Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

Δυο φορές μαμά μου...


Κάποιες αγάπες δεν πεθαίνουνε ποτέ. Ορισμένες αδυναμίες δε λογοδοτούν σε κανέναν. Μερικές αναμνήσεις δεν ξεριζώνονται με τίποτε, δεν μεταναστεύουν. Είναι εκεί πιστές στην τρυφερότητα των παιδικών σου χρόνων, στην αθωότητα μιας ξένοιαστης ηλικίας, όταν μια γυναίκα νοιαζότανε για σένα και σε φρόντιζε, όπως έκανε η μάνα σου, με μεγάλη δόση αυταπάρνησης και αλτρουισμού, τέτοιου που νομίζεις ότι ξεπετάχτηκε μέσα από τα παραμύθια.
Η γυναίκα αυτή είτε έχει αποτυπωθεί στις ελληνικές κάρτ ποστάλ ως γραφική φιγούρα μαυροφορεμένη με το τσεμπέρι στο μαλλί και το πλέξιμο υπό μάλης, είτε συνυφαίνεται με τα παραμύθια γύρω από ένα τζάκι, όπως ξεπηδάει από τις σελίδες ενός παλιού αναγνωστικού, είτε οδηγάει Chevrolet και καπνίζει slim και έχει μανικιούρ ακριβό, αποτελεί αξία ανυπέρβλητη και απαράμιλλη.
Είναι αξία και είναι άξια. Είναι η γιαγιά σου! Και είναι σούπερ να έχεις γιαγιά! Δεν υπάρχει πιο ωραίο πράμα από το να έχεις μια γιαγιά που σε μεγαλώνει. Είναι δυστυχία να μην έχεις γιαγιά.
Συνήθως, γιαγιά την έχουνε πολλά ξαδέρφια ή αδέρφια σου, που είναι επίσης εγγόνια της και τα αγαπάει όλα το ίδιο, αλλά εσύ νομίζεις πως αγαπάει μόνο εσένα.  Και δε σε μαλώνει ποτέ. Δεν είναι σαν τη μαμά που σε βάζει τιμωρία. Όμως, καμιά φορά σου βάζει και τις φωνές. Κι αν σου τις βάζει, αμέσως μετά το ξεχνάει. Αλλά αμέσως όμως. Και είναι και διακριτική. Και είναι...και είναι ...και είναι...
Η δικιά μου η γιαγιά όλο είναι. Δεν ισχύει επάνω της το «δεν είναι». Είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη να μου βάλει να φάω ό,τι θέλω. Είναι ορεξάτη να μου τρίψει την κουρασμένη μου μέση μετά τη δουλειά. Είναι περήφανη, όταν με βλέπει να χορεύω και είναι χαρούμενη, όταν της αγοράσω ένα κολιέ που είναι ψεύτικο αλλά γυαλίζει, γιατί της γιαγιάς μου της αρέσει οτιδήποτε γυαλίζει κι ας ξέρει πως ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός. Αλλά η γιαγιά μου είναι Χρυσή εξ ου και το όνομά της!  Είναι η χρυσή μου η γιαγιά.
Είναι χρυσή, γιατί είναι δουλευταρού και μ’ έμαθε να μη φοβάμαι τη δουλειά. Είναι χρυσή, γιατί είναι νοικοκυρά και πεντακάθαρη. Είναι χρυσή, γιατί κάνει ωραίες πίτες και πλέκει ωραία σεμεδάκια. Είναι χρυσή, γιατί έχει απίστευτη αντίληψη, αν και αυτοσαρκάζεται συνέχεια. Είναι χρυσή, γιατί έχει χιούμορ πολύ. Είναι χρυσή, γιατί η γιαγιά μου είναι ροκ!!!!!!
Και όλες οι γιαγιάδες είναι χρυσές για όλους. Όλοι κρύβουν στην καρδιά τους γλυκές παιδικές αναμνήσεις με τη γιαγιά να στέκεται στα πόδια της. Όλοι αγαπούν τη γιαγιά τους τώρα που μεγάλωσαν και τη βλέπουν ανήμπορη. Όλοι κρυφοκλαίνε, όταν θυμούνται τη γιαγιά τους που πέθανε.
Κι όποιος δε γνώρισε γιαγιά είναι δυο φορές ορφανός...

ΥΓ: μην την ξεχάστε την Κυριακή!

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Εχθροί και Φίλοι της ΖΩΗΣ: η ωραία κοιμισμένη

        Από μικρή μου μαθαίνανε πως πρέπει να έχω ωραίο σώμα, δλδ στητό κορμί, λουσαρισμένο, στολισμένο με φρου-φρου και αρώματα! Φορούσα τα φορεματάκια τα χαρωπά, ροζ κορδελάκια στα μαλλιά και κουβαλούσα τη χαριτωμενιά πάνω μου λες και γεννήθηκα μ’ αυτήν. Ήταν και τα πρότυπά μου ανάλογα. Μεγάλωνα με μία κούκλα διαστάσεων 90-60-90 με μία κλίμακα 1: 100 προς το δικό μου σώμα κατά προτίμηση σε αποχρώσεις σταρένιου δέρματος και πλατινέ μαλλιού. Μεγαλώνοντας όλοι γύρω μου με θαυμάζανε και με κάνανε να πιστέψω πως τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό στη ζωή από την ομορφιά.
         Στην τηλεόραση στην οποία πολλές φορές με πάρκαρε η μαμά μου έβλεπα κινούμενα σχέδια με πρωταγωνίστριες όμορφες και λυγερόκορμες κοπέλες σαν τις κούκλες μου. Είχανε αυτοκίνητο κάμπριο και αλλάζανε συνέχεια ρούχα, παπούτσια και αξεσουάρ. Αν δεν είχανε κάμπριο τότε επρόκειτο για πριγκίπισσες μιας άλλης εποχής που κατοικούσαν σε κάστρα με πολλούς φρουρούς και όμορφα παλάτια. Ό,τι φορούσανε έλαμπε και ήτανε από χρυσό και σμάλτο, σαν να ξεπηδούσανε από τα παραμύθια που μου διάβαζε η μαμά ή μου έλεγε η γιαγιά!
       Τα παραμύθια μιλούσαν για πρίγκιπες πάνω σε άσπρα άλογα και ροζ συννεφάκια. Συνήθως υπήρχανε και κάποιοι κακοί που ταυτόχρονα ήτανε άσχημοι, λες κι η ασχήμια είναι προνόμιο των κακών! Κι εγώ, ονειρευόμουνα κάθε βράδυ πως, όταν μεγαλώσω, θα γίνω μια όμορφη νεραϊδούλα ή μια αξιολάτρευτη γοργόνα που θα με θαυμάζουν όλοι για τη μοναδική και σπάνια ομορφιά μου. 
         Αργότερα, παρακολουθούσα μαζί με τη μαμά τα μεσημέρια ή βράδια που ήτανε κουρασμένη και ήθελε να «χαλαρώσει» κάτι εκπομπές που είχε συνέχεια νέες επίδοξες τραγουδίστριες και κατά έναν περίεργο λόγο είχανε απαξάπασες πολύ ωραίο και γυμνασμένο σώμα με γραμμωμένους κοιλιακούς και πάντα μακριά καλοχτενισμένα μαλλιά και φανταστικό πρόσωπο. Τραγουδούσανε ανάμεσα σε φώτα και στρας, όλα γυαλίζανε και δίπλα ήτανε μία επιτροπή που ενίοτε τις πρόσβαλλε αλλά δεν τις ένοιαζε και πολύ ή αν τις ένοιαζε έμπηγαν τα κλάματα σαν να η ζωή τους τελείωνε εκεί.
          Και όταν η μαμά έλειπε πολλές φορές έβαζα μόνη μου το cd να παίζει και έφτιαχνα τη βούρτσα για τα μαλλιά κρατώντας την ανάποδα μικρόφωνο και μιμούμουν όλες αυτές που έβλεπα με τη μαμά στις χαλαρωτικές-όπως έλεγε- εκπομπές. Και φορούσα τα τακούνια της, τα βραχιόλια και τα σκουλαρίκια της αλλά και το κατακόκκινο κραγιόν της. Κι αν καμιά φορά με έπιανε στα πράσα με θαύμαζε για τα κατορθώματά μου και το έλεγε περιχαρής στις φίλες της!
        Πολύ μετά, όταν πήγα στο γυμνάσιο είχε αρχίσει η μαμά να μου αγοράζει τα δικά μου καλλυντικά και αξεσουάρ και τακούνια και πήγαινα ανελλιπώς γυμναστήριο κάθε μέρα για να μπορώ να φοράω τα ξώκοιλα μπλουζάκια και να αρέσω στα αγόρια της τάξης μου. 
Κι όταν έγινα φοιτήτρια, δούλευα σε ένα καφέ ως «γλάστρα» στην πόρτα πάντα ντυμένη και περιποιημένη με προκλητικά ρούχα και στη σχολή μου πατούσα μόνο στις εξεταστικές για να μπορώ να βγάζω χαρτζιλίκι και να πληρώνω τα ρούχα μόνη μου και να μη ζητάω λεφτά συνέχεια από το μπαμπά. Και ήμουνα περήφανη που προόδευα με δικά μου λεφτά.
       Και όταν μεγάλωσα και παντρεύτηκα και έκανα παιδιά, πέτυχα το πιο σημαντικό πράγμα της μητρότητας σύμφωνα με όλα τα περιοδικά: έχασα τα κιλά της εγκυμοσύνης μέσα σε λιγότερο από 40 ημέρες. Σταμάτησα και το θηλασμό, γιατί ήτανε δέσμευση και δεν είχα χρόνο για τον εαυτό μου και για το γυμναστήριο. Έπρεπε να καταπολεμήσω το άγχος που μου δημιουργούσε η μεγάλη μου κοιλιά και φοβόμουνα μήπως ο άντρας μου άρχιζε να τρέχει πίσω από καμιά μικρούλα με επίπεδη κοιλιά.
Αργότερα, έβλεπα κι εγώ χαλαρωτικές εκπομπές τα μεσημέρια ή τα βράδια μετά τη δουλειά μαζί με την κόρη μου που συνήθως έκανε ένα διάλειμμα από το παιχνίδι με τις κούκλες με κάμπριο που τις αγόραζα για να παίζει και να μην της λείπει τίποτα. Τα βράδια πριν κοιμηθεί της διάβαζα παραμύθια με όμορφες πριγκίπισσες.

                    Κι έτσι αισθανόμουνα πως το είδος μας διαιωνίζεται επάξια!

 ΥΓ:  Δυστυχώς όμως άργησα να καταλάβω, γιατί δε βρέθηκε κανείς να μου το πει, πως το ανθρώπινο είδος διαφέρει από τα υπόλοιπα στους στόχους. Κοιμόμουνα τον ύπνο του δικαίου σαν μια ωραία κοιμωμένη για χρόνια, ώσπου κάποιος με ξύπνησε και μου ‘πε πως η ωραιότητα ανήκει περισσότερο στην ψυχή και η ομορφιά στο μυαλό και πως όλα αυτά που έμαθα να κάνω δεν ανήκανε απλά στη σφαίρα της φαντασίας, αλλά σε μια άλλη σφαίρα, αυτήν της ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑΣ.

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010

Αποφράδα μέρα!!!

Ώρα 13.30. Μόλις επέστρεψα σπίτι! Η μέρα δεν υποσχόταν και πολλά! Ήτανε κακή μαζί μου και επέμενε να μου το δείχνει από πρωί! Τρίτη και 13 Οκτωβρίου… δεν είμαι προληπτική, δεν ήμουν προληπτική! Κι αν κάποια σύννεφα απειλούσανε επίμονα τη μέρα μου από το πρωί, άλλο τόσο επέμενα κι εγώ να αδιαφορήσω! Δεν έδωσα και τόση σημασία. Ο ήλιος πάλευε να τα υπερνικήσει και τα κατάφερε! Ήθελα να βλέπω μια Ηλιόλουστη μέρα! Ή έτρεφα αυταπάτες? Μάλλον! Βάζω το κλειδί στην πόρτα και δεν προλαβαίνει να γυρίσει μια φορά. Το τηλέφωνο χτυπάει επίμονα… «Ορίστε!»… η γραμμή ανοίγει. Λαμβάνω ως απάντηση έναν θόρυβο πολύβουο κεκραμένο με αναστεναγμό! Επαναλαμβάνω: «Ορίστε», μα δε με ορίζει κανείς! Μετά από λίγα δευτερόλεπτα απαντά επιτέλους: «Γύρισες? Όλα καλά?», «ναι!  γιατί?» «Γιατί………………………………………………………………………………………………………………………………….»
ΣΚΟΤΑΔΙ!ΘΟΛΟΥΡΑ! ΣΥΓΚΡΥΟ! Ψάχνω να βρω πού πήγε η γη… Πριν από λίγο ήτανε σίγουρα κάτω από τα πόδια μου και τώρα έφυγε και μ’ άφησε να αιωρούμαι! Επί ξύλου κρεμάμενη! Από την άλλη μεριά της γραμμής κάποιος μιλάει αλλά έχω χάσει την αίσθηση της ακοής! Και της όρασης! Δε βλέπω τίποτε εκτός από σκοτάδι! Η γραμμή έχει κλείσει και «έχω πιάσει» πριν το χαρακτηριστικό τουτ τουουτ τουτ τουουτ  μόνο μια λέξη:
 ΨΥΧΡ-ΑΙΜΙΑ! Δεν ήτανε ανάγκη! Το αίμα είχε παγώσει ήδη! Ενεργοποιείται η μνήμη στο δευτερόλεπτο! Κάνω ένα flash back δέκα ημερών. Γυρίζω στην προηγούμενη Κυριακή, την ώρα που ήλιος ζητιάνευε κάτι ψίχουλα στο φως της μέρας και πεισματικά αρνιότανε να δώσει από νωρίς-νωρίς πια τη θέση στη σελήνη, παρά τις επιταγές του φθινοπώρου! Καταλαβαίνω πως χαμογελάω! Επίσης καταλαβαίνω πως το χαμόγελο οφείλει την ύπαρξή του στην αμηχανία, η οποία γεννάει πολλά παιδιά σε τέτοιες περιπτώσεις!
«Γιατί φεύγεις?» τον ρωτούσα επίμονα!
«Γιατί, βρε μωρό μου, έχω δουλειά. Πρέπει να μπω στο στρατόπεδο αύριο στις 6.00 το πρωί»
«Ναι αλλά εγώ σε περίμενα τόσον καιρό να έρθεις! Μόνο τόσο ήτανε?»
«Θα ξανάρθω! Να τώρα, θα είμαι κοντά από δω και πέρα! Πού νομίζεις ότι είναι η Σαλονίκη? Θα έρχομαι συνέχεια και θα κάνουμε βόλτες! Θα σε πηγαίνω με τη μηχανή όπου θέλεις, θα σε βγάζω έξω και θα σε κερνάω πορτοκαλάδα! Και μετά θα γυρίζουμε σπίτι και θα καθόμαστε μαζί! Θα κοιμόμαστε μαζί και θα παίζουμε! Ε?»
«Αλήθεια λες? Θα έρχεσαι τόσο συχνά?» (δεν το πίστευα μετά από τόσον καιρό που είχα να τον δω)
«Σου είπα εγώ ποτέ ψέματα? Αφού ξέρεις! Ένα κορίτσι έχω εγώ και το λατρεύω!»
Η αλήθεια είναι ότι δε μου είχε πει ΠΟΤΕ ψέματα! Απ’ τη χαρά μου που θα ήμασταν πια μετά από τόσο καιρό μαζί άρχισα τις παλαβομάρες! Γελούσα, Πετούσα, τον κυνηγούσα και με κυνηγούσε στην αυλή, με αγκάλιαζε, με έσφιγγε πολύ πολύ σφιχτά και μου έδινε τα δεύτερα σε γλυκύτητα φιλιά στον κόσμο μετά από αυτά της μαμάς!  
«Πρέπει να φύγω»
Ανέβηκε στη μηχανή, σαν καβαλάρης σύγχρονου παραμυθιού και έφυγε! Θυμάμαι την πλάτη του γυρισμένη, φορτωμένη με έναν σάκο, πάνω σε μια μηχανή μεγάλου κυβισμού, να παίρνει τη στροφή στην άκρη του δρόμου… και να χάνεται μαζί με το τελευταίο φως της μέρας.
Επιστρέφω απ’ το πισωγύρισμα του νου, και θέλω να απαντήσω στη γραμμή. Εξακολουθώ κι έχω το ακουστικό στο χέρι και πάω να το κολλήσω ξανά στο αφτί. Θέλω να πω: «Δεν γίνεται αυτό που μου λες! Δεν σε πιστεύω μαμά! Είσαι μια ψεύτρα! Εμένα μου το υποσχέθηκε! Και δεν μου έχει πει ποτέ του ψέματα, το ξέρω! Μου υποσχέθηκε πως θα είμαστε μαζί…». Πώς να το πω όμως? Αφού αυτό το «τουτ τουουτ» ήτανε ό,τι πιο αποθαρρυντικό γέννησε η τεχνολογία… 
        Είκοσι τρία χρόνια μετά, δεν ξέρω αν πίστεψα τη μαμά σε εκείνο το τηλεφώνημα! Ούτε οι εικόνες που έζησα , αν και ισχυρές,  δεν  με έκαναν να πιστέψω πως ήταν εκείνος! Ένα μαύρο μακρόστενο κουτί θυμάμαι, επτασφράγιστο σαν τα μυστικά που πήρε μαζί του! Η ά-μορφη πια μορφή του ήτανε (μας είπανε) συσκευασμένη, πακεταρισμένη, σαν κούτα έτοιμη…  για μετακόμιση?, για ταξίδι?, για  μετατόπιση?, για μετουσίωση?, για εξαΰλωση?, για ανάληψη? …πάντως όχι για ανάνηψη!
Δεν ξέρω πού πήγες, δεν ξέρω γιατί δεν ξανάρθες, δεν ξέρω γιατί αθέτησες την υπόσχεσή σου! Ξέρω απλά ότι δεν την κράτησες! Δεν ήρθες να με πάρεις να πάμε βόλτα, να παίξουμε με τις ρακέτες, ούτε να με κάνεις σουλάτσα με τη μηχανή μες στο χωριό. Δεν με ξανακέρασες ποτέ πορτοκαλάδα, ούτε και με έσφιξες ποτέ στην αγκαλιά σου για να μου δώσεις ένα ακόμα φιλί. Δεν ήρθες ξανά στο κρεβάτι μου να μου δώσεις το γάλα μου και να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά ώσπου να κοιμηθώ, ούτε εμφανίστηκες ποτέ ξανά στην αυλόπορτα του σχολείου για να μου κάνεις έκπληξη και να με πάρεις να πάμε σπίτι. Τραγούδια δε μού ‘βαλες ποτέ ξανά να ακούσω στο καινούργιο σου πικ-απ κι ούτε με ξανασύστησες ποτέ σε καινούργιους σου φίλους…
Κι αφού ποτέ δε μου είπες πού είσαι για να έρθω κι εγώ, αρνούμαι πεισματικά να σε ενοχλήσω την ώρα που λύνεις ασκήσεις στη χημεία. Κι ούτε θέλω να σου πειράξω το ποδήλατο πάλι. Κι άμα θες να μάθεις δε θα ξαναπεριμένω να γυρίσεις από την προπόνηση για να πάμε μαζί βόλτα. Κι ούτε θα έρθω να ξανατρυπώσω στο κρεβάτι σου, κάτω από τη ζεστή κουβέρτα την ώρα που βλέπεις ελληνική ταινία. Και δε θα σου κάνω τη χάρη να μοιραστούμε ξανά  τη φέτα με τη μαρμελάδα που έφτιαξες για σένα κι ούτε θα πιω κρυφά ξανά από τη ζεστή σου σοκολάτα! Να μάθεις άλλη φορά να με κοροϊδεύεις!
Είκοσι τρία χρόνια κι ακόμα να φανείς! Πού και πού μονάχα, εμφανίζεσαι- επισκέπτης απρόσκλητος- στα όνειρά μου! Μα δε μιλάς! Δε μου λες! Δε μου ζητάς μια συγνώμη! Μόνο με κοιτάς! Αφού το ξέρεις, το λέει κι ο λαός: «Μην τάξεις σε μικρό και σε χαζό». Εγώ μικρή μπορεί να ήμουνα. Χαζή όμως όχι. Κι εσύ μου έλεγες πως μ’ έβρισκες ώριμη για την ηλικία μου. Προτίμησες να με ωριμάσεις και μιαν ώρα αρχύτερα. Εσύ! Εσύ και το φευγιό σου! Που έπρεπε από τα 9 μου να νιώσω με τόσο  σκληρό τρόπο τι θα πει ΑΠΩΛΕΙΑ!
Μόνο η μακρόχρονη απουσία σου που επιμένει να υπάρχει με βάζει σε υποψίες πως, ίσως, και να ‘σουνα τελικά εσύ σ’ εκείνο το μαύρο μακρόστενο κουτί που θάψαμε κάτω απ’ τη γη, πως ίσως, εκείνη η αγγελία στην εφημερίδα που μιλούσε για το 21 χρονών παλικάρι που έπεσε θύμα τροχαίου εκείνη την «αποφράδα ημέρα», την Τρίτη 13 Οκτωβρίου το 1987 στην οδό Αγγελάκη  στη Θεσσαλονίκη, να αναφερόταν σε σένα, πως  ίσως, τα μοιρολόγια που έπλεκε η γιαγιά και τραγουδούσε ήταν για σένα. Ίσως ….
Εν τέλει ομολογώ  πως ναι,
σπείραμε το χώμα με το σώμα σου
και φύτρωσε η ανάμνησή σου,
δέντρο αειθαλές και αιωνόβιο…

ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ……ΠΟΣΟ ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ!!!!