Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαλλιά-κουβάρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαλλιά-κουβάρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Συνισταμένη Αδυναμιών!!!


ΕΚΕΙΝΗ: Πάλι δεν ξέπλυνες το νεροχύτη?
ΕΚΕΙΝΟΣ: Δεν είχα χρόνο. Βιαζόμουνα!
ΕΚΕΙΝΗ: Εγώ δε βιάζομαι?
ΕΚΕΙΝΟΣ: Τότε γιατί δεν έβαλες άλλη πετσέτα στο μπάνιο, αφού αυτή που είχε την πήρες για τα μαλλιά σου?
ΕΚΕΙΝΗ: Γιατί το ξέχασα!
ΕΚΕΙΝΟΣ: Μετά εμένα λες!!
ΕΚΕΙΝΗ: Εσένα λέω, γιατί εσύ δεν κάνεις τίποτε σε αυτό το σπίτι εκτός από το να το λερώνεις!
ΕΚΕΙΝΟΣ: Κι εσύ τίποτε άλλο εκτός από το να γκρινιάζεις!
ΕΚΕΙΝΗ: Γκρινιάζω γιατί με αναγκάζεις! Αν ήσουνα εντάξει…
ΕΚΕΙΝΟΣ: Γιατί, εσύ είσαι? Επειδή δε σου τα λέω, νομίζεις ότι δεν τα κάνεις?
ΕΚΕΙΝΗ: Ε προφανώς δεν είναι και τόσο ενοχλητικά!
ΕΚΕΙΝΟΣ: Νομίζεις. Απλά είναι ασήμαντα για μένα, ώστε να φτάσω στο σημείο να μαλώσω!
ΕΚΕΙΝΗ: Και γιατί είναι ασήμαντα? Επειδή είναι καθημερινά? Είναι η καθημερινότητα ασήμαντη?
ΕΚΕΙΝΟΣ: Γιατί η γκρίνια σου έγινε συνώνυμο της «Καλημέρας» μέσα σ’ αυτό το σπίτι!
ΕΚΕΙΝΗ: Να φροντίσεις τότε να γίνει αντώνυμο της «Καλής μας μέρας» που έχει γίνει κακή, ψυχρή κι ανάποδη και που θα εξαρτάται από εσένα και από τα νεύρα που δε θα μου σπας!
ΕΚΕΙΝΟΣ-ΕΚΕΙΝΗ (ή ΕΚΕΙΝΗ-ΕΚΕΙΝΟΣ) : Διότι ξεκινήσαμε από το «εγώ», οραματιστήκαμε και επιδιώξαμε το «εμείς», αλλά καταλήξαμε ξανά εκεί από όπου ξεκινήσαμε: σε ένα «πληγωμένο» αυτή τη φορά «εγώ», εξ αιτίας ενός αλαζονικού «σου».
        Γιατί «εγώ» δεν ανέχομαι πολλά. Κι όταν με γνώριζες, σου το έδειχνα. Όταν με διάλεγες, σου το έλεγα κι όταν με παντρεύτηκες σου το απέδειξα! Κι εσύ πόνταρες στο ότι θα άλλαζα! Ότι θα συμβιβαζόμουνα, ότι θα ΜΕ απαρνιόμουνα και θα υποχωρούσα. Να υποχωρήσω? Σε τι? Γιατί? Πού? Πότε? Πόσο? Για πόσο?
        Τσαλαπατάς τη νοημοσύνη και την καλοσύνη μου! Μου βάζεις όρους απεχθείς! Αμφισβητείς! Τη στάση μου, τα «θέλω» μου, τα «έχω» και τα «δίνω» μου. Ποιος? Εσύ! Εσύ που μέσα στο «εμείς», είσαι ένα ολομόναχο «εγώ». Που δεν υποχωρείς, που αδιαφορείς. Εσύ που αλληθωρείς! Που περιμένεις κι απαιτείς, κι αλληγορείς! Που λες πως νοιάζεσαι, μα βιάζεσαι να αλλάξω, να βουλιάξω και να αράξω σε μια κατάσταση νωθρή, σε μια διάσταση σαθρή, χωρίς αντίσταση, σε κάθε περίσταση, δίχως «γιατί», δίχως «όχι», χωρίς άρνηση. Σε κάθε σου στάση, στέμμα η δική μου κατάφαση και η έγκρισή μου, συντροφιά. Και η υποχώρηση… μόνο απ’ τη μία πλευρά! Δε γίνεται αγάπη μου γλυκιά!! Οι σχέσεις φτιάχνονται από δυο! Όχι από εγωισμό! Γι’ αυτό καταντάνε ρημαδιό.
        Μεγάλωσα! Και δεν μπορώ άλλο πια να ανεχτώ, κανέναν πάνω από το δικό μου το «εγώ». Πόνεσα. Πάλεψα. Έχτισα. Νίκησα. Κι ήρθες εσύ: Με Πόνεσες. Με Τσάκισες. Τα γκρέμισες. Με Νίκησες! Κι αναζητώ τις ματωμένες μου ισορροπίες μέσα σε θλιμμένες αισιοδοξίες με ξεφτισμένες ανταρσίες γύρω από ένα σπιτικό, φτιαγμένο από μπετό και σκέτο εγωισμό!
        Κουράσανε τα άπλυτα τα πιάτα, τα ασιδέρωτα πουκάμισα, οι τσαλακωμένες αντοχές, τα ασκούπιστα δάκρυα, τα ξέστρωτα-ξενέρωτα κρεβάτια, τα κολλαριστά και  άπραγα κορμιά, οι μουχλιασμένες ιδέες, οι ανήλιαγες διαθέσεις, το γλυκό που δεν έψησες ποτέ σ’ αυτό το σπίτι, τα άνοστα φιλιά σου, η σκονισμένη πια ομορφιά σου και η ακατάστατη καρδιά σου…
        Όταν σε γνώρισα έδειχνες διάθεση να βοηθήσεις: και τα πιάτα έπλενες, και τα πουκάμισά σου μόνος σου σιδέρωνες, και το κρεβάτι το «στρώναμε» και το «αναστατώναμε» και το κορμί σου λύγιζες, το λίκνιζες, το γύμναζες! Τις ιδέες σου τις αέριζες, τις σκονισμένες και αραχνιασμένες απόψεις σου τις τίναζες και τις ξαράχνιαζες, και η διάθεσή σου ήτανε ευήλια. Κι αν το φαγητό δεν τρώγονταν, χόρταινα με τα νόστιμα φιλιά σου, την ανείπωτη για τα μάτια μου ομορφιά σου και την ολάνθιστη καρδιά σου…
        Τώρα, σου φταίει η καθημερινότητα, η γκρίνια και η αβεβαιότητα. Τα μούτρα μου που σέρνονται στο πάτωμα. Κι εγώ χαμένη, κι εσύ θλιμμένος, κι εσύ θλιμμένη, κι εγώ  χαμένος, μέσα σ’ αυτόν τον κύκλο, που τον λένε Φαύλο, ψάχνουμε από κοινού για το μίτο. Πού είναι η αρχή του κουβαριού, που αβγάτισε και γίνανε πολλά, «κουβάρια και μαλλιά», να δίνουνε λαβή στις λαϊκές παροιμίες, και εμείς, με τις δικές μας ιστορίες, να επιβεβαιώνουμε το λαό! Έχω παγιδευτεί σε έναν λαβύρινθο. Που κάνω να βγω και πέφτω σε τοίχο! Που μιλάω και η φωνή μου τρέπεται σε ηχώ. Χτυπάει πάνω του με ορμή και με οργή. Γυρίζει πίσω και τρυπά τα δικά μου τ’ αφτιά. Γιατί εσύ δεν ακούς. Μόνο μιλάς! Μιλάς! Μιλάς! Μιλάς! Αλλά δε λες τίποτα κυρία Κοκοβίκου! Κούφια τα λόγια σου, αφυδατωμένα και στραγγισμένα από ουσία, Αντωνάκη! Ζητάς εξουσία! Μα λύση δεν δίνεις καμία!
Ξεκίνησα εγώ, ξεκίνησες εσύ. Ξεκίνησα εγώ, το συνέχισες εσύ. Ξεκίνησες εσύ, το συνέχισα εγώ! Τι ‘ν’ το «εγώ», τι είν’ το «εσύ»? Και τι τ’ ανάμεσό του? Μια σχέση κάναμε κι οδυνηρώς και δυστυχώς φαντάζουμε άνθρωποι «άσχετοι» μεταξύ μας! Άσχετοι, γιατί δεν έχουμε ιδέα τι πάει να πει «σχέση»!
        Βρες μου την άκρη απ’ τα μαλλιά-κουβάρια, γιατί αν συνεχίσουμε θα μοιάζουμε με μπαλάκια του πινγκ-πονγκ. Ένα feedback  είναι οι σχέσεις μωρό μου! Ό,τι δίνεις παίρνεις. Ό,τι σπέρνεις, θερίζεις! Κι αν σπείρεις άνεμο, θα θερίσεις θύελλες.
        Αφού όταν ξεκινήσαμε, είπαμε πως θέλαμε να «ενώσουμε τις δυνάμεις μας», να προσθέσουμε τις δυνατότητές μας, να γίνουμε ΕΝΑ. Και τελικά, το μόνο που κάναμε ήταν να διαιρούμε το «εμείς» σε δυο «εγώ» πολλαπλασιάζοντας τις πιθανότητες διάλυσης και αφαιρώντας από το παιδί μας και τους εαυτούς μας το δικαίωμα να ζήσουμε ΩΣ -και όχι ΣΑΝ- οικογένεια!
Πες μου σε παρακαλώ: είναι αυτό σπίτι?