Πήγαμε σπίτι κι όταν κάποιος είπε "Που ήσασταν;" εμείς είπαμε "Έξω". Κι όταν κάποιος είπε "Τι κάνατε μέχρι τόσο αργά το βράδυ;" εμείς είπαμε όπως πάντα, "Τίποτα".
Και τι ήταν αυτό το τίποτα; κουνιόμασταν στις κούνιες. Πηγαίναμε βόλτες. Ξαπλώναμε ανάσκελα στις πίσω αυλές και μασούσαμε χορτάρι. Κι όταν τελειώναμε, εκείνος -ο καλύτερός μου φίλος-, με πήγαινε ως το σπίτι μου κι όταν φτάναμε εκεί, τον πήγαινα εγώ πίσω στο δικό του σπίτι και μετά αυτός με ξαναπήγαινε στο δικό μου και... και...
Κοιτούσαμε διάφορα: κοιτούσαμε ανθρώπους να χτίζουν σπίτια, άντρες να διορθώνουν αυτοκίνητα και κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον να μπαλώνει τα λάστιχα του ποδηλάτου με λαστιχένιες ταινίες... Κοιτούσαμε τους πατεράδες μας να παίζουν χαρτιά, τις μανάδες μας να φτιάχνουν μαρμελάδα, τις αδελφές μας να παίζουν σχοινάκι, να τυλίγουν τα μαλλιά τους...
Καθόμαστε πάνω σε κουτιά, καθόμαστε κάτω από μπαλκόνια. Καθόμαστε σε στέγες. Καθόμαστε σε κλαδιά δέντρων.
Στεκόμασταν σε σανίδια πάνω από εκσκαφές. Στεκόμασταν πάνω σε σωρούς από φύλλα. Στεκόμασταν στη βροχή που έσταζε από τις μαρκίζες. Στεκόμασταν βουτηγμένοι ως το λαιμό στο χιόνι.
Κοιτούσαμε πράγματα, όπως μαχαίρια και ακρίδες και σύννεφα και σκυλιά και ανθρώπους.
Αναπηδούσαμε και κάναμε κουτσό και πηδούσαμε. Χωρίς να πηγαίνουμε πουθενά, μόνο αναπηδούσαμε και κάναμε κουτσό και πηδούσαμε και καλπάζαμε.
Τραγουδούσαμε και σκαλίζαμε και σιγομουρμουρίζαμε και ξεφωνίζαμε.
Αυτό που εννοώ, Τζακ, είναι ότι κάναμε «ένα σωρό από τίποτα».
Και τι ήταν αυτό το τίποτα; κουνιόμασταν στις κούνιες. Πηγαίναμε βόλτες. Ξαπλώναμε ανάσκελα στις πίσω αυλές και μασούσαμε χορτάρι. Κι όταν τελειώναμε, εκείνος -ο καλύτερός μου φίλος-, με πήγαινε ως το σπίτι μου κι όταν φτάναμε εκεί, τον πήγαινα εγώ πίσω στο δικό του σπίτι και μετά αυτός με ξαναπήγαινε στο δικό μου και... και...
Κοιτούσαμε διάφορα: κοιτούσαμε ανθρώπους να χτίζουν σπίτια, άντρες να διορθώνουν αυτοκίνητα και κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον να μπαλώνει τα λάστιχα του ποδηλάτου με λαστιχένιες ταινίες... Κοιτούσαμε τους πατεράδες μας να παίζουν χαρτιά, τις μανάδες μας να φτιάχνουν μαρμελάδα, τις αδελφές μας να παίζουν σχοινάκι, να τυλίγουν τα μαλλιά τους...
Καθόμαστε πάνω σε κουτιά, καθόμαστε κάτω από μπαλκόνια. Καθόμαστε σε στέγες. Καθόμαστε σε κλαδιά δέντρων.
Στεκόμασταν σε σανίδια πάνω από εκσκαφές. Στεκόμασταν πάνω σε σωρούς από φύλλα. Στεκόμασταν στη βροχή που έσταζε από τις μαρκίζες. Στεκόμασταν βουτηγμένοι ως το λαιμό στο χιόνι.
Κοιτούσαμε πράγματα, όπως μαχαίρια και ακρίδες και σύννεφα και σκυλιά και ανθρώπους.
Αναπηδούσαμε και κάναμε κουτσό και πηδούσαμε. Χωρίς να πηγαίνουμε πουθενά, μόνο αναπηδούσαμε και κάναμε κουτσό και πηδούσαμε και καλπάζαμε.
Τραγουδούσαμε και σκαλίζαμε και σιγομουρμουρίζαμε και ξεφωνίζαμε.
Αυτό που εννοώ, Τζακ, είναι ότι κάναμε «ένα σωρό από τίποτα».
Where Did You Go? Out.
What Did You Do? Nothing
What Did You Do? Nothing
Κι εγώ? Τι έκανα το Σαββατοκύριακο? Έκανα επίσης πολλά τίποτα! Είχα ανάγκη από το απόλυτο ΤΙΠΟΤΑ! Με δυνάμεις να με εγκαταλείπουν, με κουράγια φευγάτα, με δυνατότητες απούσες, και με όρεξη για εκπλήρωση των υποχρεώσεων μηδαμινή!
Εγκατάλειψη, φευγιό, απουσία και μηδέν, όλα αυτά μαζί, παρέα με το σώμα μου, να σέρνονται από καναπέ σε κρεβάτι και τούμπαλιν! Να θέλω να κοιμάάάάάάμαι, να ονειρεύομαι ύπνους και να απολαμβάνω ξάπλες, άπλες και ραχάτι! Αδιαφορώντας για τα πάντα και για τους πάντες. Όλη μέρα μέσα σε μια νυχτικιά, με άδεια κοιλιά, με μάτια μισάνοιχτα για λίγο αλλά και ερμητικά κλειστά για περισσότερο. Να μην ξέρω αν ξημέρωσε, αν μεσημέριασε ή αν βράδιασε... με πατζούρια κατεβασμένα, τηλέφωνα απενεργοποιημένα και νεύρα κλονισμένα... και μετά σκοτάδι, σιωπή, ηρεμία... Να μην πρέπει να πάω κάπου, να μην οφείλω να κάνω κάτι, να μην είμαι υποχρεωμένη να δω κάποιον. Πουθενά, τίποτε, κανέναν.
Η κυριαρχία του κενού και της παύσης, της ανάπαυσης, της ξεκούρασης! Γιατί θα πρέπει να είναι αργία για να αργώ? Γιατί πρέπει να πάω διακοπές για να διακόψω? Γιατί θα πρέπει να είναι σχόλη για να το σχολάσω? Εγώ ήθελα να το κάνω τη στιγμή που το ‘νιωσα! Βασικά... ψέματα λέω! «Δεν ήθελα» ακριβώς. Απλά δεν είχα άλλη επιλογή! Το σώμα μου δε διαπραγματευόταν με τις επιλογές μου τις εναλλακτικές. Οι «δράσεις» και οι «δραστηριότητες» δεν είχαν χώρο σ’ αυτό το Σαββατοκύριακο. Το κορμί διαλυμένο σε κομμάτια μεν, ακέραιο στις επιβολές, τις διαταγές και αυταρχικό δε, αρνούνταν κατηγορηματικά να με ακούσει και να με υπακούσει! Ό,τι κι αν του ‘λεγα, εκείνο ήθελε να με τραβάει προς τα κάτω. Να με καθηλώνει στο στρώμα. Να με πλέκει με τα σεντόνια. Και τα κατάφερε... Δεν έκανα ΤΙ-ΠΟ-ΤΕ!!!!
Ωραίο το «τίποτε». Χρήσιμο κι όχι χάσιμο. Και η χαζομάρα, και η χαλάρωση, και η ξεκούραση. Δε μου ‘χε ξανατύχει... δεν είχα, τέτοια περίθαλψη από την ατονία, τέτοια τόνωση από την ξεκούραση...
Και τώρα? Πάμε πάλι από την αρχή....