Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Εξ-αιρέσεις!

Στα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού η αναλογία έχει μοναδική θέση στην ερμηνεία και την πραγμάτωση συμπεριφορών. Το παιδί δεν μπορεί παρά να εξηγεί τον κόσμο γύρω του βασιζόμενο σε υπάρχουσες πρωταρχικές δομές στη ζωή του λειτουργώντας αφαιρετικά και ως εκ τούτου γενικευτικά. Η γλώσσα, οι εμπειρίες της καθημερινότητας ή των εορτών είναι μόλις λίγα παραδείγματα που αποδεικνύουν περίτρανα πως το υπάρχον παλεύει να εκτοπίσει το καινούργιο. Πως το νέο δε θα γίνει δεκτό εύκολα. Πως η εξαίρεση θα κατανοηθεί και θα μπει στη ζωή μας με την πάροδο του χρόνου και όχι αγκαζέ με τον κανόνα. Έτσι, ο μικρός Άγγλος μπόμπιρας ομιλητής θα δημιουργήσει τον αόριστο του ρήματος go ως *goed και όχι went, επειδή η «κανονική» και «ομαλή» δομή που πρωτοέμαθε και συγκράτησε είναι του τύπου work-worked.
Σε αυτά τα πλαίσια και κατά αναλογικό τρόπο τίποτε που έρχεται ως διαφορετικό στη ζωή σου δεν μπορείς εύκολα να το αποδεχτείς. Έτσι λοιπόν θυμάμαι πως στο χωριό μου είχαμε ένα μπουγατσατζίδικο «θείο Βάνια» του οποίου ο ιδιοκτήτης ήτανε ένας κοντόχοντρος κύριος με φαλάκρα και γυαλιά. Όταν στα 6 ½ ήρθα με τη μαμά μου στη Θεσσαλονίκη και περνούσαμε έξω από έναν «άλλον θείο Βάνια» στο Βαρδάρη, έμεινα έκπληκτη που είδα να τεμαχίζει μπουγάτσες ένας «θείος Βάνιας» ψηλός, μελαχρινός με πολύ πυκνό μαλλί, χωρίς γυαλιά και πολύ αδύνατος!!! Η έκπληξη ήτανε τεράστια και φυσικά ανεξήγητο πώς ένας θείος Βάνιας δεν ήτανε φυσιογνωμικά ίδιος με το «πρότυπο» που έφερνα από το χωριό μου! Το ίδιο σοκ έπαθα όταν η γειτόνισσα με κάλεσε μια φορά με την κόρη της να φάμε μουσακά και ο μουσακάς από πάνω δεν είχε τριμμένη φρυγανιά που τον κάνει ματ στην όψη,  όπως ήταν της μαμάς μου, αλλά ήτανε γλιτσερός και μαύρος. Έπρεπε να φάω κάτι που δεν μου ήτανε καθόλου οικείο στο μάτι και όπως σωστά φανταζόμουν μήτε στη γεύση! Αντιστοίχως είχα απορήσει διότι μου φάνηκε ασύλληπτο πώς η γιαγιά μου η Στάσα έφτιαξε το κέικ που με κέρασε μία φορά με το χέρι και χωρίς μίξερ, αφού εγώ είχα συνυφασμένο το κέικ με το μίξερ, και πίστευα πως το να το φτιάξεις δίχως μίξερ είναι σαν να κάνεις ομελέτα χωρίς αβγά και τσουρέκι δίχως γάλα! Κι όταν ένα Πάσχα είχαμε πάει απογεματινή επίσκεψη στη θεία μου Καλλιόπη και τη ρώτησα πού ήτανε η σούβλα με το αρνί και μου απάντησε εκείνο το αποκαρδιωτικό «Εμείς βάζουμε το αρνί στο φούρνο» αυτομάτως θεώρησα πως είναι από άλλον πλανήτη και απόρησα για άλλη μία φορά «Τι σόι Πάσχα είναι αυτό χωρίς σούβλες και γυροβολιές με τραγούδια και παρατράγουδα!!» και ειλικρινά τη λυπήθηκα και ένιωσα μεγάλο οίκτο για εκείνη και την οικογένειά της που δεν ήτανε όπως η δική μου στο χωριό με το τραπέζι να έχει την προγιαγιά και τον προπαππού στην κεφαλή του και τα 14 παιδιά του τριγύρω και τα 25 εγγόνια και τα 4 δισέγγονα!
Στην πορεία όμως, καθώς περνούσαν τα χρόνια έβλεπα πως οι εξαιρέσεις παραβγαίνουν τις περισσότερες φορές τον κανόνα, όπως οι αιρέσεις την θρησκεία αναφοράς. Τα στερεότυπα που έχουμε στη ζωή μας κάποια στιγμή γκρεμίζονται ή μας τα γκρεμίζουν. Τα πράγματα δεν έρχονται όπως εμείς τα θέλουμε ή τα έχουμε σχεδιάσει και πως όταν εμείς κάνουμε σχέδια όντως ο θεός μπορεί να γελά. Γιατί ποιος να μου το ‘λεγε και να το πίστευα  στα 6 ½ πως εκτός από τον θείο Βάνια που μπορεί ξαφνικά να ψηλώσει, να βγάλει μαλλιά και να βγάλει τα γυαλιά, Πάσχα γίνεται και στην πόλη σε ένα διαμέρισμα 40 τετραγωνικών χωρίς όλα τα μέλη της οικογένειας μαζεμένα, να τρώνε κατσικάκι ψημένο στο φούρνο και όχι στη σούβλα και ένα τσουρεκάκι φτιαγμένο δίχως γάλα...χωρίς τραγούδια, αλλά με πολλά παρατράγουδα!

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Άρτ(ο)ι αφιχθέντες!

Ώρα 5.00 προ μεσημβρίας! Πολύ νωρίς για πρωί ή πολύ αργά για βράδυ. Το κρεβάτι χάσκει άδειο. Έχει όλη νύχτα μια αγκαλιά κενή. Πήρε και χαράζει. Και οι άδειοι δρόμοι, νοτισμένοι από τη νυχτερινή δροσιά, αρχίζουν να αγκομαχούν κάτω από τις ρόδες αγουροξυπνημένων αυτοκινήτων και βιαστικών ανθρώπων που κροταλίζουν τα παπούτσια τους στα σπασμένα κράσπεδα της Τσιμισκή. Στο βάθος ξεπροβάλλει ένα καροτσάκι. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο. Ένα αρτσούμπαλο, ψηλό και αυτοσχέδιο καροτσάκι με δυσανάλογες ρόδες προς την τάβλα του και ένα φθηνό προφίλ, που δε θυμίζει τίποτε το φοβερό, σέρνεται από τον γνωστό γεράκο που τέτοια ώρα αρχίζει να κόβει βόλτες στο μεγάλο εμπορικό δρόμο. Κουρασμένος και σχεδόν κουρελιασμένος. Γραφικός θα ‘λεγα. Και άυπνος λογικά, σπρώχνει το καρότσι το γεμάτο φρέσκα ολόφρεσκα ζεστά και αχνιστά ολοστρόγγυλα κουλούρια που προσπαθούν να μπει το ένα δίπλα στο άλλο και να αράξει εκτεθειμένο στην τσίγκινη λαμαρίνα, ώσπου να το αγοράσουνε και να καταλήξει κατακερματισμένο σε κάποιο άδειο στομάχι.  
Το κουλούρι Θεσσαλονίκης, δεν είναι ένα οποιοδήποτε κουλούρι. Και δη το κουλούρι της Τσιμισκή. Ξεχωρίζει καταρχήν από το σχήμα του. Διαπρέπει σε σχέση με τα υπόλοιπα κουλούρια της περιοχής. Καθόλου λεπτό, αλλά μιας γενναίας περιφέρειας και ενός αξιοζήλευτου εκτοπίσματος, διαγράφει έναν κύκλο ορκισμένο στον διαβήτη με πιστή προσήλωση στο πατρόν του. Ροδαλού χρώματος και χωρίς να επιρρίπτει ευθύνες στον φούρναρη που το ‘ψησε λίγο παραπάνω, κρατάει το ανοιχτότερο χρώμα του στο σημείο ζεύξης του ζυμαριού. Εκεί που το ένα μπράτσο έρχεται και ξαπλώνει επάνω στο άλλο. Και από πάνω, σουσάμι μπόλικο και γευστικό τόσο, που δεν προλαβαίνουν οι κάλυκές σου να το αγγίξουν και στο στόμα σου μόλις που αντιλαμβάνεσαι την τρικυμία που προκαλείται από τους σιελογόνους αδένες σου! Κόλαση! Διότι από μέσα σε περιμένει άλλη έκπληξη! Κάτι σε ζυμάρι, που ενώ ξέρεις πως είναι β’ ποιότητας, η γεύση σε διαψεύδει. Και σαν γευσιγνώστης έμπειρος προσπαθείς να αναγνωρίσεις τα εξ ων συνετέθη αυτό το άσημο, καθημερινό και φθηνό θεσσαλονικιώτικο απλό απλούστατο κουλούρι.
Πιο κάτω στον ίδιο δρόμο μοσχοβολάνε φρεσκοψημένα τσουρέκια. Αυτά για τα οποία μποτιλιάρει πάντα ο δρόμος. Γεμιστά ή σκέτα, μάλλον με όχι αγνά υλικά. Άλλωστε τι έμεινε αγνό σήμερα για να ‘ναι το τσουρέκι? Το ψωμί? Που κι αυτό βγαίνει με κόπο πολύ και αν? Το ψωμί που κάποιοι το ‘πανε ψωμάκι? Ή το παντεσπάνι?Ο άρτος ημών ο επιούσιος ή ο άρτος σφων των πλούσιων? Που πολλοί από αυτούς που τον τρώνε αρπάξανε και το τελευταίο ψίχουλο πολλών από όσους ψάχνουνε την επιβίωσή τους μέσα στα σκουπίδια!



Σας εύχομαι Καλό Πάσχα και Καλή Ανάσταση στα όνειρα του καθενός που γίνανε εφιάλτες! Αποφάσισα φέτος να φάω φρεσκοψημένο τσουρέκι την ώρα που θα βγει από το φούρνο (ήτοι, άρτι αφιχθέν) και θα πάρω την αμαρτία επάνω μου!!!!

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Ληθηνόη

Στο κολάζ των ατάκτως ερριμμένων αναμνήσεων, των χωρίς λογική ειρμών, μα βιωματικών μου συνειρμών έχω θαμμένες θύμησες ξεθωριασμένες. Λίγο σχισμένες, λίγο τσαλακωμένες και λίγο φαγωμένες από τον ποντικό χρόνο σαν τις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες που κιτρίνισαν σ’ ένα παλιό και ξεχασμένο ντουλάπι. Θυμάμαι τα γλυκά μου «άγχη»...
...όταν ήμουνα μικρή κάθε χρόνο στις 31 του Μάρτη το μόνο που με ένοιαζε ήτανε σε ποιο κλαδί να αφήσω τον ασπροκόκκινο «μάρτη» που φορούσα στα χέρια για να το ‘βρει σίγουρα το χελιδόνι και να μου προσφέρει αντίδωρο την Άνοιξη που μου χρωστούσε. Λίγες μέρες πριν, είχε περάσει η παρέλαση της 25ης Μαρτίου, ημερομηνία έναρξης για το μπαράζ των παγωτών. Μετρούσαμε και ξαναμετρούσαμε και παραβγαίναμε μικρά παιδιά ποιο θα ‘τρωγε τα περισσότερα απ’ όλα! Κι άλλες φορές σαν μού ‘πεφτε ένα νεογιλό δοντάκι διάλεγα τα πιο κοντά κεραμίδια για να το βρει ο ποντικός και να μου φέρει ένα καινούργιο. Τέτοιες μέρες την Άνοιξη ήτανε που άνθιζε το διπλανό άχτιστο οικόπεδο από παπαρούνες και από χαμομήλια και βουτούσα ανάμεσά τους για να μαδήσω τα πέταλά τους όλα φωνάζοντας «Μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά»...ποιος να μ’ αγαπούσε? Δεν ξέρω, δεν ήξερα. Έβλεπα  τους «μεγάλους» να ξεπουπουλιάζουν τα χαμομηλάκια και έκανα το ίδιο σαν άβουλο πιθηκάκι. Και ύστερα πλησίαζε το Πάσχα, που μου το θύμιζαν οι πελαργοί στα σύρματα. Απρόσκλητοι επισκέπτες ξανά, που ανασύναζαν την περσινή φωλιά τους στο καμπαναριό. Εκείνη τη φωλιά την παρατημένη κάποιο καταθλιπτικό απόγεμα του περασμένου φθινοπώρου, την φωλιά την προδομένη για ταξίδια άλλα και αλλού, σε πιο ζεστά μέρη. Κι οι πασχαλιές, μωβίζανε όλες τις αυλές σε κάθε σπίτι, τιμημένες μεγαλοβδομαδιάτικα.
Συνωμοσία ύπουλη αυτές οι μυρωδιές! Με αρώματα και με χρώματα να σου τρυπούν τη μύτη και να σου διαπερνούν το δέρμα για να σου ποτίσουν το κόκαλο. Μυρωδιές ανακατεμένες μεταξύ τους, σαν τα γυναικεία μακριά μαλλιά στο έλεος του φλοίσβου. Σαν τα κουβάρια στα πόδια της γάτας. Μυρωδιές έντονες τις πρώτες μέρες της άνοιξης που τρύπησαν ολόκληρα καζάνια της λήθης για να διαρρέουν στις φλέβες σου σαν αλητάκια στους δρόμους. Μυρωδιές που ξεχύνονται στα μονοπάτια μιας ξεθωριασμένης, αλλά ζώσας μνήμης, σαν τα παιδιά επάνω στα ποδήλατα που τρέχουνε να παραβγούν λαχανιασμένα την παιδική τους ανεμελιά. Με βλέμματα ξίφη, με άγουρα στήθη, με κορμιά ιδρωμένα από το τρέξιμο στην αλάνα, με γρατσουνισμένα γονατάκια, με λερωμένα από χώματα κοντά παντελονάκια, με ροζ κοκαλάκια στα μαλλιά, με μια μπάλα στο ‘να χέρι και μια φέτα μαρμελάδα στο άλλο κάθε απόγεμα στις πέντε. Εκεί  στους δρόμους. Εκεί στα σοκάκια που μοσχοβολούσαν  μαρμελάδα και σάλτσα από ντομάτα. Την εποχή που η ντομάτα μύριζε ντομάτα. Μαρμελάδα και σάλτσα που σιγόβραζε, όπως η λάβα στα ηφαίστεια, μέσα στον ταβά στις χωματένιες αυλές των σπιτιών που μας γέννησαν. Και ανάμνηση σαν το γλυκό του κουταλιού. Και μια ξεθωριασμένη φιγούρα η μάνα, άλλοτε δίπλα στις γειτόνισσες με χέρια μαύρα απ’ τα φρεσκοκομμένα καρύδια της πράσινης καρυδιάς στην αυλή κι άλλοτε μουλιασμένα στα νερά της μπουγάδας.
Ύστερα κι άλλες μυρωδιές. Μυρωδιές από το άρωμα μιας ανοιξιάτικης βροχής πάνω στο νοτισμένο χώμα. Η μυρωδιά της  βροχής, της μπόρας! Οι φοβεριστικές και πολύκροτες βροντές που ακούγονταν από το υπερπέραν, σαν να ‘ρχονταν από έναν άλλον κόσμο, μακρινό και άγνωστο τόπο, όπως εκείνον από όπου μας επισκέπτονταν οι πελαργοί. Εκείνη η βροχή η ξαφνική, η απροειδοποίητη, ο καταγάλανος ουρανός που ξαφνικά συνοφρυωνόταν και μας έλουζε! Εκείνες τις μπόρες ήτανε που ήθελα να πιω ολόκληρες, όπως το χώμα τη βροχή. Να τις πιω μέχρι την τελευταία στάλα, όπως λένε «άσπρο πάτο» οι παρέες στο γραφικό Τσινάρι. Ήθελα να κάθομαι από κάτω της και κείνη λυσσαλέα να με λούζει, να με κάνει μούσκεμα σαν το παπί... Και μετά η γιαγιά να με μαλώνει! Μου άρεσε πάντα που η γιαγιά με μάλωνε σαν με περίμενε πίσω απ’ την πόρτα για να με βάλει στη σκάφη να με πλύνει με πράσινο σαπούνι και νερό βραστό και να με αλλάξει... και μετά να κουκουλωθώ κάτω από την κουβέρτα που ακόμα αγαπιότανε.
Μα σηκωνόμουνα κρυφά και έτρεχα στις μύτες ξυπόλητο μικρό παιδί και χάζευα από το παράθυρο. Μου άρεσε να κολλάω το μπανιαρισμένο μου μουτράκι πίσω από το τζάμι και να ακουμπάω τα μικρά μου χεράκια επάνω στο δροσερό γυαλί και να του κάνω δαχτυλιές...πολλές δαχτυλιές. Να αφήνω τα αποτυπώματά μου σε κείνο το πρίσμα που μου ‘βαζε τον μικρόκοσμό μου σε βιτρίνα. Να τον χαζεύω και να τον θαυμάζω, όπως οι περαστικοί έξω από τα μαγαζιά στο κέντρο της αγοράς. Αλλά να μην τον πειράζω. Να μην τον αγοράζω. Ούτε να τον εξαγοράζω, ακόμη και με τα καλούδια όλου του κόσμου. Μόνο να τον χαζεύω και να μην τον προσπερνώ, αφήνοντας τα ίχνη μου πάνω στο τζάμι, όπως εκείνα τα χρόνια που άφησαν ανεξίτηλα τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα επάνω στην ψυχή μου. Ποια λήθη?

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Ημερολόγιο Αλήστου Μνήμης

 Ελλάδα, Μ.Εβδομάδα 2011

Αγαπητό μου Ημερολόγιο,
περπατάς στο χωριό και όλη η γειτονιά σε μιαν αυλή. Καλέ τι ωραία!!!  Οι νοικοκυρές να τσαλαβουτούν  με τα πόδια και τις λαστιχένιες παντόφλες μέσα στις σκάφες για την καθιερωμένη πασχαλιάτικη μπουγάδα. Κι ύστερα  χαλιά και κουβέρτες  και φλοκάτες να απλώνονται νωχελικά πάνω στα κάγκελα κάνοντας απριλιάτικη ηλιοθεραπεία χωρίς προστατευτικά αντηλιακά με αυστηρούς δείκτες προστασίας στις υπεριώδεις ακτίνες!  Γιαγιάδες να σέρνουν τα δυο φορές παιδιά τους πάνω σε καροτσάκια. Παππούδες να αναλώνονται σε αναλύσεις και αμπελοφιλοσοφίες  πολιτικές στο καφενείο της γειτονιάς βρέχοντας το λαρύγγι τους με   μεσημεριανά ουζάκια και κροταλίζοντας  στα χέρια ένα κεχριμπαρένιο κομπολόι. Γειτόνισσες να πιάνουν τις ίδιες και απαράλλαχτες κάθε χρόνο τέτοιες μέρες συζητήσεις περί βαφής αβγών (και όχι νυχιών που κάνουν οι μοντέρνες), να αναρωτιούνται ποια είναι η καλύτερη, ποια βάφει με λιγότερες συγκρουσιακές «ωαπώλειες» και πώς τα τσουρέκια φουσκώνουν χωρίς χημικά. Και άλλες να ασπρίζουν τις αυλές. Η ασβέστη σε πρώτο πλάνο. Λευκαίνει και απολυμαίνει.
Και  τα σπίτια πιο λευκά στου γλαυκού το γειτόνεμα!...
Η ατμόσφαιρα μυρίζει Πάσχα! Ελληνικό Πάσχα! Ίδιο, όπως το θυμάμαι από τότε που γεννήθηκα. Δεν έχω πάει και αλλού το Πάσχα, εδώ που τα λέμε, εκτός από το 2001! Κάθε χρόνο εδώ. Να ξεκινούμε τις διαδικασίες από την παραμονή του Λαζάρου. Να μαζεύουμε πασχαλιές και άλλα λούλουδα του κάμπου για να στολίσουμε το καλαθάκι του και να γυρίζουμε για να πούμε το «Μάθατε τι έχει γίνει κάτω εις την Παλαιστίνη...» και να μαζέψουμε... αβγά!!! (αν έμενε κανένα σώο). Και μετά κάθε μέρα στην εκκλησία. 

Μ. Δευτέρα- Μ. Τρίτη
Στο μεταξύ είχα μια συνήθεια να μην πολυπηγαίνω τη Μ. Δευτέρα και τη Μ. Τετάρτη στην εκκλησία. Λογικό! Γιατί «Το πολύ το Κύριε ελέησον...»! Καλός ο Νυμφίος και οι Παρθένες αλλά ...  Τη Μ. Τρίτη όμως πήγαινα πάντα, γιατί έπρεπε να ακούσω το τροπάριο της Κασσιανής που, όπως πολλοί, νόμιζα για χρόνια ότι ήταν η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή.  Ο παπάς της ενορίας μας βέβαια το πήρε είδηση και κάθε Μ. Τρίτη τα τελευταία χρόνια ακούμε το ίδιο «τροπάριο» (του παπά αυτή τη φορά) για τη Κασσιανή και την περιπεσούσα γυναίκα που είναι δύο εντελώς διαφορετικά πρόσωπα! Ελήφθη!

Μ. Τετάρτη
Τη Μ. Τετάρτη κάνανε όλες οι γιαγιάδες εκείνα τα πεντανόστιμα τσουρέκια και μοσχομύριζε όλη η γειτονιά αλλά ποτέ δεν μπορούσα να τα φάω ζεστά και φρέσκα, όταν βγαίνανε από το φούρνο, γιατί ήτανε Μεγάλη Βδομάδα και νήστευα και η γιαγιά μου μου έλεγε πως θα ήτανε μεγάλη αμαρτία και πως έπρεπε να κάνω υπομονή μέχρι τη Μ. Πέμπτη που θα κοινωνούσα. Και μια χρονιά που πήγα να φάω τη Μ. Πέμπτη μετά τη μετάληψη η γιαγιά μου πάλι φρόντισε να με γεμίσει με τύψεις γιατί, όπως έλεγε, ΗΤΑΝΕ Μ.ΠΕΜΠΤΗ και δεν είχε σημασία που είχα κοινωνήσει, γιατί είχα πια μεγαλώσει και έπρεπε, όπως οι μεγάλοι, να «κρατήσω» όλη την Εβδομάδα των Παθών. Α  μα τι Παθών! Και από εκείνη τη Μ. Πέμπτη που η γιαγιά μου με μάλωσε, εγώ νιώθω ότι «μεγάλωσα», γιατί κρατούσα την ίδια νηστεία με τους μεγάλους ΑΣΧΕΤΑ με το αν είχα κοινωνήσει. Και μετά όμως τι να το κάνεις το τσουρέκι, αφού δεν κρατιέται μέσα στο σελοφάν ούτε ζεστό ούτε φρέσκο, ούτε σου σπάει τη μύτη, όπως τη Μ. Τετάρτη που βγαίνει από το φούρνο?
Άι στο καλό! Οι μεγάλοι λέγανε πως αν το σκέφτεσαι τόσο τότε μην την κάνεις τη νηστεία, γιατί είναι σαν να την κάνεις με το ζόρι. Και η δικιά μου απορία και το ζόρι ήτανε πάντα γιατί να μην τα κάνουνε τα τσουρέκια το Μ. Σάββατο λίγο πριν την Ανάσταση για να τα τρώμε φρέσκα! Τέλος πάντων! Άλλο παιδικό τραύμα και τούτο.

Μ. Πέμπτη
Τη Μ. Πέμπτη είχαμε την πρωινή εκκλησία για να κοινωνήσουμε. Καλό μαρτύριο και τούτο: να περιμένεις ένα δίωρο στην ουρά να  μεταλάβεις!!!...και στην τελική να πάρεις τι? Κι άλλη απορία που είχα μικρή: «Για μία κουταλίτσα κρασάκι και ψωμάκι να κάνω τόση υπομονή!» Ο μπαμπάς μου, με καθόλα παιδαγωγικές μεθόδους, μόνο που δε μου άστραψε καμιά ανάποδη, όταν του είπα τις σκέψεις μου περί του θέματος. Δε μου εξήγησε «γιατί», αλλά από τον τρόπο που με κοίταξε (α), που ύψωσε τη φωνή του (β) και που σηκώθηκε από την καρέκλα (γ) κατάλαβα (έξυπνη γαρ!) πως πρόκειται μάλλον για κάτι πολύ σημαντικό και κάτι τρέχει με αυτό το κρασοψωμάκι της μικρής κουταλίτσας που δεν επιδέχεται αντιρρήσεις και αρνησικυρίες ή επαναστάσεις, οπότε δεν ξαναμίλησα ποτέ ξανά έκτοτε, ούτε έθιξα το θέμα της υπομονής στην ουρά επί τόσες ώρες για να κοινωνήσουν τόσοι άνθρωποι, γιατί άλλωστε, παιδαγωγικά αν το δεις,  μου χρειάστηκε η υπομονή αυτή στην μέχρι τώρα ζωή μου ως πολίτη στις –πού αλλού?- δημόσιες υπηρεσίες (και όχι μόνο)!!
Τα Ευαγγέλια πάλι της Μ. Πέμπτης ήτανε από τα αγαπημένα μου. Εκείνα τα κεριά που ανάβει ο παπάς ένα-ένα κάθε φορά που λέει κι από ένα ευαγγέλιο τα θεωρούσα  πολύ ενθαρρυντικό πράγμα γιατί ήξερες «πού παν τα τέσσερα» με τη λειτουργία και πότε τελειώνει. Αν και, μεταξύ μας, η λειτουργία της Μ. Πέμπτης το βράδυ μου άρεζε ίσως περισσότερο από όλες και δε βιαζόμουνα ούτε βαριόμουνα, γιατί μου θύμιζε την ταινία ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ σε πιο αληθοφανή εκδοχή! Δια ζώσης...

Μ.Παρασκευή
Πονεμένη ιστορία (ή Ο Χριστός ξανασταυρώνεται!). Καταρχήν τέτοια μέρα με θυμάμαι μια ζωή στους δρόμους. Πρωί-πρωί η αποκαθήλωση. Από μικρό εν τω μεταξύ η μάνα μου μου είχε κάνει πλύση εγκεφάλου με αυτήν την ετυμολογία. Τι σημαίνει η «αποκαθήλωση» και τι σημαίνει η «αποκαθήλωση»? Ε το ‘μαθα πια: ΑΠΟ-ΚΑΤΑ-ΗΛΟΣ. Ήλος = καρφί, λέξη με δασεία γι’ αυτό και το Τ τρέπεται σε Θ και τέτοια. Δηλαδή το «ξεκάρφωμα»! Αργότερα βέβαια εγώ την ξεπέρασα τη μαμά μου, γιατί κάθε φορά στην εκκλησία, όπου δεν πάω ποτέ χωρίς το γνωστό βιβλιαράκι, άρχισα να κάνω σύνταξη στα τροπάρια (υποκείμενο, ρήμα, αντικείμενο και τέτοια), να ψάχνω συντακτικές αποκλίσεις από την κλασική ελληνική, τυπογραφικά λάθη, στοιχεία εξέλιξης της αρχαίας ελληνικής προς την ελληνιστική περίοδο, αλλά ενίοτε έκανα και χρονικές αντικαταστάσεις στα ρήματα, ανώμαλα και μη. Δηλαδή η κατάσταση χειροτέρευσε!
Άμα δε τη λήξει της πρωινής λειτουργίας έπαιρνα τους δρόμους για τα μνήματα. Να ανάβω κεριά και καντηλάκια. Και μετά σβάρνα όλες τις γιαγιάδες του χωριού να κάνω τον ντιλιβερά και να μοιράζω όχι πίτσες αλλά καφέδες, κουλούρια και χυμούς «για να σχωρεθούν τα ποθαμένα τους-μας-του κόσμου ολάκερου»! Εμένα που με βλέπεις, αγαπημένο μου ημερολόγιο, ξέρεις τι καφέδες έχω μοιράσει? Υποβολέας? Ε ποιος άλλος? Η μάνα μου! Ο Άι Βασίλης σε έκδοση πασχαλινή. Μόνο που αντί για έλκηθρο σέρνει εμένα. Και για να μη  νομίζεις ότι είμαι και καμιά άσχετη από χορωδίες και τέτοια, όλη την υπόλοιπη μέρα στόλιζα και τον επιτάφιο και έψελνα. Όχι ακαπέλα, ούτε μόνη μου, γιατί λεφτά για την αποζημίωση των βιτρό της εκκλησίας δεν είχα! Αλλά με άλλα κορίτσια. Και φορούσα πάντα σκούρα ρούχα. Γιατί η μαμά μου είχε πάντα ένα θέμα με αυτές και αυτούς που φοράνε ανοιχτόχρωμα ρούχα τη μεγάλη εβδομάδα. Όχι γιατί είναι κουτσομπόλα, σου το διαβεβαιώνω, αλλά γιατί απλά έχει δίκιο. Κι εγώ από τότε είμαι πολύ προσεκτική και προσέχω να μη βάλω κόκκινα και παρδαλά ρούχα μεγαλοβδομαδιάτικα. Πάντως κάθε Μ. Παρασκευή εγώ με θυμάμαι να πονάνε τα πόδια μου και να είμαι πολύ κουρασμένη από τις διανομές και τα συναφή! (Σημειωτέον ότι εν έτει 2011 δεν έχει αλλάξει η κατάσταση. Απλά κάποιες γιαγιάδες μας αφήσανε χρόνους...)

Μ. Σάββατο.
Της τελευταίας στιγμής τα ψώνια και κείνη η μαγειρίτσα που δεν έτρωγα ποτέ. Γιατί έβλεπα πώς γυρίζανε τα έντερα πριν τη φτιάξουν και γύριζαν και τα δικά μου τ’ άντερα. Το Σάββατο βράδυ στην Ανάσταση δεν θέλω ούτε αυτό να το θυμάμαι. Είναι η ντροπή του χριστιανισμού. Παραπέντε με και πέντε ο εκκλησιασμός! Ούτε τρισάγιο δεν κρατάει τόσο λίγο. Κι αν εσύ κάνεις την επανάστασή σου να καθίσεις μοιάζεις με το μαύρο πρόβατο της οικογενείας. Ανασταίνουν το Χριστό και μετά πηγαίνουν όλοι στο σπίτι, ενώ εσύ κάθεσαι στην εκκλησία και έχεις το νου σου στην οικογενειακή ομήγυρη που χαζογελάει απόντος σου! Τραγικό! Είναι σαν να δεν έχεις κάνει Ανάσταση! 

Κυριακή του Πάσχα
βλ. προηγούμενο κείμενο [«Οικογενειακοί (επί)δεσμοί»]. Λίγο πρωθύστερο το σχήμα αλλά έχει και τούτα η λογοτεχνία
Καλή Ανάσταση