλη όχι μόνο δεν πρόδωσε τις προσδοκίες μου αλλά ήταν  απλόχερη μαζί μου, δοτική, χουβαρντού! Ακόμα μου δίνει! Κι ανακαλύπτω κάθε μέρα μέσα στην απόλυτη ρουτίνα, καινούργια εγχειρήματα, καινούργιες ομορφιές.
 Αν μεμψιμοιρήσεις, θα σου κλαυτεί και ‘κείνη. Θα σου παραπονεθεί για το κυκλοφοριακό, για τους αγχώδεις ρυθμούς της, για την αδιαφορία του διαβάτη της καθημερινότητας, του γκρινιάρη πολίτη της ρουτίνας. Όχι πως πρέπει να σταματάς να διεκδικείς το «καλύτερο» (τον γνωστό εχθρό του «καλού»), αλλά σεβάσου κι αυτό που έχει, δώσε σημασία στην ιστορία της, γνώρισε τα μυστικά της που σου τα σιγοψιθυρίζει στ’ αφτί κάθε γωνιά της και θα δεις πως θα σε ανταμείψει με την πιο γενναιόδωρη κίνηση. Μην περιμένεις να γνωρίσεις τον κόσμο με τριήμερα και ακριβά πακέτα διακοπών στα εξωτερικά. Η ομορφιά μπορεί να είναι δίπλα σου κι εσύ να μην την ανακάλυψες ακόμη! Δε θα ‘ρθει πάντως εκείνη να σε βρει. Πρέπει εσύ να πας, να ψάξεις, ίσως όχι πολύ, ίσως όχι μακριά, ίσως δίπλα στο διαμέρισμα-κουβούκλιο των 80 τετραγωνικών, όπου στριμώχνεις καθημερινά την ύπαρξή σου.
Τη μοίρα την προδιαγράφεις μόνο σου (ως ένα σημείο). Αν θες να βλέπεις ασχήμιες, ασχήμιες θα βλέπεις.
Καλές διακοπές στον τόπο διαμονής σας!


Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010

Επιφάνεια εν τω βάθει …


-Στο βάθος κήπος. Καρέκλες σε απραξία. Τραπέζια σε ανάπαυση. Σκαμπό σε ακινησία. Μαξιλάρες νωχελικές. Δεν ξεκουράζουν πια κορμιά. Ξεκουράζονται από τις μεταμεσονύχτιες υπερωρίες του περασμένου καλοκαιριού!
-Στο πιο βάθος πέλαγο. Μπλάβο. Μαύρο. Βαθύ φαντάζομαι, απύθμενο ίσως, σαν το βλέμμα μου, εσωστρεφές. Το σκότος διακόπτουν  κάτι λαμπιόνια που σουλατσάρουν από δεξιά προς τα αριστερά και vice-versa. Κλώθουνε αδημονώντας σαν να ψάχνουνε το δαχτυλίδι που παράπεσε στην άμμο και δεν το βρίσκουν ποτέ! Υπακούουν απλώς στον Καββαδία: «της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι / να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ απ’ τη στεριά»
-Η γη χλωμή. Εκλιπαρεί σημασία. Δεν της δίνει κανείς. Κοιτάει προς το πέλαγος. Εκείνο αδιαφορεί. Σαν το ζευγάρι που κρατάει μούτρα το ένα μισό στο άλλο μετά από ερωτικό καβγά.
-Ο ουρανός σκοτεινός. Ακυρώνει τον ορίζοντα, γιατί δανείζεται το ρούχο της θάλασσας. Και συνοφρυωμένος που είναι ποιος τον βλέπει; Πού σταματά το πέλαγος, πού ξεκινά αυτός;
-Οι άνθρωποι απόντες. Δεν κυκλοφορεί ψυχή. Η υγρασία της ατμόσφαιρας σήκωσε απαγορευτικό στην περαντζάδα.
-Ξεκαρφώνω το βλέμμα από ‘κεί. Το παίρνω και το καθηλώνω μέσα. Εκεί που είμαι κι εγώ (σώματι). Έχει κι εδώ ουρανό και σύννεφα. Φτιαγμένα από καπνό και από αδιαθεσίες. Εδώ οι καρέκλες πιάσανε νωρίς δουλειά. Τα τραπέζια έχουν τον απόλυτο λόγο ύπαρξης, τα σκαμπό είναι δυσεύρετα και οι μαξιλάρες βολεύουν εκ περιτροπής ορδές ανθρώπων που υποδύονται το ρόλο της φιλικής παρέας.
-Εδώ η περαντζάδα δεν επιτρέπεται απλώς. Επιβάλλεται. Οι άνθρωποι υπεράριθμοι, παρόντες, χωρίς λόγο ύπαρξης απαξάπαντες. Το προσυπογράφει και το βλέμμα τους που αιωρείται. Ντυμένοι κοκετίστικα, ενίοτε και λατερνοειδώς, έχουν την ψευδαίσθηση ότι διασκεδάζουν την ανία της εβδομάδας που πέρασε μετά από μία ακόμη πεζή καθημερινότητα, εγκλωβισμένης στα δεσμά της εργασιακής-επαγγελματικής τους υποχρέωσής και όχι μόνο. Σχεδόν όλοι τους φαίνονται πως  «επαγγέλλονται» την υπόσχεση της αειφόρου πατρικής τους προίκας,  ξεθωριασμένης όμως πια από τη μούχλα του προδότη χρόνου και ξεφτισμένης από την ασυνεπή διαχείριση της γενιάς τους.
Αυτή διαχειρίζεται σωστά και με συνέπεια μοναχά τα χρήματα που προορίζονται για αλκοόλ! Εκεί επενδύει η γενιά αυτή: στη Λήθη. Ξεχνάει για να μη θυμάται τις υποχρεώσεις της. Για να αποθέτει στην άκρη του μυαλού της τον ετεροχρονισμένο οικονομικό απογαλακτισμό από τη γονική περιουσία, ο οποίος όμως δεν έρχεται τώρα πια, γιατί όλα έχουν την ώρα τους, όσο κι αν κάποιοι ισχυρίζονται πως δεν είναι ποτέ αργά! Καθολική ισχύς δεν υπάρχει σε τίποτε! Οι αναχρονισμοί είναι περιορισμένης εμβέλειας! Γι’ αυτό η νέα γενιά επιλέγει να πιει. Να ποτίσει τις φλέβες της με ουίσκι ακριβό για να ‘χει το αίμα της παρέα ζαλισμένη στη διαδρομή που κάνει, τον Αλαφροΐσκιωτο!
-Το βλέμμα επαναποδημεί στο έξω! Αγνώριστο πια το έξω, σε illustration μορφή αυτή τη φορά. Η γη φαίνεται εισακούσθηκε: Ο θυμωμένος ουρανός της έδωσε απλόχερα σημασία στέλνοντάς της βροχή πολλή! Βίαιη, Θορυβώδη και Ζημιάρα! Εκείνη πάλι, σε συνεργασία με τα κύματα, ξεπλένει λυσσασμένα το δρόμο, από φόβο μήπως προδώσει το ρόλο της. Δείχνει να μη θέλει να αφήσει ίχνος από τα παπούτσια που ποδοπάτησαν τα κράσπεδα! Και μάλλον έχει στο νου της να συντείνει στο αφιλόξενο του κήπου. Πώς θα προϋπαντήσεις τον χειμώνα, αν ο κήπος είναι εξίσου θελκτικός με το καλοκαίρι? Πρέπει η εικόνα του να σε αφήνει «παγερά» αδιάφορο. Τα κατάφερε! Κανείς δε θέλει να καθίσει στους καναπέδες που βροχολούζονται ανεμοδαρμένοι στο αίθριο. Μουσκεύεται και μόνο που τους βλέπει μέσα από το τζάμι. Κανείς δε θέλει να τον φυσήξει ο παγωμένος αέρας, όπως (απεναντίας) παρακαλούσε το καλοκαιράκι για να δροσιστεί. Κρυώνει και μόνο στη σκέψη. Κάτι κορδελάκια, θερινό –εικάζω-  decor, κυματίζουν εκ παραδρομής υπερήφανα και δίχως επιλογή σαν τη γαλανόλευκη από ένα δέντρο. Σίγουρα θα ήθελαν να βρίσκονται αλλού ή να ανακτήσουν την αλλοτινή, περίοπτη καλοκαιρινή τους αίγλη.
-Επανέρχομαι ένδον. Αφήνω το βαθύ το βλέμμα. Τώρα εδώ έχει την τιμητική της όχι το Βάθος αλλά η  Επιφάνεια: τα ψεύτικα χαμόγελα, οι κρύες αγκαλιές, η δήθεν έννοια για το πώς είσαι και πώς περνάς, οι άσκοπες ερωτήσεις που δε δείχνουν κανέναν σεβασμό στις απαντήσεις, το αδιάφορο ενδιαφέρον του άλλου για την καθημερινότητά σου, ο υποτυπώδης ενθουσιασμός του πρώτου πεντάλεπτου…
-Καθείς πάντως έχει έναν άλλο λόγο που βρίσκεται φθινοπωριάτικα σε αυτό το παραλιακό σαλονικιώτικο μπαράκι. Άλλος από θέση, άλλος από φύση. Θέσει ή φύσει ωστόσο επαληθεύεται ο ερμηνευτής που λέει:

Σφαίρα από γη και θάλασσα κι εμείς μικροί και μόνοι
καθένας μας στον κόσμο του κι όλοι στο πουθενά
κι από όσα μας χωρίζουνε ένα που μας ενώνει
είναι που ζούμ’ ελεύθεροι σ’ αυτήν την ερημιά… ή  μοναξιά?

….δε θυμάμαι ακριβώς αλλά «ταιριάζουν» και «τρομάζουν» αμφότερα!!!!

Σας Φιλώ εκ βαθέων…