Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκκλησία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκκλησία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

Χαίρε νύ(μ)φη ….Ανύμφευτε!

Μια εβδομάδα έμεινε! Τα κανόνισα όλα! Κομμωτήρια, spa, μανικιουρίστα αλλά δεν κατέληξα σε ένα πράγμα: τι θα φορέσω? Πάλι στέκομαι με ανοιχτό το στόμα, σαν το χάνο, μπροστά στη ντουλάπα μου. Ρούχα! Ρούχα! Ρούχα! Παλεύουν μεταξύ τους να κρατήσουν μια περίοπτη θέση: Κάθε φόρεμα σε διαφορετική κρεμάστρα, κάθε φούστα σε ξέχωρο γαντζάκι για να μην επισκιάζεται από τη διπλανή της, κάθε είδους μπλούζα σε ξεχωριστό συρτάρι. «Όχι! Δε γίνεται! Παρ’ όλ’ αυτά ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙ ΝΑ ΒΑΛΩ (για άλλη μια φορά): το μωβ το μίντι ή το άσπρο το μίνι φόρεμα με τις παγιέτες? Μήπως το λαδί ντραπέ? Αποκλείεται! Μου κάνει περιφέρεια! Ο ταφτάς? Μπα! Πολύ γελοίος να σέρνεται στο τσάμικο σαν τη μοίρα της φουστανέλας! Είναι πιο περήφανο ύφασμα!! Καλά λέω ότι δεν έχω τι να φορέσω: Θα κατέβω κέντρο να αγοράσω καινούργιο φόρεμα: Οι εκπτώσεις ακόμα δεν τελείωσαν (επιχείρημα 1ο). Τι στο καλό? Η ξαδέρφη μου παντρεύεται. Μία φορά γίνεται όλο αυτό (επιχείρημα 2ο). Και στο κάτω-κάτω δουλεύω σαν το σκυλί ολημερίς, γυναίκα είμαι, δικαιούμαι να κάνω ένα δώρο στον εαυτό μου (επιχείρημα 3ο)…. Εσωτερικός μονόλογος με θέα τη ντουλάπα ΤΕΛΟΣ!
        Δεν ξέρω τι συμβολίζει ο Σεπτέμβρης για τους άλλους. Εγώ μια φορά κάθε Σεπτέμβρη τραβιέμαι όλα του τα Σαββατοκύριακα και σε έναν γάμο: το προσωνύμιό μου? «Βασίλω». Από το «όπου γάμος και χαρά…»
        Η βδομάδα που έρχεται είναι η τελευταία πριν το γάμο! Κι αν δεν έτρεξα μαζί με την ξαδέρφη  μου, να βοηθήσω! Είχε τόσα πράματα να ετοιμάσει για τον λαμπρό της γάμο! Μέχρι και οι τελευταίες λεπτομέρειες προσεγμένες: έμαθα πολλά: ότι όλα έπρεπε να έχουν ένα «θέμα»: στην περίπτωση της ξαδέρφης μου το λευκό με το λιλά. Κι έπρεπε όλα να είναι ξεχωριστά, ωραία, απλά, λιλά… Έψαχνε δλδ την ξεχωριστή ωραιότητα του απλού σε χρώμα λιλά!  
 Για τα προσκλητήρια φάγαμε άπειρες ώρες στο τυπογραφείο, αν έπρεπε να είναι τετράγωνα ή τρίγωνα με ή χωρίς κορδελάκι λιλά (πάντα) στο πλάι ή στο κέντρο του φακέλου. Στο κέντρο χρειαστήκαμε άλλο ένα δίωρο για το αν τα μαχαιροπήρουνα θα θέλε να είναι με ρίγα χρυσού ή όχι, και για το πώς θα καθίσουν οι καλεσμένοι στα τραπέζια, στο κομμωτήριο πήγαμε τρεις φορές τουλάχιστον για να αποφασίσει αν θα έχει τα μαλλιά της μαζεμένα ή κάτω, με πέπλο ή χωρίς κι άλλες τέσσερις, αν δεν απατώμαι, φορές πήγαμε στην αισθητικό, για καθαρισμό προσώπου, μασάζ χαλάρωσης, νύχια χεριών, ποδιών και αποτρίχωση. Ο στολισμός μας στοίχισε άλλες τρεις επισκέψεις στο ανθοπωλείο, τα δώρα του κουμπάρου δύο ολόκληρα απογέματα σουλάτσα στην αγορά, το αυτοκίνητο που θα τη συνόδευε στην εκκλησία τηλεφωνήματα δύο ωρών γνωστών φίλων με καλό κομπόδεμα, γιατί το φιεστάκι του μέλλοντα άντρα της δεν ενδείκνυται για γάμο. Ο Dj δυσεύρετος, γιατί είχε κι άλλο γάμο, κλεισμένο από πέρσι,  η τούρτα στο ζαχαροπλαστείο μας πήρε μια μέρα να δοκιμάζουμε γεύσεις με πορτοκάλι ή μύρτιλο, τα παπούτσια τελικά τα παραγγείλαμε δύο μήνες πριν και κάναμε δύο επισκέψεις για να τα προβάρει και γενικώς όλο αυτό το τελευταίο δίμηνο αισθανόμουνα να έχουμε παντρευτεί εμείς μεταξύ μας, αφού τον αρραβωνιαστικό της δεν τον έβλεπε ούτε το βράδυ από την κούραση! Ετοιμασίες Γάμου γαρ!
        Χθες είχαμε και το bachelor! Πολύ κέφι! Κι εκείνος όμως καλά πρέπει να πέρασε! Είχε και πικάντικη συνέχεια το πάρτι τους…. Και δικαιολογούνται ως Άντρηδες που λέει και η γιαγιά μου! (μην ξεράσω!)
Τρεις  μέρες μείνανε… Σκέφτομαι πως πρέπει να είμαι εκεί, να κερνάω, να πλένω ποτήρια, να μου εύχονται «Και στα δικά σου!» και σαν το γύφτικο σκεπάρνι να λέω «Ευχαριστώ». Αλλά καθώς ανεβαίνω τις σκάλες ακούω κλάματα με λυγμούς και κόσμος με τα δώρα στο χέρι κατεβαίνει τις σκάλες άλαλος!
«Τι έχεις ?Τι? Πώς? Δεν σε θέλει πια? Το ξανασκέφτηκε? Σ’ αγαπάει αλλά δε νιώθει έτοιμος να σε παντρευτεί? Ήθελε να σου το πει εδώ και καιρό αλλά δεν ήξερε τον τρόπο? Και τον βρήκε εν τέλει τρεις μέρες πριν? Κατάλαβε ότι δεν είναι έτοιμος για κάτι τέτοιο? Και θεωρεί και καλό που έγινε τώρα παρά αργότερα μέσα στο γάμο με παιδιά? Θα του λείψεις πάντως? Δεν θέλει να στεναχωριέσαι?.....
Τι λέτε ρε παιδιά? Για σταθείτε λιγάκι? Εσύ ρε ξαδέρφη δεν κατάλαβες τίποτα? Είναι δυνατόν όλον αυτόν τον καιρό να μην πήρες χαμπάρι? Έπεσες μήπως με τα μούτρα στις ετοιμασίες του γάμου, γέμισες την βιβλιοθήκη σου με περιοδικά «ΠΑΝΤΡΕΥΟΜΑΙ», «ΝΥΦΗ», «ΓΑΜΟΣ», τόσα πράγματα διάβαζες και δεν ένιωσες το παραμικρό για το τι μπορεί να σου επιφυλάσσει η μοίρα? Είσαι άμοιρη των ευθυνών σου? Εγώ πάλι γιατί δε σε πιστεύω? Πώς είναι δυνατόν η σχέση σου να πιάσει πάτο και να μην το πάρεις είδηση? Μήπως δεν ήθελες να το πάρεις είδηση? Μήπως έκανες τα στραβά μάτια γιατί ο περίγυρος σου επέβαλε με τον τρόπο του τα «πρέπει», τα «παντρέψου», τα «δείξε», τα «προχώρα στη ζωή σου»? Μήπως ο τίτλος της «Γεροντοκόρης» σε φόβιζε περισσότερο από έναν ενδεχόμενο τίτλο «ζωντοχήρας», «χωρισμένης» whatever? Μήπως εν τέλει για να έφτασε σε αυτό ο τέως (προ μερικών ωρών) υποψήφιος γαμπρός σκέφτηκε κάτι πιο ώριμο (Θεέ μου πού φτάσαμε!? να τον λέμε και ώριμο!) που εσύ αδυνατούσες? Μήπως δεν φταίει αυτός (Θεέ μου, πού φτάσαμε!? να λέμε δε φταίει! δις!) ή τουλάχιστον μόνον αυτός αλλά και εσύ, γιατί σε μία σχέση φταίνε πάντα και οι δύο?
Το ξέρω! Δεν είναι καιρός για επίρριψη ευθυνών, δεν είναι καιρός για «κατηγορώ» πόσο μάλλον τόσο δριμύ. Η ώρα είναι για παρηγοριά! Έχουμε καιρό για να κατηγορήσουμε. Όταν ο θυμός και η πίκρα σου φύγουν,  σου υπόσχομαι τη θέση τους να την πάρει το φτυάρι: κι εκείνη η πεθερά σου μήπως έβαλε με τον τρόπο της το χεράκι της? Οιδιπόδειο είναι αυτό! Ένιωθε να απειλείται από την παρουσία σου! Αμ η κουνιάδα σου! Σου έκανε την καλή αλλά τα σιγανά ποταμάκια να φοβάσαι! Κι ο πεθερός σου δε λέω, καλός, δε μιλάει πολύ αλλά μεταξύ μας είμαι σίγουρη πως άλλα όνειρα είχε για τον κανακάρη του. Σαν να σε έβλεπε λίγο ανταγωνιστικά ότι του πήρες το γιο ή μου φαίνεται?
Να μη σε ενοχλώ άλλο. Ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός! Δε βαριέσαι! Κανείς δε χάνεται! Θα βρεις άλλον! Τι στο καλό! Ωραία κοπέλα είσαι, όμορφη, μορφωμένη, έξυπνη, τη δουλειά σου την έχεις, το αυτοκινητάκι σου, το σπίτι σου. Είσαι ρε παιδί μου ανεξάρτητη!!!»
Φεύγω! Αισθάνομαι περισσή σε αυτό το σπίτι, που όπως χαρακτηριστικά λένε «Έπεσε φωτιά και το έκαψε», όπου όλοι ασχολούνται με το κακό που βρήκε την κοπέλα, όπου όλοι βρίζουν το γαμπρό και το σόι του ο οποίος παρεμπιπτόντως μέχρι το μεσημέρι και πριν την αναγγελία της ΘΑΡΡΑΛΕΑΣ του απόφασης ήταν ο πιο κατάλληλος για την ξαδέρφη μου! Τι να πουν κι οι άνθρωποι? Αφού έπρεπε να υποστηρίξουν την επιλογή της κόρης τους. Τι βγάζουν άραγε τέτοιου είδους ώρες? Αποκαλύπτουν την προσποίηση των γονιών όσον  καιρό τα πράγματα δείχνουν καλά ή μήπως το αίσθημα της αυτοσυντήρησης και το σύνδρομο της κουκουβάγιας οδηγεί στην υπεράσπιση και προστασία της εκτεθειμένης κόρης? Και ο περίγυρος την οικτίρει! Την κοιτάζει με ύφος περίλυπο και στην προσπάθειά του να την παρηγορήσει της πετάει κι ένα: «Δε λες που έγινε τώρα κι όχι μετά το γάμο με κανά παιδί να την πληρώσει?». Μάλιστα! Πού φτάσαμε κύριοι! Να του πούμε κι ευχαριστώ! «Το μή χείρον βέλτιστον» και «ο Θεός να σε φυλάει» δηλαδή!
Όμως έχω κι εγώ τις απορίες μου! Τόσος ντόρος, τόση φασαρία για αυτόν τον γάμο ένα χρόνο πριν! Τόση σημασία στη λεπτομέρεια, τόσο άγχος για το «θέμα» λευκού-λιλά! Τόσο άγχος για τον κύριο dj, τόσα λεφτά για το νυφικό, για τις λίστες γάμου, για το μενού και το τι θα φάει ο κόσμος, θα ευχαριστηθεί ή θα παραπονεθεί? Θα καθίσουν στα τραπέζια με τη σειρά? Θα καλέσουμε αυτόν ή τον άλλον για να μην παρεξηγηθεί ο τάδε ή ο δείνα? Εκείνον δεν τον θέλουμε αλλά μας κάλεσε και πρέπει να τον καλέσουμε. «Εσύ μη μιλάς» λέει ο μπαμπάς στην κόρη «Εσύ παντρεύεσαι αλλά εγώ παντρεύω. Τι? Δε θα καλέσω τους φίλους μου? Παιδί παντρεύω!». Φυσικά εσύ βγάζεις το σκασμό! Δεν σου δίνουν επιλογή! Αν τους αφήσεις να κάνουν αυτό που θέλουν θα ησυχάσεις. Θα περάσουν τα χρόνια και ουδείς θα θυμάται τίποτις! Αν δεν τους αφήσεις, μια ζωή θα σου το κοπανάνε!
 Αυτά είναι λοιπόν τα διλήμματα και τα τριλήμματα του γάμου! Γάμος = το πανηγυράκι της μιας ημέρας! Βλέπουμε το δέντρο και όχι το δάσος! Ποτέ δεν άκουσα την ξαδέρφη μου να την απασχολεί το παραπέρα, ποτέ δεν άκουσα και δεν είδα τόσες εκπομπές για το θεσμό του γάμου, όσες άκουσα για το στήσιμο ενός λαμπρού γάμου, δηλαδή του πανηγυριού! Δεν απασχολούν οι αρχές, η πάλη με τον άντρα σου, η επικοινωνία του ζευγαριού, οι αναπόφευκτοι καβγάδες και πώς αυτοί θα καταλαγιάσουν. Κανείς δε μιλάει για την ανατροφή των παιδιών, τη μοιρασιά των υποχρεώσεων ή τη συνεργασία, την υποχώρηση, την παραχώρηση, την κατανόηση, την αγάπη, τη φροντίδα και τον παραγκωνισμό του εγωισμού.
Τα περιοδικά του γάμου μιλάνε για κουφέτα, για μονόπετρα, για λιμουζίνες, για πυροτεχνήματα, για νυφικά, για ονειρικά ταξίδια του μέλιτος, για coif, για μανικιούρ, για spa, για δεξιώσεις σε υπερπολυτελή ξενοδοχεία με πισίνες και γκαρσόνια με Papillion, για στολισμούς εκκλησίας και άλλα είδη βιτρίνας και περιτυλίγματος, για το «φαίνεσθαι» και όχι για το «είναι».
Φεύγω από της ξαδέρφης μου το σπίτι με ένα παράξενο συναίσθημα: με έχει πιάσει σύγκρυο! Τζάμπα το φόρεμα που αγόρασα και το κομμωτήριο που έκλεισα (ο καθείς με τον πόνο του!). Αφήστε που έχασα και την ευκαιρία της ευχής: «Και στα δικά σου!». Πού θα βρω άλλη τέτοια?
Περπατάω στο δρόμο και εντελώς συνειρμικά μου έρχονται στο μυαλό ένα σωρό γάμοι στο παρελθόν. Τότε που οι γάμοι δεν είχανε «θέματα» σε αποχρώσεις του λευκού και του λιλά ή ό,τι άλλο. Τότε που κανένα από τα ξαδέρφια μου τα μεγάλα δεν αγόρασε μονόπετρο δαχτυλίδι για να κάνει πρόταση γάμου στη νυν γυναίκα του, τότε που μου έδιναν προσκλητήρια χωρίς ονόματα επάνω και απλώς γύριζα με άλλα κορίτσια της ηλικίας μου σε όλο το χωριό και τα μοίραζα καλώντας όλους τους συγχωριανούς στο γάμο, τότε που το γλέντι γινότανε στις αυλές των σπιτιών με δανεικά τραπέζια και καρέκλες από το καφενείο του χωριού, τότε που όλες οι θειάδες καθαρίζανε τρεις μέρες πατάτες και μαδούσανε χωριάτικα κοτόπουλα και έπαιρνε καθεμιά από ένα ταψί στο σπίτι της και  το έψηνε και μετά τα βάζανε στο υπόστεγο της αυλής για να προσφέρουν στον κόσμο που ερχότανε για να δωρίσει και να ευχηθεί και που ακριβώς δίπλα έβαζαν κάτι τεράστια βαρέλια με πάγο και μέσα τις μπύρες και τις ρετσίνες και τότε που όλοι τρώγανε το κλασικό μενού με το κρύο κοτόπουλο και την προ ωρών ψημένη πατάτα φούρνου αλλά τότε που κανείς από τους καλεσμένους δεν παραπονιότανε για το «κρύο» φαγητό, τότε που καλούσαμε οργανοπαίχτες live, ολοζώντανους δλδ και δεν είχαμε πίστες με φωτορυθμικά αλλά  για βάθρο μια καρότσα (πλατφόρμα) από το τρακτέρ και τότε που πηγαίναμε τη νύφη και τον γαμπρό στην εκκλησία χορεύοντας με μια μπύρα στο χέρι και δε νοικιάζαμε λιμουζίνες αλλά για να διανύσουμε μια απόσταση 100 μέτρων κάναμε και δυο ώρες και καθυστερούσαμε χωρίς άγχος και νεύρα του παπά επειδή ακολουθούσε άλλος γάμος… τότε..
Δηλαδή τότε ήταν όλα ιδανικά? Τότε δεν θεωρούνταν πανηγύρι? Φυσικά! Ε τότε τι? Γιατί το εξιδανικεύω? Μήπως οι γάμοι τότε δεν είχαν προβλήματα? Μήπως ο κόσμος που παντρεύτηκε τότε δε χώριζε ή δε χωρίζει? Χωρίζει αλλά με άλλη συχνότητα! Αυτό είναι το θέμα? Δεν ξέρω!
Το πανηγύρι του τότε χάθηκε στα βάθη του χρόνου γιατί άλλαξε η κοινωνία. Ούτε οι νύφες είναι οι ίδιες ! Όχι αυτές με τα νυφικά! Εκείνες που ήταν σύζυγοι εντός σπιτιού, χωρίς πτυχία, χωρίς τουπέ, χωρίς αμανέ (υψηλό). Εκείνες που επέτρεπαν τον άντρα τους να είναι πιο πάνω από αυτές. Οι σημερινές νύφες έχουν σπουδάσει, έχουν καριέρα, έχουν μόρφωση ακαδημαϊκή, μα χάνουν στα σημεία. Δεν τίθενται «Υπό του Ανδρός», δεν Υποανδρεύονται», δηλαδή δεν «παντρεύονται»! Κι αυτός ο καημένος (Θεέ μου, πού φτάσαμε!? τρις! να είναι και καημένος) πώς να μη φύγει, αφού άλλα του τάξανε! Του είπανε πως αν «νυμφευθείς», θα έχεις ό,τι είχες με τη μάνα σου στο σπίτι κι άλλα τόσα… κι εκείνος τότε αποφάσισε πως έπρεπε να αφήσει τη νύφη ανύμφευτη έστω και τρεις μέρες πριν το πανηγύρι του γάμου!

Κυριακή 29 Αυγούστου 2010

Στου παναΰρ’



Τόσοι Άγιοι, άλλοι τόσοι Όσιοι, Μεγαλομάρτυρες, Απόστολοι, Εκκλησίες, εκκλησιές, εκκλησάκια, μονές, μοναστήρια, χωριά και χωριουδάκια με έναν πολιούχο ή με δύο εκκλησιές, ή δυο ξωκλήσια. Με μια αφορμή και μια γιορτή. Ένα λαϊκό πανηγύρι…
        Η τσίκνα από τις καντίνες πλαισιώνουν τις εκκλησιές και η καμένη ζάχαρη από τα «επίδοξα» μαλλιά της γριάς σε προϋπαντούν στο πανηγύρι. Γυρολόγοι σε πλευρίζουν ή στήνονται αδιακρίτως και  ευθαρσώς μπροστά σου επιβάλλοντάς σου να ρίξεις μια ματιά στην πραμάτεια τους, η οποία πλούσια και φθηνή, πλαστική και εμφανώς Β’ διαλογής φιγουράρει πάνω στους ξύλινους πτυσσόμενους πάγκους. Αλλά τη ρίχνεις τελικά τη ματιά! Εκείνοι το απαιτούν, εσύ συνωμοτείς. Περπατάς και περιδιαβάζεις χαϊδεύοντας με το βλέμμα σου ακόμη και πράματα που φύσει και θέσει δεν εμπίπτουν στα ενδιαφέροντά σου. Χαζεύεις κάθε λογής καροτσάκια για παιδικές κούκλες, αυστηρώς ακατάλληλα για ενηλίκους, κουζινικά για εκκολαπτόμενες νοικοκυρές ετών εννέα και κάτω! Πιο πέρα κοκαλάκια, βραχιολάκια, κλαμεράκια και αλυσίδες για το πόδι ή το χέρι. Πιο κει πάλι κουβέρ-λι και πετσέτες πολύχρωμες και παραδίπλα κατσαβίδια, σφυριά και πριόνια. Χαζεύω τα ρούχα: μπλούζες, φουστάνια, πουκάμισα και σόρτς. Τιμές εξευτελιστικές. Για ποιον? για μας που τα αγοράζουμε ή για εκείνους που τα πουλάνε? ακόμη πιο πίσω: μήπως για εκείνους που τα φτιάχνουνε? Α, να και τα παιχνίδια! Πολλά παιχνίδια: κοριτσίστικα, αγορίστικα, unisex. Δεν έχει σημασία. Όλα έχουν θέση στο πανηγύρι. Ό,τι πιο άσχετο, ό,τι πιο αταίριαστο, ό,τι πιο όμορφο, ό,τι πιο άσχημο! Πουθενά δεν ταιριάζουνε τόσα και τόσο αταίριαστα πράγματα μαζί, πουθενά δε δικαιούνται για πιο δίκαιο λόγο πρώτη θέση αντικείμενα Β’ διαλογής, πουθενά δεν είναι πιο νόστιμο το μη σπιτικό φαγητό, το «βρόμικο», όπως συνθηματικά το λέμε στη γλώσσα της μεταμεσονύχτιας τσάρκας και όχι μόνο. Και φυσικά πουθενά αλλού δεν συμβαίνει να έχουν όλοι οι άνθρωποι το δικαίωμα να παρευρεθούν δίπλα-δίπλα ανεξαρτήτως πορτοφολιού, καταγωγής ή παιδείας. Μην κοιτάτε που στα επίσημα gala δεν καταδέχονται και απαξιούν να υπάγουν οι λαϊκοί άνθρωποι. Στα πανηγύρια πηγαίνουν όλοι. Οι «λαϊκοί» και οι «ελίτ», οι «αλήτ-ες» και η «αφρόκρεμα», οι «επίσημοι» και οι «ανεπίσημοι», οι «άσημοι» και οι «διάσημοι». Κάποιοι το περιμένουν πώς και πώς: να βάλουν τα «καλά» τους, να ντυθούν, να βγουν, να δείξουν, να χορέψουν, να φάνε, να πιούνε, να κεράσουν και να κεραστούνε. Περιμένουν το πανηγύρι, γιατί είναι ο μόνος λόγος που θα τους ξεκουνήσει από την καθημερινότητα.
 Παλιότερα, στο όχι και πολύ μακρινό παρελθόν περίμεναν το «παϊνύρ’» ή το «παναΰρ’» για να γλεντήσουν, να χορέψουν, να στολιστούν, να φάνε, να πιούνε! Σήμερα οι περισσότεροι χορεύουν κάθε μέρα, εκτός από τη μέρα του πανηγυριού και  χορεύουν παντού εκτός από την πλατεία όπου γίνεται το πανηγύρι (γιατί οι χώροι και οι λόγοι διασκέδασης βρίθουν τον κόσμον όλον!). Σήμερα χορεύουν όλοι, εκτός από αυτούς που βγαίνουν σημαιοστολισμένοι στο πανηγύρι (γιατί οι γυναίκες φοβούνται πως θα σκαλώσει το τακουνάκι ανάμεσα στα πλακάκια ή θα καρφωθεί η γόβα στο χώμα ή θα γρατσουνιστεί στο χαλίκι, αλλέως και λαϊκιστί: φοβούνται «μη σκίσουν κανά καλσόν»…) Σήμερα τρώνε παντού (οι ηγεμόνες δε αυτού του τόπου «από παντού») εκτός από το πανηγύρι, γιατί ντρέπονται να φάνε φασολάδα και γίδα βραστή! Η δικαιολογία: «αυτοί που τρώνε στα πανηγύρια είναι (οι) γύφτοι». (Αν όπου γύφτος=ο γύφτος από τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» του Παλαμά, θα ήμουνα περήφανη να ήμουνα ένας τέτοιος). Ένα κατάλοιπο είναι το πανηγύρι… έχει κι αυτό μεταλλαχθεί πια!
        Η διασκέδαση μετατράπηκε σε κατανάλωση, ο χορός μετουσιώθηκε σε οφθαλμόλουτρο παραστάσεων παραδοσιακών συλλόγων με «δήθεν» αναβίωση παραδοσιακών εθίμων και χορών παρουσιασμένων βάσει «στημένων» χορογραφιών (αλήθεια, ποιος εγγυάται την πατρότητα και την αυθεντικότητα τους?)!! Δεν ‘ν’ κακό!!!! Αλλά… προτιμώ να σεργιανίσω ανάμεσα στους πάγκους. Με παρέσυρε το καταναλωτικό μου ένστικτο που θέλει να βολτάρει ανάμεσα στα «τζιβιτζιλάκια», αφήνοντας πίσω μου την εξέδρα των χορευτών και παίρνοντας μονάχα για παρέα τη μουσική υπόκρουση των λαϊκών οργάνων…. Όλο και κάποια χαζομάρα θα αγοράσω: ένα βραχιολάκι, κανά σκουλαρίκι ή ένα τραπεζομαντηλάκι για τη μαμα μου που έχει πολλά μα δεν ενοχλείται να τα κάνει περισσότερα! Θα φάω ένα σουβλάκι από τον πλανόδιο ψήστη ακόμη κι αν δεν πεινάω, θα πιω και μια ρετσίνα σε πλαστικό μιας χρήσεως ποτηράκι για να μην ξεχνώ πού βρίσκομαι. Θα ανεχτώ τη χειραψία των υποψηφίων δημάρχων ή βουλευτών που σεργιανίζουν πάντα στα πανηγύρια (τυχαίο? δε νομίζω!) ανάμεσα στα «υποψήφια» θύματά τους. Θα κριτικάρω για άλλη μια φορά την απεγνωσμένη προσπάθεια των συλλόγων να παρουσιάσουν ως παραδοσιακό ό,τι πιο μοντέρνο χωρίς την υπογραφή των παππούδων, χωρίς να προσυπογράψει η παλαιά γενιά. Θα κουνηθώ ωστόσο και θα λικνιστώ στο άκουσμα της χάλκινης τρομπέτας και του κλαρίνου, θα μιλήσω με ανθρώπους που δε συνάντησα ποτέ ξανά στο παρελθόν και πιθανώς να μη ξανασυναντήσω (ΑΝ… μου το επιτρέψει η μοίρα!!), θα πιάσω στα χέρια μου με πρωτοφανές ενδιαφέρον πραμάτεια από τους πάγκους που δε θα αγοράσω ποτέ αλλά θα την αγγίξω, θα την μυρίσω, θα την απορρίψω (ωστόσο θα την χαζέψω, γιατί –είπαμε-το δικαιούται). Και θα συνεχίσω την περιπλάνηση ανάμεσα από τις ψησταριές για να μυρίσουν τα ρούχα μου τσίκνα, θα κεράσω στο μπαμπά ένα σουβλάκι, για να αρχίσω να ξεχρεώνω όσα με κέρασε όλα αυτά τα χρόνια (ματαιοδοξία!)…
        Όπως και να ‘χει, το πανηγύρι είναι θεσμός, σταθμός, δεσμός, ελιγμός για άλλους εθισμός και για άλλους καταναγκασμός! Για μένα είναι καημός! Και κρίνω πως πρέπει να είναι και σεβασμός αυτό καθεαυτό ως οντότητα αλλά και για αυτό που εκπροσωπεί, για αυτό που φέρει παλαιόθεν! Είναι λοιπόν θεσμός και μάλιστα ελληνικός, ελληνοπρεπής, ελληνοκεντρικός! Και πώς όχι? Το πανηγύρι δεν είναι ντροπή. Το πανηγύρι είναι ανατροπή στα ευρωπαϊκά και εν γένει ξενόφερτα δεδομένα, είναι προκοπή για τα ελληνικά κεκτημένα!
        Ας μην το ξεπουλήσουμε! Ας το στηρίξουμε κι αυτό θα μας ανταμείψει. Αφού κι εγώ κι εσύ, το ξέρουμε καλά πως είμαστε ομαδικώς και όλοι «για τα πανηγύρια».
        Χρόνια σας Πολλά! Βοήθειά σας!