Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ευχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ευχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Κάνω μια (προς)ευχή!


Είναι ορισμένες στιγμές σκληρές και άτεγκτες, που ποντάρουν στο πόσο θα σε κάνουν να πονέσεις. Προσπαθεί η μία να παραβγεί της άλλης βάζοντας στοίχημα πώς μπορεί να σε σκοτώσει περισσότερο. Θέλει η καθεμιά να σε σφετεριστεί και καθόλου δεν της αρέσει η ιδέα ότι θα ξεφύγεις από τα στυγερά της δόντια. Σε θέλουν όλες εκεί, αντάμα, να πονάς κι εκείνες να καυχώνται επιδεικτικά: «Εγώ το ‘καμα! Καμαρώστε με». Θέλεις τότε να τις πιάσεις από το λαιμό, συγκεκριμένα από το λαρύγγι και να τις το στρίψεις μονομιάς. Χωρίς υπεκφυγές και όνειρα. Χωρίς παρηγοριές και δικαιολογίες: «Δεν το ‘θελε! Το ‘κανε κατά λάθος. Η Τύχη τις το όρισε!». Οι φόνοι της χαράς όμως γίνονται πάντα εκ προμελέτης, κατόπιν εσκεμμένης και συστημικής σχεδίασης. Και γίνονται ακαριαία. Δίχως προκαταρκτικές εναλλακτικές. Αρχίζεις και τρέμεις στην ιδέα ότι ορισμένες στιγμές εποφθαλμιούν την ησυχία και την παρηγοριά σου. Σου κλέβουν τους συμπαραστάτες και σου δολοφονούν την ηρεμία.
Και μια τέτοια ήρεμη μέρα, εκεί που λένε «στα καλά καθούμενα», κάποια κακιά στιγμή γύρισε την κατάσταση της γιαγιάς μου, της γιαγιάκας μου, της γιαγιούλας μου, της γιαγιακουλίτσας μου από τα πόδια της τα γερά και μου την έριξε στο κρεβάτι... μου την πήρε από το σπιτάκι της το ζεστό, από το δωματιάκι της το κουκλίστικο που καθότανε σαν μπιμπελό και με περίμενε κάθε βράδυ να πάω για να μου τρίψει την κουρασμένη μου πλάτη και την πιασμένη μου μέση. Αυτή η παλιοτύχη, μου την καθήλωσε σε ένα ξένο μέρος μακριά από μένα και μακριά από το σπίτι της, σε ένα lux  νοσοκομείο, αλλά ωστόσο νοσοκομείο, ακίνητη και ανήμπορη να ορίσει το χεράκι της και το ποδαράκι της... Αυτή η ζηλιάρα μοίρα, που ζήλευε τα πλεκτά της και τα υφαντά της της σταύρωσε τα χεράκια να μην μπορεί να πιάσει ούτε το ποτήρι της να πιει νερό από μόνη της.  
Και τώρα, κάθομαι μέσα σε ένα αδειανό δωματιάκι χωρίς ζέστη καμία, χωρίς παρηγοριά. Λείπει το μπιμπελό μου, η κουκλίτσα της κάμαρης, η ζωντάνια του σπιτιού και του μπαχτσέ. Λείπει το λουλούδι του κήπου. Και περιμένω να με ξαναπάρει στο τηλέφωνο να με ρωτήσει αν έφαγα. Ψάχνω να βρω τη σαλάτα στο τραπέζι έτοιμη κομμένη. Κοιτάζω τις βελόνες με το μισοπλεγμένο μαλλάκι πάνω στο τραπεζάκι άπραγες. Και μου χρωστάει τα άλλα μισά βήματα του tango που μου μάθαινε λίγο πριν φύγει στο νοσοκομείο. Γι’ αυτό κι εγώ θέλω και απαιτώ, εύχομαι και προσεύχομαι να επιστρέψει στο δωματιάκι της, έστω κι αν δεν ξαναπάει ποτέ στο σπιτάκι της στο χωριό. Και θέλω να μας κάνει πάλι τις πιο νόστιμες πιτούλες και να μας πλέξει τα πιο ζεστά πουλοβεράκια... Αυτό θέλω... γιατί η γιαγιά μου ακόμη και στο κρεβάτι μας κάνει όλους να γελάμε και συνέχεια αυτοσαρκάζεται. Συνέχεια κοροϊδεύει τον εαυτό της και γελάει. Συνέχεια κάνει πλάκα! Η γιαγιά μου είναι ΔΥΝΑΜΗ!
Και πιστεύω, ΠΙΣΤΕΥΩ, παρ'όλ'αυτά, πως υπάρχουν και στιγμές πιο δυνατές, πιο γενναιόδωρες, που σκοτώνονται μεταξύ τους ποια θα σε πρωτοφχαριστήσει. Ποια θα σε κάνει να αισθανθείς βασιλιάς και ρήγας. Νιώθεις κάτι να σε τρώει στην πλάτη και δεν είναι άλλο από τα φτερά που βγάζεις. Θες να πετάξεις, να δεις τον κόσμο αυτόν από ψηλά και να πιστέψεις σαν ένας θεός ότι ελπίδα υπάρχει. Γι’ αυτό η γιαγιάκα μου θα γίνει καλά, γιατί χωρίς αυτήν δεν έχουνε νόημα τα εγγόνια της! Γιατί χωρίς τη γιαγιά μου δεν υπάρχουν παραμύθια. Γιατί η γιαγιά μου είναι ο πιο φωτεινός δρόμος της ιστορίας που μου φωτίζει το μέλλον. Γιατί η γιαγιά μου είναι ροκ και προχθές που πήγα να τη δω μου φυλούσε έκπληξη: Άρχισε να κουνάει το «κουλό» της χεράκι και παίξαμε μπιλιάρδο!! Αλλά ήτανε και σκεφτική και ντρεπότανε που μας «ανάγκαζε» να «κουβαλιόμαστε» και να «την κουβαλάμε». Που την ταΐζουμε και την αλλάζουμε. Που την βάζουμε στο καροτσάκι και την πάμε βόλτα! Και ‘γω της είπα:

 «Γιαγιά, αυτό δεν είναι κακό. Η ζωή κάνει κάτι κύκλους σαν αυτόν που βλέπεις! Κι εσύ όταν γεννηθήκαμε μας τάιζες, μας άλλαζες και μας πήγαινες με το καροτσάκι βόλτες! Κουβαλιόσουνα από το χωριό που είναι στην άλλη άκρη του χάρτη και μας κουβαλούσες. Μόνο που είχαμε μία βασική, βασικότατη διαφορά: 

Εμείς τότε ως μωρά γκρινιάζαμε πολύ. Εσύ τώρα ΚΑΘΟΛΟΥ!


ΥΓ: Αν δε με πιστεύετε, ιδού:

 

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

Χαίρε νύ(μ)φη ….Ανύμφευτε!

Μια εβδομάδα έμεινε! Τα κανόνισα όλα! Κομμωτήρια, spa, μανικιουρίστα αλλά δεν κατέληξα σε ένα πράγμα: τι θα φορέσω? Πάλι στέκομαι με ανοιχτό το στόμα, σαν το χάνο, μπροστά στη ντουλάπα μου. Ρούχα! Ρούχα! Ρούχα! Παλεύουν μεταξύ τους να κρατήσουν μια περίοπτη θέση: Κάθε φόρεμα σε διαφορετική κρεμάστρα, κάθε φούστα σε ξέχωρο γαντζάκι για να μην επισκιάζεται από τη διπλανή της, κάθε είδους μπλούζα σε ξεχωριστό συρτάρι. «Όχι! Δε γίνεται! Παρ’ όλ’ αυτά ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙ ΝΑ ΒΑΛΩ (για άλλη μια φορά): το μωβ το μίντι ή το άσπρο το μίνι φόρεμα με τις παγιέτες? Μήπως το λαδί ντραπέ? Αποκλείεται! Μου κάνει περιφέρεια! Ο ταφτάς? Μπα! Πολύ γελοίος να σέρνεται στο τσάμικο σαν τη μοίρα της φουστανέλας! Είναι πιο περήφανο ύφασμα!! Καλά λέω ότι δεν έχω τι να φορέσω: Θα κατέβω κέντρο να αγοράσω καινούργιο φόρεμα: Οι εκπτώσεις ακόμα δεν τελείωσαν (επιχείρημα 1ο). Τι στο καλό? Η ξαδέρφη μου παντρεύεται. Μία φορά γίνεται όλο αυτό (επιχείρημα 2ο). Και στο κάτω-κάτω δουλεύω σαν το σκυλί ολημερίς, γυναίκα είμαι, δικαιούμαι να κάνω ένα δώρο στον εαυτό μου (επιχείρημα 3ο)…. Εσωτερικός μονόλογος με θέα τη ντουλάπα ΤΕΛΟΣ!
        Δεν ξέρω τι συμβολίζει ο Σεπτέμβρης για τους άλλους. Εγώ μια φορά κάθε Σεπτέμβρη τραβιέμαι όλα του τα Σαββατοκύριακα και σε έναν γάμο: το προσωνύμιό μου? «Βασίλω». Από το «όπου γάμος και χαρά…»
        Η βδομάδα που έρχεται είναι η τελευταία πριν το γάμο! Κι αν δεν έτρεξα μαζί με την ξαδέρφη  μου, να βοηθήσω! Είχε τόσα πράματα να ετοιμάσει για τον λαμπρό της γάμο! Μέχρι και οι τελευταίες λεπτομέρειες προσεγμένες: έμαθα πολλά: ότι όλα έπρεπε να έχουν ένα «θέμα»: στην περίπτωση της ξαδέρφης μου το λευκό με το λιλά. Κι έπρεπε όλα να είναι ξεχωριστά, ωραία, απλά, λιλά… Έψαχνε δλδ την ξεχωριστή ωραιότητα του απλού σε χρώμα λιλά!  
 Για τα προσκλητήρια φάγαμε άπειρες ώρες στο τυπογραφείο, αν έπρεπε να είναι τετράγωνα ή τρίγωνα με ή χωρίς κορδελάκι λιλά (πάντα) στο πλάι ή στο κέντρο του φακέλου. Στο κέντρο χρειαστήκαμε άλλο ένα δίωρο για το αν τα μαχαιροπήρουνα θα θέλε να είναι με ρίγα χρυσού ή όχι, και για το πώς θα καθίσουν οι καλεσμένοι στα τραπέζια, στο κομμωτήριο πήγαμε τρεις φορές τουλάχιστον για να αποφασίσει αν θα έχει τα μαλλιά της μαζεμένα ή κάτω, με πέπλο ή χωρίς κι άλλες τέσσερις, αν δεν απατώμαι, φορές πήγαμε στην αισθητικό, για καθαρισμό προσώπου, μασάζ χαλάρωσης, νύχια χεριών, ποδιών και αποτρίχωση. Ο στολισμός μας στοίχισε άλλες τρεις επισκέψεις στο ανθοπωλείο, τα δώρα του κουμπάρου δύο ολόκληρα απογέματα σουλάτσα στην αγορά, το αυτοκίνητο που θα τη συνόδευε στην εκκλησία τηλεφωνήματα δύο ωρών γνωστών φίλων με καλό κομπόδεμα, γιατί το φιεστάκι του μέλλοντα άντρα της δεν ενδείκνυται για γάμο. Ο Dj δυσεύρετος, γιατί είχε κι άλλο γάμο, κλεισμένο από πέρσι,  η τούρτα στο ζαχαροπλαστείο μας πήρε μια μέρα να δοκιμάζουμε γεύσεις με πορτοκάλι ή μύρτιλο, τα παπούτσια τελικά τα παραγγείλαμε δύο μήνες πριν και κάναμε δύο επισκέψεις για να τα προβάρει και γενικώς όλο αυτό το τελευταίο δίμηνο αισθανόμουνα να έχουμε παντρευτεί εμείς μεταξύ μας, αφού τον αρραβωνιαστικό της δεν τον έβλεπε ούτε το βράδυ από την κούραση! Ετοιμασίες Γάμου γαρ!
        Χθες είχαμε και το bachelor! Πολύ κέφι! Κι εκείνος όμως καλά πρέπει να πέρασε! Είχε και πικάντικη συνέχεια το πάρτι τους…. Και δικαιολογούνται ως Άντρηδες που λέει και η γιαγιά μου! (μην ξεράσω!)
Τρεις  μέρες μείνανε… Σκέφτομαι πως πρέπει να είμαι εκεί, να κερνάω, να πλένω ποτήρια, να μου εύχονται «Και στα δικά σου!» και σαν το γύφτικο σκεπάρνι να λέω «Ευχαριστώ». Αλλά καθώς ανεβαίνω τις σκάλες ακούω κλάματα με λυγμούς και κόσμος με τα δώρα στο χέρι κατεβαίνει τις σκάλες άλαλος!
«Τι έχεις ?Τι? Πώς? Δεν σε θέλει πια? Το ξανασκέφτηκε? Σ’ αγαπάει αλλά δε νιώθει έτοιμος να σε παντρευτεί? Ήθελε να σου το πει εδώ και καιρό αλλά δεν ήξερε τον τρόπο? Και τον βρήκε εν τέλει τρεις μέρες πριν? Κατάλαβε ότι δεν είναι έτοιμος για κάτι τέτοιο? Και θεωρεί και καλό που έγινε τώρα παρά αργότερα μέσα στο γάμο με παιδιά? Θα του λείψεις πάντως? Δεν θέλει να στεναχωριέσαι?.....
Τι λέτε ρε παιδιά? Για σταθείτε λιγάκι? Εσύ ρε ξαδέρφη δεν κατάλαβες τίποτα? Είναι δυνατόν όλον αυτόν τον καιρό να μην πήρες χαμπάρι? Έπεσες μήπως με τα μούτρα στις ετοιμασίες του γάμου, γέμισες την βιβλιοθήκη σου με περιοδικά «ΠΑΝΤΡΕΥΟΜΑΙ», «ΝΥΦΗ», «ΓΑΜΟΣ», τόσα πράγματα διάβαζες και δεν ένιωσες το παραμικρό για το τι μπορεί να σου επιφυλάσσει η μοίρα? Είσαι άμοιρη των ευθυνών σου? Εγώ πάλι γιατί δε σε πιστεύω? Πώς είναι δυνατόν η σχέση σου να πιάσει πάτο και να μην το πάρεις είδηση? Μήπως δεν ήθελες να το πάρεις είδηση? Μήπως έκανες τα στραβά μάτια γιατί ο περίγυρος σου επέβαλε με τον τρόπο του τα «πρέπει», τα «παντρέψου», τα «δείξε», τα «προχώρα στη ζωή σου»? Μήπως ο τίτλος της «Γεροντοκόρης» σε φόβιζε περισσότερο από έναν ενδεχόμενο τίτλο «ζωντοχήρας», «χωρισμένης» whatever? Μήπως εν τέλει για να έφτασε σε αυτό ο τέως (προ μερικών ωρών) υποψήφιος γαμπρός σκέφτηκε κάτι πιο ώριμο (Θεέ μου πού φτάσαμε!? να τον λέμε και ώριμο!) που εσύ αδυνατούσες? Μήπως δεν φταίει αυτός (Θεέ μου, πού φτάσαμε!? να λέμε δε φταίει! δις!) ή τουλάχιστον μόνον αυτός αλλά και εσύ, γιατί σε μία σχέση φταίνε πάντα και οι δύο?
Το ξέρω! Δεν είναι καιρός για επίρριψη ευθυνών, δεν είναι καιρός για «κατηγορώ» πόσο μάλλον τόσο δριμύ. Η ώρα είναι για παρηγοριά! Έχουμε καιρό για να κατηγορήσουμε. Όταν ο θυμός και η πίκρα σου φύγουν,  σου υπόσχομαι τη θέση τους να την πάρει το φτυάρι: κι εκείνη η πεθερά σου μήπως έβαλε με τον τρόπο της το χεράκι της? Οιδιπόδειο είναι αυτό! Ένιωθε να απειλείται από την παρουσία σου! Αμ η κουνιάδα σου! Σου έκανε την καλή αλλά τα σιγανά ποταμάκια να φοβάσαι! Κι ο πεθερός σου δε λέω, καλός, δε μιλάει πολύ αλλά μεταξύ μας είμαι σίγουρη πως άλλα όνειρα είχε για τον κανακάρη του. Σαν να σε έβλεπε λίγο ανταγωνιστικά ότι του πήρες το γιο ή μου φαίνεται?
Να μη σε ενοχλώ άλλο. Ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός! Δε βαριέσαι! Κανείς δε χάνεται! Θα βρεις άλλον! Τι στο καλό! Ωραία κοπέλα είσαι, όμορφη, μορφωμένη, έξυπνη, τη δουλειά σου την έχεις, το αυτοκινητάκι σου, το σπίτι σου. Είσαι ρε παιδί μου ανεξάρτητη!!!»
Φεύγω! Αισθάνομαι περισσή σε αυτό το σπίτι, που όπως χαρακτηριστικά λένε «Έπεσε φωτιά και το έκαψε», όπου όλοι ασχολούνται με το κακό που βρήκε την κοπέλα, όπου όλοι βρίζουν το γαμπρό και το σόι του ο οποίος παρεμπιπτόντως μέχρι το μεσημέρι και πριν την αναγγελία της ΘΑΡΡΑΛΕΑΣ του απόφασης ήταν ο πιο κατάλληλος για την ξαδέρφη μου! Τι να πουν κι οι άνθρωποι? Αφού έπρεπε να υποστηρίξουν την επιλογή της κόρης τους. Τι βγάζουν άραγε τέτοιου είδους ώρες? Αποκαλύπτουν την προσποίηση των γονιών όσον  καιρό τα πράγματα δείχνουν καλά ή μήπως το αίσθημα της αυτοσυντήρησης και το σύνδρομο της κουκουβάγιας οδηγεί στην υπεράσπιση και προστασία της εκτεθειμένης κόρης? Και ο περίγυρος την οικτίρει! Την κοιτάζει με ύφος περίλυπο και στην προσπάθειά του να την παρηγορήσει της πετάει κι ένα: «Δε λες που έγινε τώρα κι όχι μετά το γάμο με κανά παιδί να την πληρώσει?». Μάλιστα! Πού φτάσαμε κύριοι! Να του πούμε κι ευχαριστώ! «Το μή χείρον βέλτιστον» και «ο Θεός να σε φυλάει» δηλαδή!
Όμως έχω κι εγώ τις απορίες μου! Τόσος ντόρος, τόση φασαρία για αυτόν τον γάμο ένα χρόνο πριν! Τόση σημασία στη λεπτομέρεια, τόσο άγχος για το «θέμα» λευκού-λιλά! Τόσο άγχος για τον κύριο dj, τόσα λεφτά για το νυφικό, για τις λίστες γάμου, για το μενού και το τι θα φάει ο κόσμος, θα ευχαριστηθεί ή θα παραπονεθεί? Θα καθίσουν στα τραπέζια με τη σειρά? Θα καλέσουμε αυτόν ή τον άλλον για να μην παρεξηγηθεί ο τάδε ή ο δείνα? Εκείνον δεν τον θέλουμε αλλά μας κάλεσε και πρέπει να τον καλέσουμε. «Εσύ μη μιλάς» λέει ο μπαμπάς στην κόρη «Εσύ παντρεύεσαι αλλά εγώ παντρεύω. Τι? Δε θα καλέσω τους φίλους μου? Παιδί παντρεύω!». Φυσικά εσύ βγάζεις το σκασμό! Δεν σου δίνουν επιλογή! Αν τους αφήσεις να κάνουν αυτό που θέλουν θα ησυχάσεις. Θα περάσουν τα χρόνια και ουδείς θα θυμάται τίποτις! Αν δεν τους αφήσεις, μια ζωή θα σου το κοπανάνε!
 Αυτά είναι λοιπόν τα διλήμματα και τα τριλήμματα του γάμου! Γάμος = το πανηγυράκι της μιας ημέρας! Βλέπουμε το δέντρο και όχι το δάσος! Ποτέ δεν άκουσα την ξαδέρφη μου να την απασχολεί το παραπέρα, ποτέ δεν άκουσα και δεν είδα τόσες εκπομπές για το θεσμό του γάμου, όσες άκουσα για το στήσιμο ενός λαμπρού γάμου, δηλαδή του πανηγυριού! Δεν απασχολούν οι αρχές, η πάλη με τον άντρα σου, η επικοινωνία του ζευγαριού, οι αναπόφευκτοι καβγάδες και πώς αυτοί θα καταλαγιάσουν. Κανείς δε μιλάει για την ανατροφή των παιδιών, τη μοιρασιά των υποχρεώσεων ή τη συνεργασία, την υποχώρηση, την παραχώρηση, την κατανόηση, την αγάπη, τη φροντίδα και τον παραγκωνισμό του εγωισμού.
Τα περιοδικά του γάμου μιλάνε για κουφέτα, για μονόπετρα, για λιμουζίνες, για πυροτεχνήματα, για νυφικά, για ονειρικά ταξίδια του μέλιτος, για coif, για μανικιούρ, για spa, για δεξιώσεις σε υπερπολυτελή ξενοδοχεία με πισίνες και γκαρσόνια με Papillion, για στολισμούς εκκλησίας και άλλα είδη βιτρίνας και περιτυλίγματος, για το «φαίνεσθαι» και όχι για το «είναι».
Φεύγω από της ξαδέρφης μου το σπίτι με ένα παράξενο συναίσθημα: με έχει πιάσει σύγκρυο! Τζάμπα το φόρεμα που αγόρασα και το κομμωτήριο που έκλεισα (ο καθείς με τον πόνο του!). Αφήστε που έχασα και την ευκαιρία της ευχής: «Και στα δικά σου!». Πού θα βρω άλλη τέτοια?
Περπατάω στο δρόμο και εντελώς συνειρμικά μου έρχονται στο μυαλό ένα σωρό γάμοι στο παρελθόν. Τότε που οι γάμοι δεν είχανε «θέματα» σε αποχρώσεις του λευκού και του λιλά ή ό,τι άλλο. Τότε που κανένα από τα ξαδέρφια μου τα μεγάλα δεν αγόρασε μονόπετρο δαχτυλίδι για να κάνει πρόταση γάμου στη νυν γυναίκα του, τότε που μου έδιναν προσκλητήρια χωρίς ονόματα επάνω και απλώς γύριζα με άλλα κορίτσια της ηλικίας μου σε όλο το χωριό και τα μοίραζα καλώντας όλους τους συγχωριανούς στο γάμο, τότε που το γλέντι γινότανε στις αυλές των σπιτιών με δανεικά τραπέζια και καρέκλες από το καφενείο του χωριού, τότε που όλες οι θειάδες καθαρίζανε τρεις μέρες πατάτες και μαδούσανε χωριάτικα κοτόπουλα και έπαιρνε καθεμιά από ένα ταψί στο σπίτι της και  το έψηνε και μετά τα βάζανε στο υπόστεγο της αυλής για να προσφέρουν στον κόσμο που ερχότανε για να δωρίσει και να ευχηθεί και που ακριβώς δίπλα έβαζαν κάτι τεράστια βαρέλια με πάγο και μέσα τις μπύρες και τις ρετσίνες και τότε που όλοι τρώγανε το κλασικό μενού με το κρύο κοτόπουλο και την προ ωρών ψημένη πατάτα φούρνου αλλά τότε που κανείς από τους καλεσμένους δεν παραπονιότανε για το «κρύο» φαγητό, τότε που καλούσαμε οργανοπαίχτες live, ολοζώντανους δλδ και δεν είχαμε πίστες με φωτορυθμικά αλλά  για βάθρο μια καρότσα (πλατφόρμα) από το τρακτέρ και τότε που πηγαίναμε τη νύφη και τον γαμπρό στην εκκλησία χορεύοντας με μια μπύρα στο χέρι και δε νοικιάζαμε λιμουζίνες αλλά για να διανύσουμε μια απόσταση 100 μέτρων κάναμε και δυο ώρες και καθυστερούσαμε χωρίς άγχος και νεύρα του παπά επειδή ακολουθούσε άλλος γάμος… τότε..
Δηλαδή τότε ήταν όλα ιδανικά? Τότε δεν θεωρούνταν πανηγύρι? Φυσικά! Ε τότε τι? Γιατί το εξιδανικεύω? Μήπως οι γάμοι τότε δεν είχαν προβλήματα? Μήπως ο κόσμος που παντρεύτηκε τότε δε χώριζε ή δε χωρίζει? Χωρίζει αλλά με άλλη συχνότητα! Αυτό είναι το θέμα? Δεν ξέρω!
Το πανηγύρι του τότε χάθηκε στα βάθη του χρόνου γιατί άλλαξε η κοινωνία. Ούτε οι νύφες είναι οι ίδιες ! Όχι αυτές με τα νυφικά! Εκείνες που ήταν σύζυγοι εντός σπιτιού, χωρίς πτυχία, χωρίς τουπέ, χωρίς αμανέ (υψηλό). Εκείνες που επέτρεπαν τον άντρα τους να είναι πιο πάνω από αυτές. Οι σημερινές νύφες έχουν σπουδάσει, έχουν καριέρα, έχουν μόρφωση ακαδημαϊκή, μα χάνουν στα σημεία. Δεν τίθενται «Υπό του Ανδρός», δεν Υποανδρεύονται», δηλαδή δεν «παντρεύονται»! Κι αυτός ο καημένος (Θεέ μου, πού φτάσαμε!? τρις! να είναι και καημένος) πώς να μη φύγει, αφού άλλα του τάξανε! Του είπανε πως αν «νυμφευθείς», θα έχεις ό,τι είχες με τη μάνα σου στο σπίτι κι άλλα τόσα… κι εκείνος τότε αποφάσισε πως έπρεπε να αφήσει τη νύφη ανύμφευτη έστω και τρεις μέρες πριν το πανηγύρι του γάμου!

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Μια Καλημέρα είν’ αυτή?...ή πολλές?


Αγαπώ τη λέξη «Καλημέρα» γιατί είναι ευ-λογία και κατά μία έννοια ευ-γλωττία! Αγαπώ την «Καλημέρα», να την λέω σε όλον τον κόσμο
 -και στους πιο ενοχλητικούς που με το «Καλημέρα σας» σε εξετάζουν ιερώς,
- και στους πιο σκληρούς που με το «Καλημέρα σας» σκάει ένα χαμόγελο στο πρόσωπό τους κι ας είναι το πρώτο και το τελευταίο όλης της ημέρας,
-και στους πιο κλειστούς που με το «Καλημέρα σας» θα είναι η μόνη φορά που θα ανοίξουν το στόμα τους και θα σου μιλήσουν ρίχνοντάς σου μια φευγαλέα ματιά,
-και στους πιο χαρούμενους που με το «Καλημέρα σας» θα πλημμυρίσουν τον κόσμο χαμόγελα από τις πρωινές σου ώρες,
-και στους πιο φλύαρους  που με το «Καλημέρα σας» θα πάρουν αφορμή να σου πουν απ’ το πρωί ό,τι σκέφτονται ακόμη κι ό,τι δε σκέφτονται,
-και στους πιο δουλευταράδες που και πυρετωδώς θα κάνουν τον κόπο να σηκώσουν κεφάλι και στο «Καλημέρα σας» θα σου απαντήσουν ένα βιαστικό «καλημέρα» σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπό τους
-και στους πιο κεφάτους που στο «Καλημέρα σας» θα σου απαντήσουν ένα τραγουδιστό και μακρόσυρτο «καλημέραααα…» δια ανατάσεως της χειρός,
-και στους πιο βαρείς που περπατάνε με σκυμμένο το κεφάλι και στο «Καλημέρα σας» θα κάνουν τον κόπο να το σηκώσουν και να σου απαντήσουν ένα βαρύ κι ασήκωτο «ΜΜΜέρρααα»…
        Είναι ωραίος αυτός ο κόσμος το πρωί, διαφορετικός. Ακόμη κι όταν είναι αδιάφορος στο μέσο της ημέρας, γίνεται ενδιαφέρων στο «Καλημέρα». Οι ρυθμοί δεν τον έχουνε συνεπάρει ακόμη, το άγχος δεν έχει προλάβει να ανακόψει τους ανθρώπους από την κοινή για τους θνητούς ευχή.
        Μια «καλημέρα» είναι πάντα επίκαιρη όσο και επιτακτική. Ακόμα και ρουτινίστικη μένει πάντοτε πρώτη στις προτιμήσεις των ανθρώπων, ως πρώτη ευχή, ως πρώτη λέξη, ως πρώτη σκέψη, ως πρώτη αρχή, ως πρώτο μέλημα… Σε βγάζει από την αμηχανία, σε μπάζει στη δράση, στην πράξη, στο «ομιλείν», στο «συναναστρέφεσθαι»!
        Μ’ αρέσουν οι «Καλημέρες» το πρωί, όταν οι καθαριστές σκουπίζουν τους δρόμους, όταν οι καθαρίστριες γυαλίζουν τα τζάμια στις καφετέριες από τον χθεσινοβραδινό καπνό και τρίβουν τις σχάρες στα οβελιστήρια.
Μ’ αρέσουν οι «Καλημέρες» στις νοικοκυρές που ξυπνούν πριν την πόλη, πριν το σύζυγο και τα παιδιά για να απλώσουν τα ρούχα της μπουγάδας.
Μ’ αρέσουν οι «Καλημέρες» του φούρναρη της γειτονιάς που το  φούρνισμα το τέλειωσε, πριν ακόμα ξυπνήσεις εσύ, και στο «καλημέρα σας» το ψωμί του φιγουράρει ζεστό-ζεστό δίπλα σε άλλα εξίσου φρέσκα αρτοποίηματα και σε περιμένει…
Μ’ αρέσουν οι «Καλημέρες» του ψαρά και του μανάβη που έχουν ήδη επιστρέψει από την ψαρ- και λαχαν-  αγορά αντίστοιχα, προτού εσύ ανοίξεις το μάτι.
Μ’ αρέσουν οι «Καλημέρες» του ανθοπώλη που πρωί-πρωί ποτίζοντας κι αναδεύοντας τους βασιλικούς μοσχοβολά ο τόπος όλος.
Μ’ αρέσουν και οι πιο τεμπέλικες «καλημέρες», όταν ο ήλιος παίρνει κι ανεβαίνει ψηλά αλλά θεωρείται ακόμη πρωί. Τα καταστήματα ανοίγουν στις εννέα αλλά προηγείται μία προετοιμασία. Καθείς αναλαμβάνει  να σκουπίσει το κομμάτι του πεζοδρομίου που του ανήκει. Οι σκούπες παρελαύνουν πάνω ή κάτω από τα πεζούλια, τα λάστιχα καταβρέχουν γενναιόδωρα τους δρόμους με νερό και το χώμα μυρίζει πρωί. Αυτές είναι οι καλοκαιρινές «καλημέρες» γιατί… υπάρχουν και οι χειμερινές.
Εκείνες, πιο φειδωλές, πιο σπάνιες, «πού να τις βρεις να τριγυρίζουν?». Κουκουλώνονται στα καβούκια τους, γιατί το κρύο δεν τις επιτρέπει να κυκλοφορούν ευρέως, θα συναχωθούν! Εκείνες είναι οι «καλημέρες» των παιδιών, σκεπασμένες με σκουφάκια, γαντάκια, κασκόλ και παλτό και φορούν μια τσάντα μεγάλη στην πλάτη, γεμάτη γράμματα (?). Άλλες φορές οι «καλημέρες» πηγαίνουν καμουφλαρισμένες, πάνω σε τέσσερις ρόδες και σε χαιρετούν μέσα από το τζάμι σηκώνοντας απλά το χέρι συνοδευόμενες από ένα νεύμα. Εκείνες είναι οι βουβές «καλημέρες».
Όπως και να ‘χει, ζεστές ή κρύες, δροσερές ή αέρινες, τραγουδιστές ή βουβές, χειμερινές ή θερινές, βιαστικές ή τεμπέλικες, φλύαρες ή λακωνικές, καταχρηστικές ή εκούσιες, λιτές ή φορτωμένες είναι τόσο επίκαιρες όσο και διαχρονικές. δεν χάνουν την αξία τους, δεν εκπίπτει η τιμή τους, συνεχώς ανατιμώνται.
Οι δικές μου οι «καλημέρες» πάλι ανήκουν και στις βιαστικές και στις τεμπέλικες, ενίοτε δε στις φλύαρες αλλά πάντοτε εκούσιες! Όπως το πάρει κανείς. Σήμερα με βρήκαν να ξεκινάω με πολλή δουλειά και στην πορεία να παρεκκλίνω επειδή τις περιγράφω.
Βιαστικά λοιπόν και εκουσίως (εννοείται!) σας λέω κι εγώ ένα τεμπέλικο και μετά φλυαρίας «καλημέρα σας»….