Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πυτζάμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πυτζάμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

Αλλά...ΖΩ!


Δεν είναι όπως τότε. Όπως πολλά «τότε», δεν είναι ούτε κι αυτό. Κάποτε πετούσα τη σκούφια μου για διασκέδαση. Έβγαζα έξω το κουράγιο μου, γλεντούσα τις τρελαμένες διαθέσεις μου, κερνούσα τη μοναξιά μου συντροφιές και αγκαλιές και στόλιζα το παρουσιαστικό μου με ρούχα εξόδου. Κανόνιζα, κανονίζανε οι άλλοι ή δεν κανόνιζε κανείς, τα «ακανόνιστα είναι τα καλύτερά» ήταν το έμβλημά μας. Και όταν άκουγα πρόταση που να ξεκινάει με το «Πάμε στο...» στη συλλαβή Πα- είχα φύγει! «Για πού?», «με ποιον?», «γιατί?», «για τι?» προφανώς και μου ήτανε αδιάφορο. Ή ακατόρθωτο να προσπαθώ να μαντέψω ποια έκπληξη με περιμένει, ποιον θα συναντήσω που θα ήθελα να δω αλλά δεν μου επιτρεπόταν να προγραμματίσω. Πήγαινα! Έτσι απλά πήγαινα. Αλλά τότε ήτανε αλλιώς. Άνοιγα πρώτη το χορό πάνω στις πίστες ή κυρίως κάτω από αυτές,  σήκωνα ένα μαγαζί στο πόδι κάνοντάς τους όλους να χορεύουν, δε γνώριζα από «βάδην» μόνο από «πετάδην», γιατί βιαζόμουνα...βιαζόμουνα να βγω, να δω, να πιω (?) αλλά όχι να μπω στο καβούκι μου.
Η επιστροφή ήταν κάτι που δε σε απασχολούσε σε αυτές τις περιπτώσεις. Περνάς καλά παρέα με τους φίλους και την επικείμενη ανεξαρτησία σου. Διασκεδάζεις όντως τις έγνοιες σου, διασκορπίζεις πράγματι τον εαυτό σου και μαζεύεις τα κομματάκια σου από το πάτωμα λίγο πριν γυρίσεις στο σπίτι. Ο ήλιος ανατέλλει αλλά τα μάτια σου βασιλεύουν. Το σπίτι ήταν ανοιχτό και απορώ πως οι δικοί μου δε με διώξανε καμιά μέρα (δλδ νύχτα) από το σπίτι.
Αυτά όμως πάνε.  Τώρα πια κανονίζουμε πολλοί και μένουμε στα ακανόνιστα κανονίσματα. Μια πόλη τεράστια, οι εναλλακτικές πολλές, τα κέντρα περισσότερα, τα μέσα πάμπολλα αλλά οι διαθέσεις? Αυτές μαράζωσαν και κούρνιασαν στον καναπέ κάτω από τη ζεστή ακριλική κουβέρτα. Υγιές! Όσο μεγαλώνεις εσύ, αντιστρόφως ανάλογα μικραίνουν εκείνες! Παγκόσμια σταθερά. Αν ήταν αλλιώς, θα ήταν ανησυχητικά τα πράγματα. Φωλιάζεις παρέα με την κούραση, αγκαλιάζεις νοσταλγικά το μαξιλάρι, αγαπάς περισσότερο από ποτέ την πυτζάμα και τρυπώνεις όλο και πιο βαθιά στο κρεβάτι. Μισείς τα τηλέφωνα μετά τις 21.00! Μεγάλωσα! Αν δεν προτείνεις τώρα, να βγούμε τώρα και όχι ύστερα, άργησες! Αμ’ έπος, αμ’ έργον! Αλλιώς πάει. Το ‘χασες το τρένο. Θα κάτσω σπίτι, θα αράξω σπίτι που λέει και ο αοιδός. 

......................................................................................................................

Αν βγαίνω? Πώς! Σπάνια, αλλά βγαίνω. Απλά αυτή τη φορά δε διασκεδάΖΩ αλλά διαβάΖΩ. Απέκτησα και εδώ μια κριτική στάση στη διασκέδαση να βλέπω πίσω από αυτό που κοιτάζω. ΔιαβάΖΩ στα μάτια του κιθαρίστα την ανία που νιώθει, ενώ οι άλλοι διασκεδάζουν κι αυτός θέλει να πάει σπίτι του και κοιτάΖΩ τον επίορκο πιανίστα που μεγάλωσε από τα 5 του στα ωδεία μελετώντας Chopin και Beethoven να τραγουδάει Καρβέλα «Τα πρόστυχα τα μαύρα τα εσώρουχά σου», γιατί μάλλον δεν κατάφερε να μπει στη συμφωνική ορχήστρα της Βιέννης,  αλλά «Ανάγκα και οι θεοί πείθονται».
Αλλά-ζει ο άνθρωπος, αλλά ΖΕΙ...