Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Όμοιος ομοίω αεί πελάζει. Τω διαφορετικώ?


Το διαφορετικό είναι δύσκολα αποδεκτό. Είναι αυτό που δεν μας ταιριάζει με τα μέχρι τώρα, με τα «δικά μας», με τα «γνωστά» μας δεδομένα και το περιθωριοποιούμε. Δεν είναι εύκολο το μάτι να συνηθίσει το extreme σε μία κοινωνία που, όχι απλά αγκαλιάζει το παραδοσιακό, αλλά προσκυνάει το σύνηθες. Το μάτι απλά κολλάει στο «διαφορετικό από εμένα». Το αφτί κουνιέται με το πρόσωπο να συνοφρυώνεται σε μια όψη απορίας σαν ακούσει κάτι ρηξικέλευθο. Κάτι που του γκρεμίζει την πεπατημένη. Την οποία την περπάτησε πρώτος ποιος? Και αποτελεί ένα γνωστό μονοπάτι, χωρίς εκπλήξεις και κακοτοπιές, χωρίς φόβους για άγνωστους προορισμούς, χωρίς κατακραυγές κοινωνικές, χωρίς φωνές συνειδήσεων των άλλων, χωρίς τσιρίδες και μαλώματα των αλλοθρήσκων, χωρίς αμφισβητήσεις και κριτικές, χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς στερεοτυπικά μοτίβα, χωρίς μοντέλα καλουπωμένα στο βολικό.
Η κοινωνία, αυτή ή η άλλη ή κάποια άλλη, είναι περισσότερο ή λιγότερο δεκτική στο «έξω από αυτήν». Αγκαλιάζει το γνωστό σαν νεογέννητο βρέφος, αλλά διαστροφικά το βρίζει, ακόμη κι όταν ξέρει πως θα γίνει το πιο κακομαθημένο πλάσμα στον κόσμο που θα της βγάλει το λάδι. Αποδέχεται το στερεοτυπικό, ακόμη κι αν της αποδεικνύει και της υποδεικνύει η ιστορία επανειλημμένως πως πρέπει να το αποβάλει πανηγυρικά. Και υιοθετεί το εκ προοιμίου καταστροφικό, μόνο και μόνο γιατί δεν εμπιστεύεται προφήτες που υπόσχονται απαλλαγή και σωτηρία, γιατί τους θεωρεί αγύρτες προφήτες, όπως οι Φαρισαίοι τον Χριστό.
Άλλωστε τα ώτα, αυτάρεσκα γαρ, θέλουν να χαϊδεύονται. Να ακούνε αυτό που τα κάνει να χαίρονται. Να νιώθουν ικανοποιημένα, όταν ο συνεργάτης τους, η γλώσσα, μιλάει και δεν βρίσκει εμπόδιο σε κανέναν τοίχο, αντίσταση σε καμία συνείδηση, αντεπιχείρημα από καμία άλλη γλώσσα, διαφορετικότητα από κανένα άλλο μυαλό, καινοτομία από άλλον συνδαιτυμόνα.
Και να ‘ναι απλά τα ώτα αυτάρεσκα ή η συνειδησιακή μας ενοχή? Να ‘ναι ο εγωκεντρικός μας χαρακτήρας που θέλει ενδόμυχα ακόμα και τις λαθεμένες του επιλογές να τις δικαιολογήσει? Να θέλει παρέα στην από λάθος επιλογή της μοναξιάς του? Να θέλει η ρουφήχτρα της τρικυμισμένης του ζωής να φέρει στον πάτο της θάλασσας και άλλα ναυάγια? Είναι που ξέρει ότι πνίγηκε κι ότι βρίσκεται στον άλλον κόσμο, τον κολασμένο, αλλά δε θέλει να ‘ναι μόνος του και αναζητάει συντροφιά? Γνωρίζει πως έκανε λάθος και προβληματικές επιλογές, αλλά τραβάει τα καράβια της επιφάνειας που αρμενίζουν στα δικά τους ήρεμα ακρογιάλια για να τα βυθίσει με το έτσι θέλω στον βυθό του? Να τα αποδείξει πως μια μέρα θα γίνουν κι εκείνα θαλάσσια κουφάρια, με μόνη ζωή ανάμεσα στα αλίκτυπα και σκουριασμένα τους σκαριά τα φαντάσματα μιας ονειροπαρμένης ζωής, που δεν στέριωσε όπως την ονειρεύτηκαν? Και στα οποία μπορεί να κυκλοφορεί πού και πού, κανένα ψάρι, αλλά μόνο σαρκοβόρο!?
Δεν ξέρω εάν είναι όλοι αυτοί άνθρωποι «αποτυχημένοι», «απογοητευμένοι», άνθρωποι που αλλιώς τα πίστευαν και αλλιώς τους ήρθανε, είναι όμως σίγουρα άνθρωποι που θέλουν να δικαιολογήσουν για κάποιον λόγο την «αποτυχία» τους και ψάχνουν απεγνωσμένα συνοδοιπόρους στη μιζέρια τους, κλείνοντας τα μάτια στο «άλλο», κλείνοντας τα αφτιά τους στο διαφορετικό, αλλά το στόμα τους το κρατούν απύλωτο, ώστε να επικρίνουν και να εκμηδενίζουν τις διαφορετικές από εκείνους επιλογές.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

ΑΙΤΗΣΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ


                                           ΠΡΟΣ: Πατέρα ημών




ΟΝΟΜΑ: Χριστός
ΠΑΤΡΩΝΥΜΟ: Θεός
ΜΗΤΡΩΝΥΜΟ: Παρθένος Μαρία
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: Πανταχού παρών
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ:  τα πάντα πληρών
ΘΕΜΑ: «Η (ανα)γέννησίς  μου
κατά της κρίσεως»
Παρακαλώ σε, πάτερ, όπως συντρέξης το ανθρωπίνον γένος της Ελλάδος το ελάχιστον κατά τας ημέρας των εορτών  ίνα εορτάση και τούτο το δύστυχον τας ημέρας της αγάπης δίχως στερήσεις υλικών, γλυκών και ξέγνοιαστων απολαύσεων, δώρων και εκπλήξεων! Με το πέρας των εορτών θα ηυχόμην να έχη αποκτήση ήδη το μυαλό το οποίο του λείπει ώστε εις τας επικειμένας εκλογάς να προσέχη ποιον θα επιλέξη μαχαραγιά εις την κεφαλήν του, διότι οφείλει να κατανοήση ότι η πολιτικοποίηση και η πολιτική ουκ εστί «Παίξε-Γέλασε» και πως τα κριτήρια επιλογής ου ταυτίζονται με προσωπικά συμφέροντα αλλά αποτελούσι συνισταμένην το ελάχιστον ωρίμου σκέψεως, και ει ακόμη εκπέσουσι έξω αι προβλέψεις των, την επομένη δίνεται υμίν η ευκαιρία να επανορθώσωμεν και ουχί να ποιήσωμεν το αυτό λάθος. Τούτο το έθνος είναι το μοναδικόν παγκοσμίως το οποίον, εν ω βλέπει ότι επιλέγει λάθος ηγεμόνας, ποιεί το αυτό λάθος κατ’ επανάληψιν και απορεί τις πώς γέννησε το «δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού» μία χώρα η οποία εξαμαρτάνει ουχί δις, ουχί τρις και τετράκις και πεντάκις αλλά πολλάκις εις θέματα επιλογής αρχηγών.   
Πάτερ, φώτισε έτι τούτους, ίνα καταλάβωσι ότι βιούσι εις μίαν ψευδαίσθησιν κλίματος δημοκρατικού και ότι ενώ διατείνονται δημοσίως στα κατά κόσμον Μ.Μ.Ε. ότι απεχθάνονται τας επισκέψεις του τέως...(χμ! «βασιλέως», Θου, Κύριε, φυλακήν...) κατά τους θερινούς μήνας, ότε εκείνος μετά της οικογενείας του εκδράμει εις τας ελληνικάς νήσους δια τας διακοπάς των, κατά βάθος και εις την πλειοψηφίαν εισί άπαντες φιλοβασιλικοί εφόσον βεβαίως-βεβαίως εκλέγουσι επί σειρά ετών τους (υ)ιούς και τας θυγατέρας παλαιότερων πολιτικών. Ειπέ μοι, ω Πάτερ, ουκ εστι τούτο ένδηλος απόδειξις ότι η χώρα η οποία εγέννησε πάλαι ποτέ την δημοκρατίαν, αυτοαναιρείται διότι το πολίτευμά της εστί η αιρετή βασιλεία?  
Δος αυτοίς, άρα, νουν και γνώσιν και κρίσιν ίνα εξέλθωσιν εκ της κρίσεως (της οικονομικής) -κοινή γαρ η τύχη εστί και το μέλλον αόρατον, ως γνωστόν, δι’ απαξάπαντα τα έθνη της Ευρώπης- και εστί κρίμα κι άδικον δια την Ελλαδίτσαν, την γενέτειραν του πολιτισμού, των τεχνών και των γραμμάτων να κυβερνάται υπό τεχνοκρατών, προδοτών, απολίτιστων και ξένων διοικητών χωρών τας οποίας η ένδοξος Ελλάς κάποτε απέλασε μετά του πλέονος ηρωικού τρόπου. Και επειδή ο πόλεμος ου δύναται να γένη μετά όπλων (διότι ου προβλέπεται να μείνη όρθιον ΤΙΠΟΤΕ), ευκολότερος ταύτην την στιγμήν της ιστορίας εστί ο οικονομικός πόλεμος των εθνών δια να επικρατήσωσι οι βάρβαροι.
Ε ας μην επαληθεύσωμεν άλλην μίαν φοράν τον Καβάφη εις το ομώνυμόν του ποίημα.
Πάτερ, άφες αυτοίς! Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι αλλά ελέησον αυτούς  και κράτα μόνον τα καλά της κρίσεως, διότι το  ανθρώπινον γένος των Ελλήνων είχε ήδη εκπέσει ηθικά και τώρα ευκαιρία εστί να επανεξετάση  «Τις Πταίει?» και δια τί «Δυστυχώς  Επτωχεύσανε»»

Ημερομηνία 22/12/2011
Ο αιτών
Ιησούς Χριστός

(κατά τους αγραμμάτους)
ο ετών (!!!!)
 33
και του Χρόνου



ΥΓ1: Μπορεί ο Χριστός, ετών 33, να προσεύχεται σαν να βρίσκεται στον κήπο της Γεθσημανής και μπορεί το σκηνικό να θυμίζει Πάσχα, ωστόσο η Γέννηση, η Αναγέννηση, το Πάσχα, η Λαμπρή μας έχουν κοινό παρονομαστή: Αγαπάτε Αλλήλους...
ΥΓ2: Μπορεί πέρσι το Γράμμα στον Αϊ-Βασίλη να μην έφτασε ποτέ. Φέτος υποβάλλουμε αίτηση, μήπως με τόσα μέτρα το Δημόσιο εξυγιάνθηκε και δεν πάει η αίτηση στα αζήτητα, αλλά εισακουστούν τα αιτήματά μας!!!
Σύλλογος εργαζομένων ιδιωτικού δικαίου!


Και επί τη ευκαιρία, "Να τα πούμε????"


Καλές γιορτές
Ξανά μαζί το 2012!!!!!

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

Σαρακοστιανός (Σουρ)ρεαλισμός!


Στο μεταξύ ο Χριστός περιφερότανε όλη την ώρα από τραπέζι σε τραπέζι μέχρι να αποφασιστεί πού θα κάτσει! Μία ανέβαινε στο τραπέζι και μια καθότανε στο πάτωμα! Μία πάνω σε γαϊδουράκι οδεύοντας για Αίγυπτο και μια στατικός και θερμαινόμενος από τα χνώτα των ζώων μέσα στο παχνί της Βηθλεέμ. Πάντως, και άπιστος να ‘σαι, εν τέλει πείθεσαι πως είναι πανταχού παρών και τα πάντα φορών: σπάργανα σε μπεζ, σε μπορντό, σε χρυσαφί, σε λευκό. Ο δε Άγιος Βασίλειος-Santa Claus-Père Noël, άλλοτε αδυνατισμένος (σπάνια) και άλλοτε λιγότερο ή περισσότερο παχύσαρκος, με σάκο γεμάτο ή μισοαδειασμένο, μια καθότανε μπροστά στο τζάκι και μια με το ένα πόδι μέσα στην καμινάδα και το άλλο πάνω στα κεραμίδια, προσπαθούσε να εισέλθει ανορθόδοξα στην εστία. Επίσης τον συναντούσες ή πάνω σε έλκηθρο κατά μόνας ή καμιά φορά με μια γιαγιούλα, που του έμοιαζε, αγκαζέ (η γυναίκα του θα ‘ναι, λένε τα ζευγάρια μετά από λίγα χρόνια μοιάζουν και φυσιογνωμικά μεταξύ τους), ή κατευθυνόμενο προς ένα χιονισμένο αγροτόσπιτο πεζή και κλείνοντάς σου το μάτι ροδαλός-ροδαλός  μέσα σε ασορτί με τα κόκκινα μάγουλά του ρούχα.   
Τα αγγελουδάκια πάλι σταματημό δεν είχανε. Πόσους αγγέλους μπορεί να αντέξει η γη? Η κάθοδος των μυρίων (αγγέλων) με λευκά γιακαδάκια και μπορντό φορεματάκια, με άσπρα ρουχαλάκια και ξανθά μαλλάκια, με ραβδάκια στα χέρια ή βιβλιαράκια και άγγελοι κεχηνότες ψάλλουν ευλαβικά.  
Και μπερδεύτηκαν μεταξύ τους όλα ξαφνικά: διαπίστωσα ότι είχαν πέσει αστέρια στη γη και πως τα έλατα από τις βουνοκορφές υλοτομήθηκαν, κατέβηκαν οι τάρανδοι στα πεδινά αντί να πάρουν τα βουνά. Οι καμπάνες χωρίς καμπαναριά και τα τύμπανα δίχως τυμπανιστές ανακατεύτηκαν ανάμεσα σε τρενάκια, ελαφάκια και ψημένα πέτρινα κουλουράκια.  
Τρενάκια? Περνάει το τρένο από το σαλόνι μου? Πέσανε αστέρια στην κουζίνα μου? Καταδέχθηκαν οι άγγελοι να περάσουν το κατώφλι του σπιτιού μου? Τζάκι δεν έχω σίγουρα. Από ποια καμινάδα εισήλθε ο χοντρός Άγιος Βασίλειος, όλοι αυτοί Άγιοι Βασίληδες και οι Χριστούληδες? Πόσοι ήταν άραγε?  Αρπάζω έναν άγγελο από το φτερό και τον τοποθετώ κάτω από το παράθυρο να δείχνει ότι ψάλλει γύρω από το θείο Βρέφος που μόλις εγεννήθη. Συμβολικά. Κι ενώ η ιστορία κατατάσσει σε διαφορετικό χωροχρόνο ορισμένες προσωπικότητες, οι γωνιές του σπιτιού τις συμφιλιώνουν και κάνουν το Χριστό με τον Άγιο Βασίλειο ομοτράπεζους, αντάμα ο ένας με τον άλλον και μάλιστα περικυκλωμένους από τυμπανιστές, χιονισμένα κλαδιά, χρυσίζουσες μπάλες, φύλλα από έλατα και γκι τυλιγμένα σε καμπανάκια.
Ναι. Εγώ φταίω για όλον αυτόν τον χαμό. Το ομολογώ ευθαρσώς! Είμαι υπαίτια, κύριος αυτουργός για όλη αυτήν την αναστάτωση που προκάλεσα στο σύμπαν.  Που κατέβασα τον ουρανό στη γη και ανακατέταξα χώρους, ανέμειξα χρόνους, μπέρδεψα τη χλωρίδα του βορρά με την πανίδα του Ισημερινού, που έβαλα αντίκρυ στην καμήλα της Αιγύπτου τον Σκανδιναβό τάρανδο να πίνουν παγωμένο νερό από τη λίμνη, όπου κάνουν πατινάζ χαρούμενα μικρά παιδάκια με σκουφάκια και μυτούλες κόκκινες, και παραδίπλα ένα τζάκι αναμμένο με φωτιά που δεν μπορεί να λιώσει τα χιόνια που πέσανε πλάι του από το χιονισμένο έλατο που αιωρείται πάνω του...
Θα με ζήλευε κι ο Θεός ο ίδιος. Θα ζήλευε το πάντρεμα Βορείου και Νοτίου ημισφαιρίου, θα ζήλευε την εύλογη αυτή απουσία της γραμμικότητας στο χρόνο, θα ζήλευε τον ιμπεριαλισμό της Δύσης. Θα ζήλευε τη βιομηχανία της που κατάφερε να ξεπεράσει το παράλογο, να κατασκευάσει τη συμφιλίωση του ετεροχρονισμένου με τον τρέχοντα χρόνο, να συνταιριάξει πρόσωπα και καταστάσεις, να προσγειώσει τα θεία και μεταφυσικά και να απογειώσει την κατανάλωση στα ύψη γύρω από ένα θέμα που όσο η επιστήμη εξελίσσεται, τόσο αυτό αμφισβητείται και η Βίβλος θεωρείται πια ένα ωραίο, ευκολονόητο για τα πρώτα μας χρόνια παραμύθι. Αλλά μέχρις εκεί. Παραμύθι. Ποια γέννηση? Ποιος Μεσσίας? Ποιος Χριστός? Ποιος Θεός? Ποια ανώτερη δύναμη? Ποια Χριστούγεννα? Ποια εκκλησία?
Ο Χριστός γεννάται μέσα σου. Αν υπάρχει. Μα θα στολίσουμε δέντρο και θα το γιορτάσουμε, ακόμη κι αν δεν υπάρχει ή δεν πιστεύουμε πως υπάρχει, επειδή η Δύση κατόρθωσε με τον τρόπο της να το επιβάλλει και επειδή οι γιορτές είναι ευκαιρία να ανταμώνουμε και να χαίρονται τα παιδιά. Κατά τα άλλα, αν γεννήθηκε ο Μεσσίας ή όχι, αν είναι κατασκευή μιας μεγάλης συνομωσίας (εκκλησιαστικής) και ανακατασκευή μια μεγαλύτερης (διαφημιστικής), δε δείχνει να νοιάζει και πολύ!

Τρίτη, 15 Νοέμβρη
 Αγαπημένο μου ημερολόγιο, στόλισμα τέλος. Αρχή της Σαρακοστής. Εγώ και οι μαγαζάτορες. Είμαι υπερβολική?! Εκείνοι έχουν τους λόγους τους και βιάζονται. Όχι όπως κάποτε βέβαια που το παραξήλωναν και φιγούραραν στις βιτρίνες οι Αϊ-Βασίληδες δίπλα στα ψαροντούφεκα και τα μαγιό (θα μου πεις αυστραλιακή version, αλλά εδώ είναι ακόμα Ελλάδα, άσχετα αν η μισή σε λίγο θα φύγει και θα πάει κατά ‘κει), αλλά οι άνθρωποι πρέπει να πουλήσουν.  Εγώ τι λόγους έχω? Ε θα ‘χω κι εγώ τους δικούς μου που το ‘κανα φέτος τόσο νωρίς άμα τη ενάρξει της Σαρακοστής! Σαρακοστή ε? Γι’ αυτό μόλις ξύπνησα ήπια γάλα και μαγείρεψα κρέας για το μεσημέρι, μετά πέρασα από το ταχυδρομείο να πληρώσω τη συνδρομή μου στην Action Aid για το παιδάκι που υιοθέτησα, σταμάτησα όμως και στα Jumbo να αγοράσω τα τελευταία στολίδια για το σαλόνι μου. Πιθανώς το παιδάκι που υιοθέτησα να κατασκεύασε και τα παιχνιδάκια που αγόρασα. Αμάν καημός! Τι με νοιάζει? Εγώ μια φορά τη συνείδησή μου την έχω ήσυχη! Και στο μεταξύ έβρισα και το γείτονα που για άλλη μια φορά αρνήθηκε να πληρώσει τα κοινόχρηστα. Στην εκκλησία βέέέβαια. Θα πάω. Παντρεύεται μια φίλη μου την άλλη Πέμπτη.
Άνθρωπος της Δύσης γαρ, ζω κι εγώ τα Χριστούγεννα όπως όλοι (ή μάλλον οι περισσότεροι)

Καλή Σαρακοστή


Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Γράμμα στον Άγιο Βασίλη….

31/12/2010

Αγαπημένε μου Άη Βασίλη,
Η αλήθεια είναι ότι δεν πιστεύω και πολύ ότι υπάρχεις. Δεν αμφισβητώ βέβαια ότι υπήρξες! Τώρα αν ήσουνα -όπως σε παρουσιάζει η Coca-Cola-  ψηλός, χοντρός, ασπρογένης με γαλλική κοκκινιστή, σαν το βοδινό της μαμάς, μυτούλα και με τέτοιο χαμόγελο και χοχολίστικο γέλιο και, ενώ έχεις μόνο μία νύχτα να μοιράσεις τα δώρα σου, δεν αγχώνεσαι…. αυτό μόνον εσύ το ξέρεις.
 Διαθέτεις τέτοιο εργαστήρι με τόσους βοηθούς? Μέσα σε ένα βράδυ κατεβαίνεις από τόσες καμινάδες χωρίς να γκρεμοτσακίζεσαι και χωρίς να κάνεις μαύρα τα κόκκινά σου ρούχα από τις καπνιές? Εσύ μάνα δεν έχεις να σε μαλώνει όταν λερώνεσαι? Και το έλκηθρο σου πώς πετάει? Δεν ισχύουν για σένα οι νόμοι της φυσικής, όπως αυτός της βαρύτητας? Και στα σπίτια που δεν έχουν τζάκι, δηλαδή  «δεν είναι από τζάκι» (κάποτε ίσχυε το αντίθετο) δεν πηγαίνεις? Περνάς μήπως και μέσα από τις σωλήνες του καλοριφέρ ή από το μπουρί της σόμπας? Και γιατί ξαφνικά στα 75 σου θέλησες να γίνεις ακροβάτης αλά τσίρκο Μεντράνο και κρεμιέσαι από τα κάγκελα στα μπαλκόνια σαν να μας απειλείς ότι θα αυτοκτονήσεις?
        Όπως και να ‘χει Άη Βασίλη μου, εγώ θα σου ευχηθώ να συνεχίσεις να υπάρχεις, έστω και νοερά, έστω περιστασιακά -μια φορά το χρόνο, έστω και φαντασιακά ή ιδεατά, για να έχουμε μία ελπίδα και κάτι να προσμένουμε:
Και δεν ξέρω αν φτιάχνεις στο εργαστήρι σου μόνο κουκλίτσες και τρενάκια με πολύχρωμες ροδίτσες για τα παιδάκια, θα ήτανε πάντως πολύ χρήσιμο αν έφτιαχνες και άλλα πράματα για τους ανθρώπους, τους πιο μεγάλους: θα μπορούσες, ας πούμε, να φτιάξεις μυαλό για πολλούς που δεν έχουν ή που είχανε αλλά το χάσανε λόγω ξιπασιάς. Επίσης, θα μπορούσες να μοιράσεις αξιοπρέπεια σε κάποιους ανθρώπους, γιατί ξεφτιλίζουν τον εαυτό τους αλλά και τους άλλους ενίοτε με τις πράξεις τους. Ή και καλλιέργεια!!Βέβαια! Σπουδαίο δώρο και είδος υπό εξαφάνιση! Όπου και να ψάξεις, λένε, δε βρίσκεις, γιατί δεν πουλιέται. Μόνο φτιάχνεται! Αχ! Άγιε μου Βασίλη, Θεό θα σε κάνω! Σε παρακαλώώώ!!!! Να χαρείς τα ποθαμένα σου!!! Τόσα ξωτικά έχεις γύρω σου!!! Βάλ’ τα σε παρακαλώ να φτιάξουν λίγο από «καλλιέργεια» και μοίρασέ τηνα στους φτωχούς και στους δήθεν πλούσιους! Θα σε ευγνωμονώ μια ζωή. Και να δεις που εγώ θα σου ανάψω μια λαμπάδααααα, ίσα με το μπόι σου!
 Ακόμη θα ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους σου, αν έφερνες σύνεση και προνοητικότητα σε κάποιους που δεν φροντίζουν εκ των προτέρων να εξασφαλίσουν σημαντικά προς το ζην πράματα…
        Για την οικογένειά μου Άη Βασίλη θέλω λίγα αλλά πολύ σημαντικά πραματάκια: εκτός από τα παραπάνω θέλω στη μαμά μου να της φέρεις λιγότερα έως καθόλου πιάτα και σεμεδάκια για τη νέα χρονιά. Άη Βασίλη έχουμε πρόβλημα! Έχει γεμίσει ήδη εφτά αποθήκες και πάει (απ)αισίως για την όγδοη! Επίσης, θέλω να την κάνεις να μιλάει λιγότερο, γιατί μας παίρνει τα αφτιά άλλοτε με λόγο και άλλοτε χωρίς. Τις περισσότερες χωρίς αλλά η μαμά πάντα βρίσκει λόγο να μουρμουρίζει. Να της δώσεις λιγότερο χρόνο για τους άλλους, γιατί όλο για τους άλλους τρέχει και ποτέ για τον εαυτό της κι όταν της κάνουμε παρατήρηση μας λέει εμάς να μη μας νοιάζει αλλά όταν το βράδυ βογκάει από τους πόνους στα πόδια της, εμείς την ακούμε αλλά της λέμε ότι δε μας νοιάζει και μετά αυτή λέει παιδιά έβγαλα εγώ ή σκυλιά και ότι δεν πρόκειται ποτέ ξανά να μας πλύνει ούτε ένα ρούχο και να μας ξαναμαγειρέψει και να πάμε στη γειτόνισσα να μας φροντίσει. Εν τω μεταξύ η γειτόνισσα είναι φίλη της και δεν ξέρω γιατί κάθε φορά την αναφέρει λες και είναι ο πιο αδιάφορος άνθρωπος στον κόσμο.
        Άγιε Βασίλη, θέλω ακόμα να φέρεις στο μπαμπά μου λίγο παραπάνω υπομονή από όσο είχε πέρυσι για να αντέξει τη μαμά που του άσπρισε, όπως λέει, τα μαλλιά αλλά κάθε φορά που δεν είναι καλά η μαμά μας λέει συνέχεια τη μαμά και μάτια σας γιατί χαθήκαμε όλοι… Τελικά τη θέλει ή δεν τη θέλει, δεν έχω καταλάβει ακόμη, έχω μπερδευτεί και η πλάκα είναι ότι προχθές κλείσανε αισίως 33 χρόνια γάμου, σαν τον Μεγα-Αλέξανδρο, το Χριστό και το Διγενή Ακρίτα και κάθε χρόνο λένε ότι θα χωρίσουνε αλλά μαζί δεν κάνουνε και χώρια δεν μπορούνε και εγώ με τον αδερφό μου δεν τους παίρνουμε πια στα σοβαρά, γιατί μάλλον αγαπιούνται παρόλο που η μαμά έλεγε συνέχεια ότι δεν έφταιγε κανένας άλλος παρά αυτή που άφησε το χωριό της και ήρθε ξένη μες στους ξένους. Αλλά ούτε αυτό το κατάλαβα γιατί η μαμά ξέρει πιο πολλούς ανθρώπους σε αυτόν τον ξένο τόπο από το μπαμπά…
        Επίσης, καλέ μου Άγιε Βασίλη, θέλω να φέρεις τον αδερφό μου λίγο πιο κοντά από εκεί που είναι, γιατί βαρεθήκαμε κάθε φορά να τρέχουμε χιλιόμετρα με τα τάπερ τα γεμάτα μαγειρεμένο φαγητό και να μας έχουνε μάθει όλοι οι οδηγοί του ΚΤΕΛ ότι στέλνει η μάνα στον (υ)ιό της σαρμαδάκια γιαλαντζί ή λαγό στιφάδο και πατάτες γάστρας πάνω σε ένα πούλμαν σαν να πάνε εκδρομή στον Άγιο Νεκτάριο της Αίγινας να προσκυνήσουν στο μοναστήρι ένα πράμα… Ρεζίλι έχουμε γίνει!
        Για μένα Άη Βασίλη δε θέλω και πολλά! Όλα τα παραπάνω αν κάνεις για τους άλλους, εγώ θα είμαι πλήρης και θα νιώθω ανακουφισμένη από όλη αυτή τη γκρίνια και τη φασαρία που συμβαίνει γύρω μου! Γι’ αυτό Άη Βασίλη μου, αν υπάρχεις, σε παρακαλώ, μην παραβλέψεις αυτό το γράμμα και μου φέρεις πάλι ό,τι, υποτίθεται τουλάχιστον, πως μου έφερες εσύ πέρυσι: εβδομήντα πέντε ευρώ μέσα σε έναν φάκελο με μια Χριστουγεννιάτικη Κάρτα με ευχές… Λεφτά είναι αυτά, δηλαδή χαρτιά. Να, γι’ αυτά τα παλιόχαρτα χάλασαν οι άνθρωποι και είναι όλοι δυστυχισμένοι γύρω μας: γιατί κανείς, Άη Βασίλη μου, δεν εκτίμησε ποτέ πόσο πολύ αξίζει αυτό που «είναι» κάποιος κι όχι αυτό που «έχει». Γιατί κανείς δεν κατάλαβε πως όταν κάποιος «ΕΙΝΑΙ», ο Θεός του δίνει και «ΕΧΕΙ»… Όλοι νομίζουν το αντίθετο: πως όποιος «ΕΧΕΙ» σημαίνει και πως «ΕΙΝΑΙ»… και να που κατάντησε η χώρα μου… γι’ αυτό: μη, παρακαλώ σε, μη λησμονάς τη χώρα μου!!!!
Σε φιλώ
Το Μικρό Κωνσταντινάκι
(…που βγήκε από μέσα μου)