Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιφυλλίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιφυλλίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

L’ esprit d’ escalier


Οι Γάλλοι το ονομάζουν esprit d’ escalier! Είναι όλα όσα θα ήθελες να του/της πεις επάνω στον καβγά, τη συζήτηση, τη συνάντηση, αλλά ο χρόνος, το στρες, ο θυμός, ο «δεν ξέρω», δεν σου επέτρεψε. Φεύγοντας και κατεβαίνοντας τις σκάλες, αρχίζεις και παίζεις σε ταινία στο μυαλό σου, όσα είπατε. Και αρχίζουν τα κατηγορώ στον εαυτό σου: «Γιατί δεν του είπα αυτό?», «Γιατί δεν του είπα το άλλο?», «Γιατί όταν με ρώτησε εκείνο, εγώ του απάντησα αυτό αντί για εκείνο?»...Δεν βγάζεις άκρη! Ποτέ δεν είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου! Ή τέλος πάντων δεν είμαι εγώ με τον δικό μου.
Ποιος να μου το ‘λεγε ότι θα έβγαζα το σκασμό σε μια συνάντηση που την ονειρευόμουνα χρόνια και στην οποία είχα να πω τα σώψυχά μου!? Χάρτινα όνειρα! Μα τα ‘καψα, πριν καλά καλά τα ζήσω! Έχασα τα λόγια μου! Ή μάλλον, τα έχανα! Απαντούσα μονολεκτικά στις ερωτήσεις του. Δεν απάντησα τουλάχιστον σε πέντε ερωτήσεις, γιατί απλά «δε θυμόμουνα την απάντηση» και δεν ήθελα -για ανεξήγητο λόγο- να τη θυμηθώ! Δε θυμόμουνα για παράδειγμα πού μου αρέσει να πίνω καφέ. Δε θυμόμουνα γιατί βγήκα με τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Δε θυμόμουνα εάν ήμουν ή δεν ήμουνα καλά! Δε θυμόμουνα γιατί με στεναχωρεί αυτός ο κόσμος. Δε θυμόμουνα για ποιον λόγο γελούσα όλη την ώρα. Δε θυμόμουνα γιατί μια ζωή χαμογελάω. Δε θυμόμουνα...
Άφηνα συζητήσεις στη μέση. Τις δε πολιτικές συζητήσεις... ούτε καν στη μέση. Στην άκρη! Εκεί ακριβώς στο χείλος του γκρεμού, μπας και αυτοκτονούσαν οικειοθελώς, πριν τις σπρώξω εγώ με το έτσι θέλω και το σαρδόνιο γέλιο ενός στυγερού δολοφόνου. Κι αν σκεφτείς ότι ο λόγος της συνάντησης ήτανε ακριβώς αυτός.... να δω πόσο πιο βαθιά μπορεί να σκέφτεται ένας άνθρωπος πίσω από το γυαλί της τηλεόρασης, πόσο πιο πολιτικά πίσω από την πένα ενός άρθρου στην κυριακάτικη εφημερίδα, με ποια πνευματική τροφή τρέφεται και παράγει τόσα θρεπτικά συστατικά για τη δική μας κρίση....
 Δεν ξέρω-δεν απαντώ, γιατί μετατράπηκα σε βουβό κινηματογράφο με ένα χαζό και σαστισμένο χαμόγελο αμηχανίας μίας α-νόητης ύπαρξης.
-Πού γεννήθηκες?
-Στην πόλη των καταρρακτών
-Και η πόλη όπου εργάζεσαι πόσο μεγάλη είναι?
-έχει 38 καφετέριες
-ποια βιβλία μου έχεις διαβάσει?
-κανένα
-και από πού με ξέρεις?
-από την τηλεόραση που δεν έχω και τις επιφυλλίδες σας τις (συννεφιασμένες μου) Κυριακές
-μα αυτές είναι αστείες, δεν θεωρούνται σοβαρή παραγωγή
-τις γράφει όμως ένας σοβαρός παραγωγός
-και γιατί ήθελες να με γνωρίσεις?
-για τον ίδιο λόγο που μια τενίστρια θέλει να γνωρίσει τη Σαράποβα!(sic)
-γιατί πιστεύεις τόσο πολύ στο λόγο-την ομιλία κάποιου?
-επειδή δεν έχω εξασκηθεί στο να ακούω τον άλλον
-Θα σε ρωτήσω κάτι, επειδή δεν σε ξέρω, για να τσεκάρω το IQ σου..................................................................... (με πολύ γέλιο φυσικά)
-ΚΕΝΟ! Κουρτίνα! Κόκο μπλόκο! Δε θυμάμαι τι με ρώτησε, ούτε καν το θυμόμουν «όταν κατέβαινα τις σκάλες», πάντως σίγουρα θα τσέκαρε πως το IQ μου είναι IQ ραδικιού, μυρμηγκιού, βρακιού!
Δεν είχα να αποδείξω τίποτα! Δεν του είπα πόσο συμφωνώ, αλλά και πόσο διαφωνώ κάποιες φορές με τις τόσο καλογραμμένες απόψεις του, ακόμη κι όταν η συζήτηση πήγε πολλές φορές κατά κει. Δεν ανέφερα τίποτα για το νεύρο και την σπίθα που βγάζει η γραφίδα του στο χαρτί και που τόσο λατρεύω. Δεν επέμεινα σε διευκρινίσεις για θέσεις του οι οποίες μου φαίνονται ρομαντικές, ανέφικτες και αφηρημένες μερικές φορές, αλλά τόσο σπουδαίες, εάν υλοποιηθούν. Δεν του είπα ότι διάβασα πολύ παλιά βιβλία του, αλλά ήμουν τόσο ανώριμη που δεν μπήκα στο πνεύμα τους και περιμένω το πλήρωμα του χρόνου για να πιαστώ ξανά και πιο σοβαρά με κάτι τέτοια. Δεν του είπα ποιος με πόνεσε εξ αιτίας του. Δεν του μετέφερα καν το σκεπτικό μου περί πολιτικοποιημένης φύσης του Έλληνα το οποίο μοιάζει τόσο πολύ με το δικό του ή μπορεί και να διαμορφώθηκε από εκείνο. Και τέλος, δεν κατέθεσα την αποστροφή μου στα κόμματα τα σημερινά ούτε φυσικά εξήγησα το  γιατί.
Είπα λίγα. Αλλά με πολύ αυθορμητισμό, όπως εύστοχα πρόσεξε. Το μόνο που του εξομολογήθηκα με τον πληγωμένο εγωισμό μιας εξ ορισμού φελλο-λόγου ήταν ότι με εκνευρίζει που σε κάθε επιφυλλίδα του με έκανε παλιά να ανοίγω τουλάχιστον 30 φορές λεξικό και τελευταία το περιόρισα σε πέντε, για να μου απαντήσει πως ο ίδιος, ώσπου να τη γράψει, το ανοίγει τρεις και πως ο Ζήσιμος Λορεντζάτος του είχε πει κάποτε πως το τρεις είναι καλά. Εκείνος το άνοιγε δεκατρείς!
Παρήγορο, δε λέω, αλλά έμεινα στο να μην πω ΤΙΠΟΤΑ! Κι αφού τα κενά ήτανε μεγαλύτερα από τη συζήτηση, μου έμεινε η ανάμνηση ενός θορυβώδους καφωδείου στο κέντρο της μικρής μας πόλης, με θέα αθέατη, επειδή έφταιγε η κοινή μας οπτική, καθώς τρώγαμε κέικ με τυροπιτάκια, γελώντας και λέγοντας ανέκδοτα! Τελικά, είχε πλάκα να «μου παίρνει συνέντευξη» ένας τόσο ευφυής και αξιόλογος πνευματώδης Κύριος τέτοιου βεληνεκούς και να διαπιστώνει απλά ότι έχει μία θαυμάστρια που είναι ανίκανη να του αποδείξει το γιατί (το) είναι  (όπως λένε και πάλι οι φίλοι μας οι Γάλλοι)...