Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταξίδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταξίδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

Φθηνοί Χριστουγεννιάτικοι προορισμοί!


-Τι θα κάνεις τα Χριστούγεννα?

-Ε δεν ξέρω ακριβώς. Χθες κοιτούσαμε κάτι πακέτα διακοπών για Λαπωνία

-Για Λακωνία;

-ΛαΠωνία!!!

-Α! ωραία! Για πες?

-Ε να δούμε επιτέλους αυτό το χωριό του Άη Βασίλη. Πολλές μέρες βέβαια, αλλά θα είναι κάτι διαφορετικό. Μόλις είδαμε τιμή, το ξανασκεφτήκαμε. Δε λέει! 2.500 για την πλάκα σου τα θέλεις. Με το μπάτζετ που λεν και στο χωριό μου ούτε ως τη Λακωνία πας…

-Και…

-Και είπαμε μήπως η Ισλανδία ακούγεται ωραίος εναλλακτικά χειμωνιάτικος προορισμός

-Αλλά…

-Αλλά δε βολεύουν οι ημερομηνίες με τα πιο φθηνά εισιτήρια

-Και αλλάξατε προορισμό?

-Ε ναι μωρέ! Πού να ψαχνόμαστε τέτοια ώρα για Ισλανδία? Λένε πως είναι φανταστικά τα Χριστούγεννα στη Νέα Υόρκη.

-Και…

-Ε τι και? Τελευταία στιγμή, τα εισιτήρια μόνο, πήγαν στο Θεό

-Ε βέβαια…

-Εναλλακτικά μετά είπαμε για καμιά Μπρατισλάβα, Βελιγράδι, να πάρουμε και το αυτοκίνητο

-Οδικώς δλδ…

-Ναι! Αλλά πολλές ώρες. Άσε που όταν το ξανασκεφτήκαμε, είπαμε πως θα ‘ναι  επικίνδυνα

-Εναλλακτική?

-Κανά Μπάνσκο, αλλά θα είναι εκεί και η κουτσή Μαρία. Κάτι με χαλάει. Πολυκοσμία, πανικός. Το αφήσαμε. Ίσως κανα Πήλιο. Ας πάνε τα λεφτά τουλάχιστον εντός χώρας

-Κλείσατε?

-Όχι!

-Γιατί?

-Γιατί θυμηθήκαμε ότι έχουμε ΔΕΗ, ΟΤΕ, Cosmote, Vodafon, ΤΕΒΕ, Τέλη κυκλοφορίας, Ασφάλεια Σπιτιού, Δάνειο, Ασφάλεια Κατοικίας, Ασφάλεια Αυτοκινήτων, τελευταία δόση Εφορίας, ΕΝΦΙΑ, Κοινόχρηστα, πετρέλαιο,  Ασφάλεια Επαγγελματικής Στέγης και είπαμε να πάμε τελικά μέχρι το Καϊμάκτσαλαν που είναι και δίπλα για έναν καφέ (της παρηγοριάς) το πρωί και να γυρίσουμε σπίτι να φάμε παραδοσιακά και οικογενειακά όλοι μαζί…

-Γιατί? Σου είπε κανείς πως μετά από όλα αυτά, θα ‘χεις λεφτά για βενζίνη μέχρι το Καϊμάκ?

-????!!!!!!!

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Δεν σκέφτομαι και γράφω!

Όχι δεν σκέφτομαι. Τι να σκεφτώ? Αφού εδώ και μέρες δεν διαθέτω μυαλό. Εκείνο το μέσο, τη βασική προϋπόθεση της ανθρώπινης υπόστασής μου, που υπαγορεύει στο χέρι να αναλάβει δράση και να αποτυπώσει στο χαρτί.... Λείπει. Ταξιδεύει. Παίρνει μία νοερή βαλίτσα, πετάει βιαστικά δυο ρούχα μέσα, άλλα δροσερά, άντε και καμιά πιο ζεστή ζακέτα και φεύγει... Ταξιδεύει σε σημεία του καιρού ανύπαρκτα, από εκείνα που θέλουνε διαβατήριο τα όνειρα. Και να σου πω, ούτε και το ρωτάω πάντα πού πάει. Όπου θέλει. Το αφήνω λάσκα. Άλλωστε εν τη γενέσει του ελεύθερο είναι.  Ενίοτε όμως παλινδρομεί στο χρόνο. Πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω... εκνευριστικά, σαν να περιμένει τη γέννα έξω από το μαιευτήριο. Πετάει, παραπατάει, περπατάει, μα σίγουρα δεν πατάει. Θέλει να ανασυνταχτεί μερικές φορές όμως. Αναγνωρίζει το πρόβλημα, δλδ το ήμισυ της λύσης. Προσπαθεί να συγκεντρωθεί, να μαζέψει τα κομμάτια του. Σ’ αυτό μοιάζουνε με την ψυχή μου. Θρυμματισμένη μερικές φορές κι εκείνη η καημένη αποπειράται να συμμαζωχτεί. Και τα δυο τους, τρελό πανηγύρι. Κομμάτι από δω, κομματάκι από κει, σαν να παίζουνε μόνα τους παζλ. Και μετά, ο γύψος ή ο νάρθηκας. Να κολλήσουν και να γίνουν, όπως πριν. Ένα. Σ’ εκείνη τη φάση συνδράμει, υποτίθεται, η γλώσσα. Η έκφραση. Ο λόγος. Θέλω να αρθρώσω λέξεις, να μιλήσω, να πω λεξούλες, κουβεντούλες. Απλές. Όχι δύσκολες. Να συντάξω απλώς τους βασικούς όρους. Τα υποκείμενα με τα κατηγορήματα. Και τις κατηγορίες. Μπα! Δεν με ακούει η άρθρωσή μου. Τα φωνήεντα μένουνε άφωνα και τα σύμφωνα δεν συμφωνούν με τίποτα μαζί μου σήμερα. Άναρθρα, μου λένε, είναι καλύτερα. Κραυγές, οιμωγές, βογγητά. Έτσι. Πρωτόγονα. Σαν να θέλει η εξέλιξη να γυρίσει το χρόνο πίσω. Η θεωρία του Δαρβίνου απ’ την ανάποδη. Δεν θα πιέσω ούτε το μυαλό μου, ούτε τη μύτη από το μολύβι απόψε επάνω στο χαρτί. Απλά θα παριστάνω μόνο τη χοάνη. Και θα ρουφώ με τα μάτια μου ό,τι βλέπω και παρατηρώ μέσα στο γεμάτο από βιβλία δωμάτιό μου. Και θα ερωτοτροπώ. Με το χαρτί, με το στυλό, με τις ράχες από τα πολυκαιρισμένα μου βιβλία, με το μυαλό. Εκείνο που δεν έχω. Αλλά θα το στύψω, κι ας μην το ‘χω εδώ. Κάποια στιγμή θα θυμηθεί τον πρόγονό του τον Οδυσσέα και θα γυρίσει πίσω. Για να σκεφτώ και να γράψω...Τι στο καλό? Αφού συνεχώς οι ιδέες στο κεφάλι μου στριφογυρίζουν στο λεπτό σαν να βρίσκονται μέσα σε πλυντήριο...και σβουρίζουν!
Σήμερα τι έπαθαν?

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

θα πάει μακριά η βαλίτσα?

Γεια σας! Να σας συστηθώ: Είμαι ο Σκουντούφλης! Πολύ σκουντούφλης όμως! Σκουντουφλάω όλη την ώρα. Και να πω ότι συμβαίνει μόνο το πρωί με το άλλοθι του ματιού που δεν άνοιξε...πάει κι έρχεται! Εδώ μιλάμε για σκουντουφλιά μεσημεριανή και δεκατιανή και απογεματινή και βραδινή και ειδικά νυχτερινή! Κι αν δεν έχω πέσει πάνω σε τραπέζια. Οι γωνίες –εκτός από τις αγωνίες- είναι οι αγαπημένες μου! Πάνω σε ντουβάρια... Ένα εγώ και ένα εκείνο ξέρετε τι μας κάνουνε? Τρελό δίδυμο!  Σκαλώνει η φούστα μου στο κλειδί της πόρτας. Χτυπάει το πόδι μου. Μου γλιστράει το τυροπιτάκι που πήγα να ξεκλέψω για δεκατιανό και μου πέφτει στο πάτωμα. Τότε θυμάμαι τον Αλχημιστή αντίστροφα: «Όταν όλο το σύμπαν συνωμοτεί να μην φας κάτι, μην το πιέζεις! Άστο! Δεν είναι γραφτό του να το φας!» Χύνω τον καφέ από το μπρίκι, γιατί θυμήθηκα να σαπουνίσω το πλακάκι του πάγκου πίσω από το γκαζάκι ή ρίχνω το ποτήρι με το κρασί πάνω στο τραπέζι της ταβέρνας, γιατί πήρα πρωτοβουλία –που να μην έπαιρνα- να ανακατέψω τη χωριάτικη! Καμιά φορά από τη βιασύνη μου –ε από τι άλλο-  γλιστράω κιόλας!
Τι κι αν μου λέει η κυρία Μάρθα: «Εσύ κορίτσι μου, αλλού πατάς κι αλλού βρίσκεσαι...» μεταξύ αγάπης και θαυμασμού για την υπερκινητικότητά μου?  Σχήμα λόγου, κυριολεξία και μεταφορά κι όλα τα άλλα σχήματα λόγου μαρτυρούν την ατσαλιά μου. Και τσατίζομαιαιαιαιαιαιαι........ Διότι, όποιος βιάζεται σκοντάφτει! Αλλά, γιατί βιάζομαι, δεν έχω καταλάβει ακόμη! Και πότε θα με μάθω επιτέλους?
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η βαλίτσα! Ξεκινάω να την αδειάσω άρτι αφιχθείσα γαρ από το τελευταίο μου ταξίδι, και βγάζω από μέσα το νεσεσέρ να το πάω στο μπάνιο. Θα δω τη μπανιέρα με άλατα στον πάτο. Θα γυρίσω γρήγορα να της ρίξω λίγη χλωρίνη. Αλλά θυμάμαι ότι πρέπει να ανεβάσω τις τέντες από το μπαλκόνι μου και βλέπω ότι τα λουλούδια μου χρειάζονται απεγνωσμένα νερό και βρίσκομαι με ένα ποτιστήρι στο χέρι. Για κάποιο λόγο τα χάνω, δεν ξέρω πού να πρωτογυρίσω, μου πέφτει το ποτιστήρι, στάζω στο τραπεζομάντηλο ή πάνω στο παντελόνι μου. Περνάω αμέσως μέσα από το σαλόνι, αλλά το άτιμο το μάτι μου κλεφτά  πιάνει ένα cd ξέμπαρκο πάνω στο τραπεζάκι. Το αρπάζω να το συμμαζέψω στο κουτί με τα υπόλοιπα cd, αλλά πιο πέρα πάνω στο γραφείο έχω τους λογαριασμούς με τις εκτυπωμένες αποδείξεις που θέλουνε επισύναψη και παρεμπιπτόντως τις κοιτάζω λίγο λοξά. Τότε, ανοίγω το συρτάρι να πάρω το συρραπτικό για να τις συρράψω και διαπιστώνω ότι παραδίπλα του είναι οι φωτογραφίες που κάποια στιγμή πρέπει να περάσω στο άλμπουμ! Και ναιαιαι!! Ήγγικεν η ώρα! Πότε νομίζεις ότι θα το κάνω αυτό? Και φυσικά όλα αυτά θα γίνουνε μαζί με τιμήματα. Γυρίζω από δω, γυρίζω από κει, pivot στο ένα πόδι σαν άξονας περιστροφής χωρίς να υπολογίσω ούτε το χώρο ούτε τον χρόνο. Και πάρε να ‘χεις: ποδαράκια γεμάτα μελανιές, χεράκια όλο γρατσουνιές, κοψίματα, εγκαύματα κ.ά.ό. διότι από τη σβελτάδα μου κάπου θα σκαλώσω...

 Η βαλίτσα βέέέβαια! Χάσκει ακόμα ανοιχτή...

Φραστ, φρουστ εγώ διασχίζω το σπίτι με βήματα γρήγορα! Ότι θα πέσω σε καμιά πόρτα αυτό είναι στάνταρ! Αλλά θα συμμαζέψω και το βιβλίο της γραμματικής που έχω αφημένο στο πάτωμα –ναι εγώ εκεί βάζω τα βιβλία μου, θες κάτι?- αλλά θα θυμηθώ παρεμπιπτόντως να κατεβάσω τα άπαντα του Τριανταφυλλίδη από τη βιβλιοθήκη για να βρω τι έχει πει για εκείνο το γραμματικό φαινόμενο που έψαχνα για μία εργασία μου!

Η βαλίτσα στο μεταξύ, ναι, περιμένει. 

Δεν έχει αδειάσει ακόμη. Θα βγάλω τα ρούχα να τα πάω στη ντουλάπα η οποία για κάποιον ανεξήγητο λόγο είναι άνω-κάτω και γι’ αυτό πρέπει να βάλω σε τάξη τις φούστες και τα σορτσάκια μου. Ναι, εκείνη την ώρα το θυμήθηκα! Εσύ πάλι τι θες? Στο μεταξύ περνώντας από την κουζίνα, αν δεν ανοίξω φύλλο για καμιά πίτα –το ‘χω κάνει, πίστεψέ με- παίζει να φτιάξω κανα κέικ όχι για να το φάω, αλλά έτσι, για να το μοιράσω στη γειτονιά μου, λες και θα σχωρεθούν τα ποθαμένα μου!

Η βαλίτσα εκεί! Βράχος! 

Πρέπει να βγάλω και τα άπλυτα! Στη φόρα ναι, αλλά και από τη βαλίτσα.  Γρήγορα τρέχω (γιατί?) στο μπάνιο στο καλάθι των απλύτων! Και στέκομαι μπροστά και λέω: «Δε βάζεις ένα πλυντήριο? Ευκαιρία είναι!». Έλα όμως που δεν μπορώ να βλέπω τις μισές τρίχες της κεφαλής μου πάνω στα πλακάκια του μπάνιου και τρέχω (πάλι) να φέρω την ηλεκτρική. Το συμπέρασμα είναι: να δουλεύει ηλεκτρική (σκούπα), πλυντήριο και ηλεκτρική κουζίνα ταυτόχρονα που σημαίνει: Α. ότι η σύγχρονη νοικοκυρά έχει ψευδαίσθηση για τις δουλειές που κάνει. Τα κάνει όλα η τεχνολογία. Αυτή είναι απλά ο ηθικός αυτουργός πατώντας κουμπιά και Β. Ότι στο σπίτι μου μέσα σβουρίζουνε και σφυρίζουνε τα πάντα!

Η βαλίτσα περιμένει! 

Κατά τα άλλα νοικοκυρά σου λέει! Εγώ χασομερώ. 

Η βαλίτσα βαριέται! 

Κι εγώ λέω: «Αφού σε τρεις μέρες θα ξαναφύγω! Ααα! Προορισμό δεν ξέρω! Μην με ρωτάς! Ξέρω μόνο ότι μου αρέσει να φεύγω! Και φεύγω! Και μονολογώ! Δλδ συσκέπτομαι με το alter ego μου και αναρωτιέμαι: Μήπως να μην την αδειάσω και να την αφήσω σε μια γωνιά ετοιμοπόλεμη? Ε?»
Ορίστε! Γι’ αυτό βιάζομαι. Γιατί απλά δεν έχω μάθει να κάθομαι. Γι’ αυτό βιάζομαι! 

...Για να φύγω... Δε με χωράει ο τόπος. Κι όλο «σκοντάφτω» με τις βιαστικές μου κινήσεις. Κι όλο «πέφτω σε ολισθήματα». Κι όλο «κάνω λάθος κινήσεις» και τελικά «πέφτω κάτω και γκρεμοτσακίζομαι»! Και «τρώω τα μούτρα μου»! Αλλά το σοφό γνωμικό τι λέει? «Δεν έχει σημασία αν έπεσες, αλλά το αν θα ξανασηκωθείς!»
Και ναι, τελικά είμαι Όρθια... (άσχετα αν τελευταία «κοιμάμαι όρθια»!)